Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

ελευθερία και «ελευθερία»




(αναδημοσίευση)



Ένα  προπαγανδιστικό τερτίπι απολογητών του καπιταλισμού, ίσως το πλέον σύνηθες, είναι να συγχέουν την έννοια ελευθερία με την έννοια ελεύθερη αγορά. Προέκταση αυτού είναι η θέση  ότι η δημοκρατία και η ελεύθερη αγορά είναι αδιαχώριστα αγαθά, ότι το ένα δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς το άλλο. Το αστικό κοινοβούλιο προβάλλεται απ’ τον ίδιο κύκλο σαν την ανώτερη μορφή δημοκρατίας – σαν αξεπέραστο ταμπού. Ένα λάθος που γίνεται απο κριτές του καπιταλισμού στην απέναντι όχθη είναι να απαντούν μέσα στο πλαίσιο αναφοράς που ορίζουν οι απολογητές του καπιταλισμού. Στην ψευδο-εξίσωση «δημοκρατία συν αγορά ίσον ελευθερία» των μεν, οι δε απαντούν ότι «αυτή είναι η ελευθερία του αφεντικού να εκμεταλλεύεται τον εργάτη».
Όντως οι δημοκρατικοί θεσμοί των αστών περιορίζονται πάντα στον χώρο της πολιτικής και ποτέ δεν φτάνουν στον χώρο της οικονομίας όπου κάθε ιδιωτική επιχείρηση λειτουργεί σαν μικροκράτος στο οποίο επιβάλλεται ο ολοκληρωτισμός του κεφαλαιοκράτη. Αυτό σημαίνει όμως ότι η οικονομική ελευθερία του κεφαλαίου να εκμεταλλεύεται την εργασία και η δέσμη πολιτικών ελευθεριών στην αστική δημοκρατία δεν είναι νοηματικά ή κατηγορηματικά ταυτόσημες οντότητες. Όσο κι αν η μια συνδέεται με την άλλη, είναι δυο διαφορετικές πραγματικότητες οι οποίες μπορεί να έρθουν και σε αντιπαράθεση. Μολονότι ο καπιταλισμός φαίνεται να λειτουργεί καλύτερα έχοντας αστικούς δημοκρατικούς θεσμούς σαν πολιτικό φόντο  του, δεν είναι  πάντα σύμφυτος με το καθεστώς της αστικής δημοκρατίας. Η απάντηση στο ερώτημα αν «η δημοκρατία και καπιταλισμός είναι αδιαχώριστα αγαθά» βρίσκεται στο γεγονός ότι οι αστικοί δημοκρατικοί θεσμοί επιβιώνουν μόνο σε συνθήκες στις οποίες η αστική ιδεολογία κυριαρχεί σε όλες τις τάξεις. Η δημοκρατία  καταργείται, συχνά με το πιο βίαιο και αιματηρό τρόπο, όταν η πολιτική εκπροσώπηση της αστικής τάξης καθίσταται ανεξέλεγκτα επισφαλής, συνήθως σε συνθήκες κατά τις οποίες οι λαϊκές μάζες, με κορμό την εργατική τάξη, χειραφετούνται ιδεολογικά και κινητοποιούνται απαιτώντας μόνιμες αλλαγές που το κεφάλαιο δεν είναι διατεθειμένο να παραχωρήσει, ή όταν η οργανωμένη αμφισβήτηση της αστικής εξουσίας είναι απειλητικά διογκωμένη. Η απροκάλυπτη πολιτική δικτατορία του κεφαλαίου αντικαθίσταται με την δημοκρατία σε συνθήκες σχετικής «ομαλότητας» κι όταν η μπουρζουαζία ανακτά τον ηγεμονία της και τον έλεγχο των εξελίξεων.
Έτσι, ναι μεν η αστική δημοκρατία είναι οικονομική δικτατορία της αστικής τάξης, αλλά διατηρεί κεκαλυμμένη την δικτατορική πολιτική φύση της που αφορά κυρίως τα οικονομικά όρια της. Δηλαδή  αφορά το κατά πόσον η «λαϊκή κυριαρχία» μπορεί να επηρεάσει τις σχέσεις παραγωγής. Όσο τα οικονομικά όρια δεν παραβιάζονται η κρυμμένη πολιτική φύση της δεν ξεσκεπάζεται, παραμένει κεκαλυμμένη πίσω απο την επίφαση δημοκρατίας. Η δικτατορική φύση του κεφαλαίου έγκειται στο γεγονός ότι θεωρεί την οικονομική απολυταρχία του δεδομένη κι αναμφισβήτητη και, σαν συνέπεια αυτού,  δημοκρατία χωρίς καπιταλισμό είναι αδιανόητη γι’ αυτό. Έτσι, η αστική δημοκρατία είναι κάλπικη και  επιφανειακή όχι μόνο επειδή είναι εκμεταλλευτική, αλλά κυρίως επειδή είναι πάντα μια δυνητική δικτατορία και  ποτέ δεδομένη άνευ όρων. Εφόσον λειτουργεί αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση του κεφαλαίου, δεν είναι απλώς λειψή και μη ουσιαστική, και άρα υποκριτική, αλλά και κυρίως – είναι πάντα προσωρινή.
Ας δούμε μια, την σημαντικότερη ίσως, απο τις αστικές ελευθερίες που αφορά το δικαίωμα του  λαού, μη εξαιρούμενης της εργατικής τάξης, να εκλέγει αυτούς που θα τον κυβερνήσουν πολιτικά. Μέσα στο πλαίσιο αυτής της ελευθερίας ακόμα και τα κομμουνιστικά κόμματα, κι όχι μόνο ένα αλλά όσα θέλουν, μπορούν να δρουν και να ζητούν απο τον λαό το χρίσμα (υποτίθεται...) να κυβερνήσουν. Αυτό ακριβώς η μπουρζουαζία θεωρεί το μεγαλύτερο ατού της δημοκρατικότητας της. Το να της αντιπαραθέσουμε ότι «στην αστική δημοκρατία το αφεντικό εκμεταλλεύεται και ποδοπατάει τον εργάτη» δεν πείθει. Γιατί η άμεση απάντηση του αστού την οποία έχει εμφυσήσει σ΄ αυτούς που επηρεάζει, είναι ότι αφενός δεν υπάρχει νόμος που να εμποδίζει ατομικά τον εργάτη να γίνει αστός (αν είναι δυνατόν), κι αφετέρου δεν το εμποδίζει συλλογικά να οργανωθεί, να λάβει μέρος σε εκλογές και να διεκδικήσει την πλειοψηφία του λαού ώστε να αλλάξει την εκμεταλλευτική σχέση εργοδότη-εργάτη, ή άλλως, να το επιτύχει μέσω της συνδικαλιστικής δράσης, η οποία επίσης είναι νόμιμη και δικαιωματική. Το ζήτημα λοιπόν είναι να δούμε και να αναδείξουμε πώς αυτή η αστική «ελευθερία» καθίσταται για τον εργάτη ανούσια και απατηλή.
Κατ΄ αρχήν, όλες οι αστικές «ελευθερίες» μπαίνουν σε προκρούστια κλίνη και λειτουργούν μόνο με την προϋπόθεση ότι οι σχέσεις παραγωγής δεν αμφισβητούνται. Σ'  ότι αφορά το θέμα μας όμως, η αλήθεια είναι ότι οι κυβερνώμενοι όντως εκλέγουν, όμως δεν μπορούν ποτέ να επιλέγουν αυτούς που θα τους κυβερνήσουν. Η διαδικασία επιλογής είναι πολλή σύνθετη και η συμμετοχή σ’ αυτήν των ψηφοφόρων σαν σύνολο είναι μηδενική. Ακόμα κι όταν, για παράδειγμα, τα αστικά κόμματα οργανώνουν, με μεγάλα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα, «δημοψηφίσματα» καλώντας τον «λαό» να εκλέξει ηγέτη, ακόμα κι αν η διαδικασία είναι αψεγάδιαστη, που ουδέποτε είναι, ο «λαός» δεν έχει τρόπο ή δυνατότητα να αναδείξει  τους υποψήφιους. Η δικαιοδοσία ανάδειξης  ηγεσιών των αστικών κομμάτων ανήκει πάντα σε μια ελίτ πλουτοκρατών. Αυτό που κατ' ευημισμό ονομάζεται «λαός» δεν είναι παρά οπαδοί  οι οποίοι ούτε καν μπορούν να διανοηθούν ανάκληση των ηγετών τους, ακόμα κι όταν αυτοί, κατόπιν εορτής, αποδεικνύονται απατεώνες, αγύρτες και διεφθαρμένα αρπακτικά. Ενώ η ίδια ελίτ μπορεί να ανεβάζει και να ρίχνει κυβερνήσεις.
Η παρατήρηση ότι το ηγετικό προσωπικό των αστικών κομμάτων ανήκει ή επιλέγεται απο μια ελίτ πλουτοκρατών δεν είναι εμπνευσμένη απο μυθιστορήματα πολιτικής-επιστημονικής φαντασίας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, το φαινόμενο είναι αντικείμενο έρευνας σπουδαστών πολιτικών επιστημών. Πρακτικά, στα τεκταινόμενα της διαδικασίας κατά την οποία επιλέγονται οι ηγέτες πολιτικών κομμάτων, αλλά και διαμορφώνεται η γενική στρατηγική του κεφαλαίου που τα αστικά κόμματα εναλλάξ εφαρμόζουν εκεί, αποκλειστικό ρόλο παίζουν οι κεφαλαιοκράτες, και ιδιαίτερα μια πολιτικά δραστήρια ελίτ απο αυτούς. Η ελίτ δεν αποτελείται μόνο απο μέλη της πλουτοκρατίας αλλά και απο μισθωμένους υπηρέτες τους απο συνήθως μεσαία κοινωνικά στρώματα με ιδιαίτερες ικανότητες και προσόντα. Η ελίτ κινείται σ’ ένα δίκτυο απο ομίλους, συνδέσμους, μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ), όπως τα λεγόμενα think tanks (ρεζερβουάρ σκέψης), ιδρύματα και άλλες οργανώσεις το οποίο δίκτυο συνδέει τους υψηλότερα ισταμένους της οικονομίας, της πολιτικής, των μέσων ενημέρωσης, της κρατικής μηχανής, ακόμα και των υψηλά ισταμένων του κλήρου,  μέσα στο οποίο δίκτυο ζυμώνονται και διαμορφώνονται οι γενικοί πολιτικοί προσανατολισμοί του κεφαλαίου. Σημειωτέον ότι η ελίτ δεν ταυτίζεται με το ένα ή το άλλο αστικό πολιτικό κόμμα, παρότι τα ηγετικά στελέχη τους είναι  συνήθως ενεργά και μέσα στο ίδιο δίκτυο.
Διαφορές στον τρόπο που το κεφάλαιο οργανώνει πρακτικά την ηγεμονία του σίγουρα υπάρχουν σε διάφορες χώρες.  Παρότι δεν έχει μελετηθεί ακόμα στην χώρα μας είναι πρόδηλο ότι, λόγω της εξάρτησης της χώρας μας απο τον απο τον ιμπεριαλισμό, η ντόπια, «εθνική» ολιγαρχία στερείται φυσιογνωμίας  και λειτουργεί σαν πρακτορείο εισαγωγής ιδεολογίας και γενικών πολιτικών προσανατολισμών που εκπονούνται στην ιμπεριαλιστική μητρόπολη. Έτσι, με εθελούσια παραχώρηση της ηγεμονίας της στην ιμπεριαλιστική ελίτ, η ντόπια αστική τάξη παραχωρεί και το δικαίωμα σ’ αυτήν άμεσα να υπαγορεύει και να ελέγχει την γκάμα των πολιτικών επιλογών των πολιτικών υπηρετών της. Παραδείγματος χάριν, η απόφαση της πλοηγούμενης κυβέρνησης να «χρυσώσει» τους τραπεζίτες με ένα τεράστιο πακτωλό ήταν καθαρή αντανάκλαση απόφασης που πάρθηκε απο την ελίτ των ΗΠΑ. Η ελίτ της μητρόπολης έχει λόγο και για το ηγετικό προσωπικό κομμάτων σε χώρες δορυφόρους της. Παραδείγματα ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων που αφορούσαν πολιτικά πρόσωπα έχουμε πολλά στην σ’ όλη την ιστορία του ελληνικού κράτους. Το φαινόμενο αυτό χρίει μιας πιο εμπεριστατωμένης μελέτης που να στοιχειοθετεί τα χαρακτηριστικά αυτής της ηγεμόνευσης. Ουσιαστικά, ο ρόλος των αστικών κομμάτων είναι να εφαρμόσουν και να εξειδικεύσουν τους γενικούς προσανατολισμούς που καθορίζει το κεφάλαιο μέσω της ελίτ η οποία καθοδηγεί τις πολιτικές ηγεσίες.
Το ότι εκλέγουμε πρόσωπα που μας επιβάλλει μια μικρή ελίτ είναι δοσμένο, όπως επίσης δοσμένο είναι ότι οι αποφάσεις για τον προσανατολισμό της χώρας δεν παίρνονται απο τους πολιτικούς αλλά απο την ελίτ που τους καθοδηγεί. Η «παραχώρηση» του εκλογικού δικαιώματος στην εργασία είναι ανεκτή απο το κεφάλαιο και ίσταται μόνον υπό τον όρο ότι το κεφάλαιο έχει ήδη καταφέρει να εμφυσήσει καπιταλιστική ιδεολογία στην πλειοψηφία του λαού και  τουλάχιστον σε μια μερίδα της εργατικής τάξης. Εάν αυτό τυπικά δεν μηδενίζει το δικαίωμα εκλογής, τουλάχιστον στην ουσία το αναιρεί.  Πλην όμως, εδώ έγκειται το εξής σοβαρό πρόβλημα: Παρότι το αποτέλεσμα είναι πάντα η εκλογή πολιτικών που κάθε άλλο παρά το συμφέρον της εξυπηρετούν, η εργατική τάξη αισθάνεται ότι έχει ένα πολύ σημαντικό δικαίωμα, έστω κι αν αυτό είναι ψευδαίσθηση. Δεν είναι καθόλου αδιάφορη ως προς αυτό.  Προτιμά μια οποιαδήποτε εκδοχή δημοκρατίας όπου μπορεί να ψηφίζει κάθε τέσσερα περίπου χρόνια αυτούς που καταλήγουν σε μια κυβέρνηση που την αγνοεί στο επόμενο διάστημα μεταξύ εκλογών, απο μια οποιαδήποτε αυταρχική αφαίρεση αυτού του δικαιώματος που καταλήγει σε μια κυβέρνηση που την καταπιέζει χωρίς προσχήματα επ’ αόριστου χρόνου και της έχει επιβληθεί με αποφάσεις παρμένες σε απρόσβατο τόπο.  
Η αστική δικτατορία (φασισμός, ναζισμός, στρατοκρατική, μοναρχική δικτατορία), σαν εμπειρία,  διαφέρει δραματικά απο αυτήν της αστικής δημοκρατίας. Η αστική δικτατορία βιώνεται ως απεχθέστατη αφαίρεση ελευθερίας απο την πλειοψηφία του λαού και ιδιαίτερα  απο την εργατική τάξη. Και έτσι είναι. Η πραγματικότητα του ολοκληρωτισμού στον χώρο δουλιας του εργάτη, η βαθύτερη ουσία της εκμετάλλευσης του, είτε ζει σε φασισμό είτε σε δημοκρατία δεν αλλάζει. Όμως στην πολιτική δικτατορία αυτό που βιώνει είναι ένας πολιτικός βιασμός που κάνει εντονότερη της αίσθηση του οικονομικού βιασμού. Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι να απορρίψουμε γενικά την πολιτική ελευθερία στην οποία ο  εργάτης προσάπτει αξία, αλλά να δείξουμε ότι αυτή η συγκεκριμένη αστική πολιτική ελευθερία για τον εργάτη είναι δάνειο χωρίς εγγύηση, εκτός του ότι είναι ένα δάνειο που το πληρώνει πολύ ακριβά με υποθήκη την οικονομική του χειραφέτηση, χωρίς ποτέ να το ξεχρεώνει.  
Το βίωμα ότι η δημοκρατία παρέχει περισσότερη πολιτική ελευθερία δεν αποκτούν μόνο αυτοί που ζουν οι έζησαν σε δικτατορικό καθεστώς αλλά και αυτοί που ζουν σε χώρες με μακρά αστικό-δημοκρατική παράδοση. Αισθάνονται τυχεροί βλέποντας με φόβο και απέχθεια τα δικτατορικά καθεστώτα. Αυτό το βίωμα κινητοποιεί τις μάζες σε αγώνες για αποκατάσταση των δημοκρατικών ελευθεριών, εκεί που το κεφάλαιο έχει κατορθώσει να τις αφαιρέσει, που κερδίζονται με μεγάλες θυσίες. Με δοσμένο ότι για να υποδουλώσουν τον λαό οι δικτάτορες βάζουν σαν πρώτιστο στόχο να καταστρέφουν το ιστό οργάνωσης της εργατικής τάξης και το πιο φωτισμένο και μαχητικό κομμάτι της, το κομμουνιστικό κόμμα, όταν η δικτατορία έχει εξαντλήσει το καθήκον της, μπορούν οι αστοί να χειραγωγήσουν τις εξελίξεις στήνοντας ένα καθεστώς μεταπολίτευσης που να διατηρεί τις ίδιες σχέσεις παραγωγής.  Η τραγωδία βέβαια είναι ότι, η εργατική τάξη που πάντα πρωτοστατεί στον αγώνα για την ανατροπή της δικτατορίας, καταλήγει να αρκείται με την αρχή «το μη χείρον βέλτιστον».
Αυτός ο ψυχολογικός παράγοντας, το πως αισθάνεται ο πολίτης της αστικής δημοκρατίας, δεν εμφανίζεται ούτε διατηρείται αυθόρμητα. Αποτελεί την βάση στην οποία στηρίζεται η ιδεολογική ηγεμονία του κεφαλαίου, και καλλιεργείται με μύριους τρόπους. Το κεφάλαιο έχει στρατιές εργατών και ολόκληρη βιομηχανία παραγωγής όχι απλώς συναίνεσης με το σύστημα, αλλά μαζικής ψύχωσης, ώστε η μάζα να βλέπει ελευθερία μόνο εκεί που αυτή είναι ανούσια και δοσμένη υπό όρους, και να παραβλέπει σκλαβιά εκεί που κρατείται δεμένη χειροπόδαρα και άνευ όρων.
Το γεγονός ότι ο όρος ελευθερία έχει γίνει καραμέλα στα βρώμικα στόματα των θεράποντων της αγοράς δεν τον καθιστά χυδαία λέξη. Η συνήθεια του να προφέρεται η λέξη αυτή γενικά κι αόριστα απο το κεφάλαιο, δεν οδηγεί σε γενική κι αόριστη απαξίωση της έννοιας ελευθερία απο την εργατική τάξη και την πρωτοπορία της. Κατ' αρχήν είναι καταγραμμένος, διάχυτος στα κείμενα των κλασικών του μαρξισμού, ο βαθύτατος σεβασμός προς αυτήν την έννοια. Η ελευθερία είναι η πραγματικότητα στην οποία θα μεταβεί η ανθρωπότητα υπερβαίνουσα το Βασίλειο της Αναγκαιότητας. Παραμένει ύψιστο ιδανικό και ουδέποτε έπαψε να είναι στον πυρήνα της φιλοσοφίας μας, ο απώτατος στόχος μας. Η ελευθερία σαν αξία, είναι όχι μόνο αξεπέραστη αλλά και καθολική. Το γεγονός ότι η ελευθερία του αστού μετατρέπεται σε σκλαβιά του προλεταρίου δεν αναιρεί την καθολικότητα της σαν αξία, με την έννοια ότι, και για τον μεν και για τον δε, η αφαίρεση ελευθερίας σημαίνει απανθρωπισμός. Καθολική επίσης και με την έννοια ότι το κάθε άτομο επιθυμεί ελευθερία ακόμα κι όταν φοβάται να εκτεθεί σ΄ αυτήν ή να πάρει ευθύνη και να δεχτεί τις συνέπειες του να δρα, να σκέφτεται και να εκφράζεται ελεύθερα, κι επιλέγει να ζει σε σκλαβιά εξ αιτίας αυτού του φόβου.
Αυτό που ο εργάτης, ο οποίος δεν έχει ακόμα εναντιωθεί στο καπιταλιστικό σύστημα, δεν έχει δεχτεί ακόμα είναι ότι δεν μπορεί η τάξη στην οποία ανήκει να είναι ουσιαστικά ελεύθερη καθ’ όσον εξακολουθεί να είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης. Αυτό που ο καπιταλίστας δεν θα δεχτεί ποτέ είναι ότι δεν μπορεί να συγχέει την ελευθερία με την άδεια που του παρέχει η οικονομική του δύναμη να χρησιμοποιεί τον εργάτη ως εκμεταλλεύσιμη πηγή ενέργειας παραγνωρίζοντας και, στην πορεία, διαστρέφοντας και καταστρέφοντας την ανθρώπινη διάσταση του – δεν μπορεί να τον μετατρέπει σε κάτι χειρότερο απο μηχανή ή κτήνος.  
Βεβαίως, στον κοινό νου είναι πλατιά κατανοητό ότι η ελευθερία είναι μεν καθολική σαν αξία αλλά ποτέ και πουθενά δεν μπορεί να αποτελεί απόλυτο δικαίωμα. Απο την στιγμή που η ελευθερία του ενός αρχίζει να περιορίζει ή να καταργεί την ελευθερία του άλλου, η έννοια της χάνει την μεταφυσική της «αγνότητα», γίνεται αντικείμενο αντιθέσεων, πεδίο μάχης, ματώνει, ιδρώνει, λασπώνεται. Έτσι, εφόσον δεν μπορούν όλοι να δρουν όσο «ελεύθερα» επιθυμούν παντού και πάντοτε,  και άρα δεν μπορεί να ισχύει απόλυτο δικαίωμα στην ελευθερία, κάπου μπαίνουν όρια. Δυστυχώς για τους προλεταρίους αλλά και τους καπιταλίστες, η ελευθερία του ενός αντικρούει, αντιπαλεύει και προσπαθεί έως και να εκμηδενίσει  την ελευθερία του άλλου. Το ζήτημα λοιπόν είναι ποια όρια, απο ποιους, με ποιους και για ποιους μπαίνουν. Αν οι καπιταλίστες θεωρούν σήμερα δικαιωματικό, παρ’ ότι αποτελούν ένα ελάχιστο κλάσμα της κοινωνίας, να επιβάλλουν σ’ αυτή το δικό τους όριο ελευθερίας που λέγεται ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, πολύ πιο δικαιωματική μπορεί και πρέπει να θεωρεί η εργατική τάξη με τον υπόλοιπο πληθυσμό που θα συμμαχήσει μαζί της (μιας και θα αποτελούν την πλατιά πλειοψηφία) την επιβολή του δικού τους ορίου. Για τους κομμουνιστές αυτό το όριο είναι η κοινωνική κτήση των μέσων παραγωγής. Μέσα στο όριο αυτό η «ελευθερία» του ανθρώπου να ζει καταχρηστικά, παρασιτικά, και καταστροφικά σε βάρος του συνάνθρωπού του,  πράγμα αναπόφευκτο στον καπιταλισμό, εξαλείφεται. Η ζωή χωρίς αυτήν την συνθήκη εκμετάλλευσης είναι, και πρέπει να είναι, περιοριστική και ανελεύθερη μόνο για τους εκμεταλλευτές, τα παράσιτα και τους καταστροφείς της ζωής άλλων. Η ανθρωπότητα, με την αστική τάξη να εξουσιάζει και να κυβερνά δεν μπορεί να επιβιώσει – είναι στο όριο της. Χωρίς αυτή την τάξη, που πλέον λειτουργεί σαν κοινωνικό καρκίνωμα που κατατρώγει τον υφή της κοινωνίας, έχει ακόμα ελπίδα. Η δημιουργία συνθηκών που αποτρέπουν την εκμετάλλευση του ανθρώπου και την κατάχρηση του περιβάλλοντος απο άνθρωπο – με αλλά λόγια, η κατάργηση των συνθηκών που επιτρέπουν αφαίρεση της ελευθερίας του ανθρώπου απο άνθρωπο, η κατάργηση των συνθηκών που επιτρέπουν καταστροφή της  ζωής στον πλανήτη μας, είναι συνθήκη κατοχύρωσης κι όχι κατάργησης της ελευθερίας.
Ο αξίωση της εργατικής τάξης για ελευθερία καθίσταται δικαιωματική στην πράξη, εννοούμενη όχι απλά ως τελεσμένη εξέλιξη με πεπερασμένα όρια. Αυτό που υπάρχει και μας απομένει δεν είναι μια τελειωτική αφηρημένη ιδέα της, αλλά μια διαδικασία ασίγαστης αναζήτησης της ελευθερίας μέσα σ’ ένα περιβάλλον όπου ο άνθρωπος έχει πάψει να είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης απο άνθρωπο. Η αναζήτηση ολοένα και περισσότερης, ολοένα και ουσιαστικότερης ελευθερίας είναι ανορθολογική  και άτοπη αν δεν αφορά όλους ή, αν είναι αδύνατον σε κάποιο τόπο και χρόνο να αφορά και ν’ αγγίζει «όλους», τουλάχιστον όσο γίνεται περισσότερους. Δηλαδή πρέπει να τείνουμε για συνάντηση με την ελευθερία, αν όχι προς το ιδανικό που δεν συναντιέται, προς το ανώτατο όριο της, και ποτέ να μη παραιτούμαστε απο αυτό. Έτσι, οποιαδήποτε περιορισμός της ελευθερίας πρέπει να μπαίνει κάτω απο την αυστηρότερη κριτική ανάλυση χωρίς βολικές και εύκολες δικαιολογήσεις και να είναι προσωρινός, που σημαίνει ασίγαστη προβληματική για το ξεπέρασμα του στο συντομότερο δυνατόν χρόνο.
Σήμερα που  η ηχώ της λέξης αυτής  απο τα φερέφωνα του κεφαλαίου έχει καταντήσει πιο κενή σε νόημα απο την προφορά της απο παπαγάλο, γίνεται πιο επιτακτική η αξίωση να εμφανίζεται η λέξη πιο συχνά στο δικό μας λεξιλόγιο. 

M

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου