Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2020

Σχέδιο Αγάπης











"For Simone de Beauvoir, authentic love is an ethical undertaking: it can be spoilt by devotion as much as by selfishness"
Kate Kirkpatrick



Οι επιθυμίες να αγαπήσεις και να αγαπηθείς είναι, κατά τη γνώμη της Simone de Beauvoir, μέρος της δομής της ανθρώπινης ύπαρξης. Συχνά, πάνε στραβά. Αλλά ακόμα κι έτσι, η αυθεντική αγάπη δεν είναι μόνο δυνατή αλλά κι ένα από τα πιο ισχυρά εργαλεία που διατίθενται σε άτομα που θέλουν να είναι ελεύθερα. Τι ακριβώς είναι αυτή η αυθεντική αγάπη; [...] Για την Beauvoir, για να είναι η αγάπη αυθεντική, πρέπει να είναι αμοιβαία και μη-εκμεταλλευτική. Αλλά θα ήταν δύσκολο να επιτευχθεί αυτό, όσο η κοινωνία διαιωνίζει μύθους της αγάπης που εξιδανικεύουν ανήθικες σχέσεις μεταξύ των φύλων. [...]


Στα από το 1926 φοιτητικά σημειώματα της Beauvoir, η ηθική διαπροσωπική αγάπη περιγράφεται σε αντίθεση με δύο μορφές αποτυχημένης αγάπης - δυο «αμαρτίες» που κατονομάζει ως ναρκισσισμό (εγωισμό, ή ιδιοτέλεια, σε κάποιες αγγλικές μεταφράσεις) και αφοσίωση. Στις πρώτες διατυπώσεις της, ως ναρκισσισμός ορίστηκε «το να αγαπάς τον εαυτό σου και μόνο την αγάπη που έχει ο άλλος για σένα». Η αποτυχία του ναρκισσισμού είναι ότι ξεχνά πως υπάρχουν δύο ερωτευμένοι: ο ναρκισσιστής δεν θυμάται ότι η αγάπη πρέπει να αποζητά το καλό για τον άλλο. Ο εραστής (του Νάρκισσου) είναι ένας μικρός χαρακτήρας στο μεγάλο σχήμα της δικής του ιστορίας. Η αφοσίωση, αντίθετα, είναι ένα «απόλυτο δώρο» της ερωτευμένης στον εραστή, με μια «αυταπάρνηση» όπου η ίδια η συνείδηση ​​της  είναι εξουδετερωμένη για χάρη του άλλου. Η αφοσιωμένη εράστρια δεν θέλει καμιά πλοκή, εκτός από αυτήν που ο αγαπημένος της γράφει. Είτε δεν θέλει είτε δεν μπορεί να κρατήσει τη δική της πένα. Ξεχνώντας τον εαυτό της, η αγάπη της αδυνατεί επίσης να φιλοξενήσει δύο – Κατά τα λόγια της νεαρής Beauvoir, είναι μια μορφή «ηθικής αυτοκτονίας». [...] Η σαγήνη στην αφοσίωση έγκειται στο ότι υπόσχεται απαλλαγη από υποχρεώσεις: Το αφοσιωμένο άτομο πιστεύει ότι η ζωή του αποκτά νόημα  επειδή ικανοποιεί τις ανάγκες κάποιου άλλου κι εκτιμάται γι αυτό. [...] προβληματικά, το αφοσιωμένο άτομο παίρνει τον σκοπό του άλλου ως μέσο για την επίτευξη του δικού του σκοπού - και το θέλει «χωρίς αυτόν και εναντίον του». Η αφοσίωση μπορεί να είναι τυραννική – ενώ ισχυρίζεται ότι θέλει το καλό του άλλου, στην πραγματικότητα επιβάλλει μιαν αξία στον άλλον που μπορεί να μην είναι της επιλογής του. [...]


 Αυτό που είναι πραγματικά αναγκαίο, σύμφωνα με την άποψη της Beauvoir, είναι  να γίνει ο άλλος σεβαστός ως «ελευθερία»: ως άτομο σε ένα συνεχές γίγνεσθαι, με σχέδια για τη ζωή του που πρέπει να είναι της επιλογής του. Είτε είναι φιλική, οικογενειακή η αγάπη αυτή, είτε ερωτική, για να είναι ηθική πρέπει να υπάρχουν δύο ελευθερίες και ο καθένας απ’ τους δύο συμβαλλόμενους να σέβεται την αξία της ελευθερίας του άλλου, έτσι ώστε κανένας από αυτούς να μην υποφέρει από τον ακρωτηριασμό σε υποταγή. Είναι ασυνεπές, ισχυρίστηκε, να εκτιμά κάποιος την ατομική του ελευθερία χωρίς να εκτιμά τις ελευθερίες των άλλων. Όπως το έθεσε στο έργο της  "The Ethics of Ambiguity" (1947): «το να θέλεις να είσαι  ελεύθερος είναι επίσης να θέλεις  ελεύθερους τους άλλους». Η ηθική αγάπη συνίσταται σε αυτό που η Beauvoir ονομάζει «ισορροπία» και «αμοιβαιότητα». Σε ισορροπία υπάρχει αυτο-προσφορά χωρίς αυτο-απώλεια: ο εραστής και η αγαπημένη «απλά βαδίζουν δίπλα-δίπλα, βοηθώντας ο ένας τον άλλον». Επειδή οι άνθρωποι δεν αισθάνονται μεταξύ τους πάντα ίσοι ή εξίσου άξιοι αγάπης, η Beauvoir συζητά τη δυναμική που απειλεί αυτή την ισορροπία - δυναμική στην οποία το ένα άτομο βλέπει τον εαυτό του ως κατώτερο ή ανώτερο. Ο "πιο παραγωγικός" τύπος αγάπης, δήλωσε ο Beauvoir, ήταν «όχι υποταγή», αλλά μάλλον μια σχέση στην οποία κάθε άτομο στηρίζει το άλλο στην αναζήτηση μιας ανεξάρτητης, ατομικής ζωής. [...] 


Ο Beauvoir περιγράφει ως «κακή πίστη» ένα είδος κάλυψης πίσω από κάποιο άλλοθι - ένα ψεύτικο άλλοθι. Για παράδειγμα, αυτοί που ισχυρίζονται ότι η συμφεροντολογία είναι «ανθρώπινη», ή ότι «η ανθρώπινη φύση δεν θα αλλάξει», κατά την άποψή της, θα μπορούσαν «να αποκηρύξουν κάθε προσδοκία γενναιοδωρίας ή μεγαλοσύνης από τον άνθρωπο». Θα μπορούσαν να περιγελάσουν το είδος της αμοιβαίας αγάπης χαρακτηρίζοντας την ως «παραίσθηση της νεότητας» ή «ενοχλητική ψευδαίσθηση», αντί να το βλέπουν ως κάτι που είναι μεν δύσκολο αλλά κι εφικτό.  [...] 


Η κληρονομιά της υποταγής των γυναικών επέζησε σε συμβάσεις του «πολιτισμού» με τρόπους που καθιστούσαν δελεαστική τη συμμετοχή στη διαιώνιση της. Οι πολιτισμικοί μύθοι της ρομαντικής και σεξουαλικής «αγάπης» δόξαζαν την υποταγή των γυναικών και γιόρταζαν παραμορφωμένες επιθυμίες με τρόπους που καθιστούσαν επισφαλές το να τις ξεπεράσουν. Λόγου χάρη, η άνιση πρόσβαση στην κάλπη.  [...] Όσο επιτυχημένη και μορφωμένη και αν καταφέρει να γίνει μια κοπέλα, τελικά θα κριθεί, θα εκτιμηθεί ή θα επιθυμηθεί σε σχέση με το πώς είναι εμφανισιακά". [...]. Ήξεραν ότι δεν ήταν αντικείμενα προς  κατανάλωση - αλλά δεν ενθαρρύνθηκαν να αντιδράσουν ως συνειδητά όντα που θα μπορούσαν να αντικρύσουν τους κυνηγούς τους και να αμφισβητήσουν την ηθική του βλέμματος τους. [...] 


Για τους άνδρες, το χειρότερο άλλοθι ήταν ακριβώς ο ισχυρισμός ότι είναι στη φύση τους να εξουσιάζουν γυναίκες – και στη φύση των γυναικών να υποτάσσονται. Έγραψε ότι: Για τον μέσο δυτικό αρσενικό το ιδανικό είναι μια γυναίκα που υποτάσσεται ελεύθερα στην κυριαρχία του, που δεν δέχεται μεν τις ιδέες του χωρίς κάποια συζήτηση, αλλά που υποχωρεί στη συλλογιστική του, που έξυπνα αντιστέκεται, αλλά στο τέλος υποκύπτει.  [...] Αυτό που ανακάλυψε ήταν μια «πολλαπλότητα ασυμβίβαστων μύθων». Αλλά οι μύθοι εξυπηρετούν πάντα έναν σκοπό και, σύμφωνα με την άποψη της Beauvoir, «κάτω από την πληθώρα των μύθων, ο σκοπός ήταν να δείξουμε στις γυναίκες ότι η αληθινή κλήση τους ήταν η αγάπη ξεχνώντας τον εαυτό τους». [...]


Οι γυναίκες ενθαρρύνθηκαν δυσανάλογα να δουν την αγάπη, όχι την ελευθερία, ως το πεπρωμένο τους - ως καθοριστική αξία της ζωής τους. Είτε στο γάμο, στη μητρότητα, είτε στη θρησκευτική ζωή, η αγάπη παρουσιάστηκε στις γυναίκες ως «προσφορά», ως το «υπέρτατο επίτευγμα» τους, ως «ολική παραίτηση προς όφελος του κύρη τους». Δεδομένου ότι για πολύ οι γυναίκες διδάχθηκαν ότι η αξία τους εξαρτάται από την αγάπη των ανδρών γι αυτές, τα κορίτσια ακόμα ενθαρρύνονται να συλλάβουν τον εαυτό τους «όπως φαίνεται μέσα από τα μάτια του άντρα», να εκπληρώσουν τις φαντασιώσεις των ανδρών και να τους βοηθούν να ακολουθήσουν τα σχέδιά τους αντί να δουν τα δικά τους όνειρα ή να προωθήσουν τα δικά τους πλάνα.


Εδώ, η Beauvoir προσφέρει ένα πορτρέτο της «ερωτευμένης γυναίκας» ως δείγμα της «αφοσίωσης». Η ερωτευμένη γυναίκα προσπαθεί να δει τον εαυτό της  μέσα από τα μάτια τους αγαπημένου της, να διαμορφώσει τον κόσμο της γύρω από τις επιθυμίες του - πχ να διαβάσει αυτό που διαβάζει, να ακούσει αυτό που ακούει και να ενδιαφερθεί για τις ιδέες του, στην τέχνη, την πολιτική, να αποδέχεται τους φίλους του. Στη σεξουαλική ζωή, αντιμετωπίζεται ως μέσο για την ευχαρίστησή του, όχι ως σεξουαλικό υποκείμενο με δικές της επιθυμίες. Η ερωτευμένη γυναίκα ευχαριστιέται  να λέει «εμείς» επειδή της αρέσει η ασφάλεια της ταύτισής της με τον αγαπημένο της. Αυτό που θέλει είναι να τον υπηρετεί, να νιώθει χρήσιμη. Δεν ζητά ποτέ αμοιβαιότητα εξαιτίας των κινδύνων που μπορεί να συνεπάγονται αν γίνει «απαιτητική». Αλλά, όπως λέει η Beauvoir, «αυτή η περίφημη ευτυχία είναι σπάνια σταθερή». Τελικά, θα συνειδητοποιήσει ότι συγχέει την επιθυμία για αγάπη με την ίδια την αγάπη. [...]


Η φιλοσοφικό της θέση ήταν ότι είναι δύσκολο να μάθουμε να αγαπάμε ηθικά όταν υπάρχουν τόσο λίγα παραδείγματα αμοιβαιότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών. Η ιστορία και η λογοτεχνία μαρτυρούν μυριάδες τρόπους με τους οποίους οι άνδρες αναμένουν τις γυναίκες να δώσουν τους εαυτούς τους με τρόπους που δεν θα περίμεναν ποτέ να τους δοθούν αντίστοιχα. Και στη ζωή της συνηθισμένης γυναίκας, πίστευε η Beauvoir, η προσδοκία να δώσει χωρίς αμοιβαιότητα πολλάκις την οδηγεί να γίνει «διχασμένο άτομο», σχισμένο ανάμεσα στην επιθυμία να επιβεβαιωθεί η ίδια  και στην επιθυμία να εξαφανιστεί - με την ελπίδα πως θα  είναι πιο αξιαγάπητη. Σε ένα δοκίμιο του 1950, ρώτησε: «Δεν είναι άραγε δυνατόν να συλλάβουμε ένα νέο είδος αγάπης στο οποίο και οι δύο εταίροι να είναι ίσοι – κι ο ένας να μην επιζητεί την υποταγή του άλλου;» [...]


Στην ηθική αγάπη, η Beauvoir υποστήριξε ότι οι γυναίκες θα εξακολουθούσαν να βοηθούν τους εραστές τους να επιτύχουν στα σχέδιά τους - αλλά το ίδιο ιδανικό θα συμμερίζονταν κι οι άντρες: Ο άντρας, αντί να αναζητά ένα είδος ναρκισσιστικής εξύμνησης από την σύντροφό του, θα ανακαλύψει στην αγάπη έναν τρόπο να βγει έξω από τον εαυτό του, να αντιμετωπίσει άλλα προβλήματα εκτός από τα δικά του. Με όλη την φλυαρία σε συγγραφές για το μεγαλείο αυτής της γενναιοδωρίας, γιατί να μην δίνεται στον άντρα η πιθανότητα να συμμετάσχει σε τέτοια αφοσίωση, στην αυταπάρνηση που θεωρείται τόσο αξιοζήλευτο  γνώρισμα των γυναικών; Αν και οι δύο εταίροι αντιλαμβάνονταν την αγάπη ως κοινό σχέδιο, αν και οι δύο σκέπτονταν «ταυτόχρονα τον άλλον και τον εαυτό», υποστήριξε η Beauvoir, θα μπορούσαν να επιτύχουν την «εξεύρεση του κατάλληλου μέσου» μεταξύ ναρκισσισμού και αφοσίωσης. Δεν θα συνιστά λυτρωμό. Αλλά ούτε και επανάπαυση σε έναν ακρωτηριασμό υποταγής αντί για μια σχέση ανθρώπου με άνθρωπο που  κάνει δυνατή την αυθεντική αγάπη.



Το κείμενο ειναι μεταφραση μερους του αρθρου της Kate Kirkpatrick "Love is a Joint Project"  – ολοκληρο στα αγγλικα εδώ 



η εικονα: Προγευμα στη Χλοη Édouard Manet

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

The ideology of the masses






The ideology of the masses, if such a thing can ever be conceived as a abstract uniformed entity, is not the ideology of the ruling class, though the two may share a good deal of assumptions. The ideology of the dominated is an ideology based on a false perception of reality; it is handicap that the ruling class, the bourgeoisie, does not share with the dominated, it is a systematic lie the former tells the latter. Therefore the system of Bourgeois beliefs, forming an understanding of  the way that the system functions, must not be confused with its declared "convictions", its intellectualising of its political agendas, its pseudo-ethics, its increasingly pedantic, or highly  obscure "philosophies", its hypocritical religiosity, its aesthetics etc. All these are for consumption by the dominated and, in the long run, for profitable sale.

The bourgeoisie must have a perception as complete and true as possible, if it is to maintain its rule. It must be capable of the type of reality testing that enables it to function in a potentially hostile environment, paradoxically hostile as this class is, by and large, responsible for its making. If this capacity is impaired, and it is impaired when it believes its own lie that it feeds its subjugated masses, then it ceases to be capable of ruling.

The periods of ideological crises are those during which the ruling class has believed, to some extend, its own lies. And this happens because its own ideological character is ineffable, unexpressed, hidden, so much that it resorts inadvertently to consuming what remains available for ideological consumption,  its own lie, only to regurgitate it as though it is a universal system of beliefs. Everybody must be seen to be a "believer", or else he or she is characterised as an ideologically " abnormal", an oddity, a romantic fool or a dangerous phanatic...

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2015

Ο Επίκουρος και το κουτί με τα κίβδηλα κοσμήματα





ΜΗΤΕ ΤΟ ΑΔΥΝΑΤΟΝ [ΚΑΙ] ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΣΘΑΙ ΜΗΤΕ ΟΜΟΙΑΝ ΚΑΤΑ ΠΑΝΤΑ ΤΗΝ ΘΕΩΡΙΑΝ ΕΧΕΙΝ Η ΤΟΙΣ ΠΕΡΙ ΒΙΩΝ ΛΟΓΟΙΣ Η ΤΟΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΩΝ ΑΛΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΩΝ ΚΑΘΑΡΣΙΝ, ΟΙΟΝ ΟΤΙ ΤΟ ΠΑΝ ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΑΝΑΦΗΣ ΦΥΣΙΣ ΕΣΤΙΝ, Η ΟΤΙ ΑΤΟΜΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΤΑ ΤΟΙΑΥΤΑ. [Η] ΟΣΑ ΜΟΝΑΧΗΝ ΕΧΕΙ ΤΟΙΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΝ, ΟΠΕΡ ΕΠΙ ΜΕΤΕΩΡΩΝ ΟΥΧ ΥΠΑΡΧΕΙ, ΑΛΛΑ ΤΑΥΤΑ ΓΕ ΠΛΕΟΝΑΧΗΝ ΕΧΕΙ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΕΝΕΣΕΩΣ ΑΙΤΙΑΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΤΑΙΣ ΑΙΣΘΗΣΕΣΙ ΣΥΜΦΩΝΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΝ. [1]

Στο παραπάνω εδάφιο απ' την Επιστολή προς Πυθοκλή,  ο Επίκουρος εκδηλώνει μια σημαντική πτυχή του δικού του τρόπου σκέψης σε σχέση με την αιτιολόγηση φαινομένων της φύσης και της ανθρώπινης ζωής. "Δεν επιδιώκουμε να παραβούμε με τη βία το αδύνατον για την γνώση, μήτε να έχουμε για τα πάντα την ίδια θεώρηση",

Τρίτη 14 Απριλίου 2015

Διάλογος Επίκουρου με Θεόδουλο.



Ο Επίκουρος με τον Θεόδουλο, κάθονται συντροφιά στον κήπο της σχολής που έχει γίνει το σπίτι του πρώτου, το οποίο ο δεύτερος επισκέπτεται όχι για πρώτη, αλλά ίσως για τελευταία φορά. Είναι νωρίς το βράδυ κι ο αττικός ουρανός πάνω τους είναι πεντακάθαρος. Ο Θεόδουλος σηκώνει το πηγούνι του κοιτώντας τον ουρανό και αρχίζει τον διάλογο που ακολουθεί: 

Παρασκευή 10 Απριλίου 2015

Προς την εργατιά την άλλη



Αστυνόμοι κι "εργατιά"
Κέρβεροι του κεφαλαίου
Βυθισμένοι στα βαθιά
Ενός φθόνου αβυσσαλέου

Προς την εργατιά την άλλη
Που δεν γλύφει κόκκαλο
Και δεν σκύβει το κεφάλι
Σαν σκυλί ανώμαλο

Δώσε γη, νερό, ουρανό
Όλα  στον κεφαλαιοκράτη
Δεν σε κάνουν ορφανό
Δεν σ' αφήνουν μ' ένα μάτι

Μόνο αυτός ξέρει τον πλούτο
Και πως κουλαντρίζεται
Κι αυτός έχει και το κνούτο
Δόντια μην του τρίζετε

Μόνο εκείνοι που μοχθούν,
Λένε, πλούτη αποκτάνε
Κι αντί να σε ακολουθούν
Σε απεργία, θα την σπάνε.

Λένε, κι άλλα μη ζητάς
Μη χαθεί κι αυτό που παίρνεις
Τη δουλειά σου να κοιτάς
Και τ' αφεντικό μη γδέρνεις

Γιατί άμα αυτό φτωχέψει
Θα πεινάσεις πρώτα εσύ
Κι αν η πείνα σου θεριέψει
Θα χουμε επανάσταση

Και φαντάσου συμφορά
Να χεις κράτος για εργολάβο
Κάλιο ελεύθερη αγορά
Κι ας πουλιέσαι σαν το σκλάβο


Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

πάντα ένα ζήτημα του κομμουνισμού



 «Από τον Σπάρτακο ως τον Μάο (όχι το Μάο του κράτους, ο οποίος υπάρχει επίσης, αλλά τον επαναστατικά ακραίο, περίπλοκο Μάο), από τις ελληνικές δημοκρατικές εξεγέρσεις έως την παγκόσμια δεκαετία 1966-1976, ήταν και είναι, υπό αυτή την έννοια, ένα ζήτημα του κομμουνισμού. Θα είναι πάντα ένα ζήτημα του κομμουνισμού, ακόμη και αν η λέξη, λερωμένη, αντικατασταθεί από κάποιο άλλο χαρακτηρισμό της έννοιας που καλύπτει, η φιλοσοφική και έτσι αιώνια έννοια της επαναστατικής υποκειμενικότητας». [Alain  Badiou]

Ο Μπαντιού ξέρει ήδη κι αυτό που ένας άλλος, του οποίου τα ονόματα είναι πολλά, θα πρόσθετε εδώ: ότι μόλις τώρα (και με το «τώρα» εννοείται η περίοδος από τη βιομηχανική επανάσταση έως αυτή την τρέχουσα στιγμή, όπου ο χρόνος έχει απογυμνώσει τη σύνδεση της ταξης των μοχθούντων πληβείων με τη θέση που κατέχει στις σχέσεις παραγωγής και της χειραφέτησής της  με την αλλαγή των σχέσεων αυτών) κατέστη δυνατόν να υπάρξει μια κοινωνία χωρίς τάξεις, που να βασίζεται σε θεμέλια κατω από το οποία βρίσκονται τα απομεινάρια της κατάχρησης ανθρώπου απο άνθρωπο, θαμμένα.

❇❇❇

'From Spartacus to Mao (not the Mao of the State, who also exists, but the rebellious extreme, complicated Mao), from the Greek democratic insurrections to the worldwide decade 1966-1976, it is and has been, in this sense, a question of communism. It will always be a question of communism, even if the word, soiled, is replaced by some other designation of the concept that it covers, the philosophical and thus eternal concept of rebellious subjectivity'.
----------
Alain  Badiou,  D'un  desastre  obscur:  Sur  la  fin  de  la  verite d'Etat  (La  Tour  d'Aigues:  De  l'Aube,  1998),  p14. 
Quoted in Bruno Bosteels, The actuality of Communism,    p276

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

history and philosophy

When history, understood as story telling,  attempts to strangle its internal emancipatory potential, communism turns to philosophy, which cannot escape the embrace, a suffocating one for most philosophers in the age of impasse and impotent rebelliousness, of the eternal theme that gives it essence, origin and endurance: the suffering of the individual in her relationship to the other, the drama of the powerless pitted against the powerful, the distorted mirroring of the  abuser in the horrifying face of the abused  and, beside this, the agonising struggle in the thought of their embodiments that, since the time before history was born, turns to a call for an apocalyptic liberation or an apologia of oppressive hell. And no matter how history can try to cover in the mud of indictment or with glorifying gold leaf the meaning of conflict, or present as final  the current, seeming or temporary, cul de sac to which the oppressed have been led, philosophy (much more than history ever could) reminds us, all of us, that the  condition presented as drama, a drama in which philosophy has not just played a part, but one in which it is entirely immersed, is but a growth. And like all growths, it comes to an end now visible, succumbing to the immanence of its self-destruction and to its increasing incapacity to adapt to its supporting environment that it has so irrationally abused. And perhaps it is philosophy that first signals the praxis preventing history to write "in the end..." for once more, it may continue, without history, after an end of history still invisible beyond the line of a communist horizon.

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ – Ἐπιστολὴ πρὸς Μενοικέα





§§ 121-128
Ο Επίκουρος στέλνει στον Μενοικέα τον χαιρετισμό του!

[122] Δεν πρέπει κανείς ούτε όταν είναι νέος να διστάζει να φιλοσοφεί, ούτε πάλι σαν είναι γέροντας να βαριεστίζει και να μη φιλοσοφεί. Κανένας δεν είναι άγουρος ακόμη, και για κανέναν δεν είναι πια πολύ αργά να φροντίσει για την υγεία της ψυχής του. Κι όποιος λέει ότι δεν ήρθε ακόμη ο καιρός να φιλοσοφήσει ή ότι ο καιρός αυτός έχει περάσει πια, μοιάζει σ εκείνον ο οποίος λέει ότι δεν έχει έρθει ακόμη ο καιρός για την ευτυχία ή ότι δεν είναι πια καιρός γι αυτήν. Πρέπει, επομένως, και ο γέροντας να φιλοσοφεί και ο νέος: ο ένας για να μείνει, κι όταν γερνά, νέος χάρη στα όμορφα πράγματα, καθώς με χαρά θα ανατρέχει στα περασμένα, ο άλλος για να ναι και ως νέος συνάμα γέροντας, καθώς δεν θα τον κυριεύσει φόβος για τα μελλούμενα.1 Είναι λοιπόν ανάγκη να στοχαζόμαστε τα πράγματα που φέρνουν την ευτυχία, αφού όταν υπάρχει ευτυχία έχουμε τα πάντα, ενώ όταν αυτή λείπει κάνουμε τα πάντα για να την έχουμε.
[123] Τα πράγματα, που συνεχώς σου συνιστούσα, να τα πράττεις και να τα στοχάζεσαι ξεχωρίζοντάς τα ως θεμελιώδεις αρχές της ευτυχισμένης ζωής. Πρώτ απ όλα, πιστεύοντας ότι ο θεός είναι ον ζωντανό, αθάνατο και ευτυχισμένο, σύμφωνα με την παράσταση του θεού που έχει αποτυπωθεί στον νου των ανθρώπων, να μην αποδίδεις σ αυτόν τίποτε ξένο προς την αφθαρσία του, τίποτε αταίριαστο στη μακαριότητά του· απεναντίας, να πιστεύεις γι αυτόν οτιδήποτε είναι ικανό να διαφυλάξει τη μακαριότητά του, τη διαπλεγμένη με αθανασία. Οι θεοί υπάρχουν· πρόδηλη είναι η γνώση γι αυτούς. Ωστόσο δεν είναι, οι θεοί, όπως τους πιστεύει ο πολύς κόσμος· γιατί δεν υπάρχει λογική συνοχή σε όσα πρεσβεύει ο πολύς κόσμος γι αυτούς. Και ασεβής δεν είναι όποιος αρνείται τους θεούς των πολλών ανθρώπων αλλά όποιος [124] αποδίδει στους θεούς όσα οι πολλοί πιστεύουν γι αυτούς. Γιατί δεν είναι στέρεες παραστάσεις όσα οι πολλοί λένε για τους θεούς αλλά εικασίες δίχως αλήθεια -ότι δηλαδή οι μεγαλύτερες συμφορές και τα μεγαλύτερα ωφελήματα προέρχονται από τους θεούς. Γιατί οι άνθρωποι, εξοικειωμένοι πέρα για πέρα με τις δικές τους αρετές, αποδέχονται μόνο τους όμοιούς τους, θεωρώντας ξένο ό,τι δεν είναι τέτοιας υφής.
Να συνηθίζεις στην ιδέα ότι ο θάνατος είναι για μας ένα τίποτα· γιατί κάθε καλό και κάθε κακό έγκειται στον τρόπο με τον οποίο γίνεται αισθητό -και ο θάνατος είναι στέρηση της αίσθησης. Η επίγνωση, έτσι, ότι ο θάνατος είναι για μας ένα τίποτα μας κάνει ευχάριστη τη θνητή ζωή μας, όχι γιατί προσθέτει άπειρο χρόνο σ αυτήν αλλά [125] γιατί αφαιρεί τον πόθο της αθανασίας. Γιατί τίποτε μέσα στη ζωή δεν είναι φοβερό για όποιον έχει στ αλήθεια κατανοήσει ότι τίποτε φοβερό δεν υπάρχει στο να μη ζει κανείς. Είναι ως εκ τούτου ανόητος όποιος λέει ότι φοβάται τον θάνατο όχι επειδή θα υποφέρει σαν έρθει ο θάνατος, αλλά επειδή του είναι δυσάρεστη η ιδέα ότι πρόκειται νά ρθει ο θάνατος. Γιατί αδίκως θλιβόμαστε περιμένοντας ένα πράγμα που σαν το χουμε δίπλα μας δεν ενοχλεί. Το πιο φρικτό λοιπόν απ όλα τα άσχημα πράγματα, ο θάνατος, είναι για μας ένα τίποτε, ακριβώς γιατί όταν εμείς υπάρχουμε ο θάνατος δεν είναι κοντά μας, κι όταν πάλι έρθει ο θάνατος δίπλα μας, τότε πια δεν υπάρχουμε εμείς. Ούτε τους ζωντανούς λοιπόν αφορά ο θάνατος ούτε τους πεθαμένους, αφού για εκείνους δεν υπάρχει, ενώ αυτοί οι τελευταίοι δεν έχουν πια υπόσταση. Βέβαια, οι πολλοί από τη μια πασχίζουν να αποφύγουν τον θάνατο ως την πιο μεγάλη, κατ αυτούς, συμφορά, κι από την άλλη τον αναζητούν ως ανάπαυση από τα δεινοπαθήματα [126] της ζωής. Ωστόσο ο σοφός ούτε τη ζωή απαρνιέται ούτε την ανυπαρξία φοβάται. Γιατί ούτε αποτελεί γι αυτόν ενόχληση το ότι ζει ούτε πάλι νομίζει ότι είναι κακό να μη ζει κανείς. Κι όπως στο φαγητό δεν προτιμά με κανέναν τρόπο τη μεγαλύτερη ποσότητα αλλά το πιο εύγευστο, όμοια κι εδώ δεν απολαμβάνει τον διαρκέστερο χρόνο αλλά τον όσο το δυνατόν πιο ευχάριστο. Κι αυτός2 πάλι που προτρέπει τον νέο να ζει όμορφα και τον γέροντα να δώσει όμορφο τέλος στη ζωή του είναι ανόητος, όχι μόνο επειδή η ζωή είναι κάτι επιθυμητό αλλά και επειδή το να ζει κανείς όμορφα και να πεθαίνει όμορφα είναι ένα και το αυτό εγχείρημα. Πολύ χειρότερος όμως είναι αυτός που λέει πως καλό είναι να μη γεννηθεί κανείς.
κι άμα γεννηθεί, γοργά
τις πύλες του Άδη να διαβεί.3
[127] Αν το λέει από πεποίθηση, γιατί δεν φεύγει από τη ζωή; Στο χέρι του είναι να το κάνει, αν αυτό αποτελεί εδραία πεποίθησή του. Αν πάλι το λέει έτσι στ αστεία, δείχνει ελαφρόμυαλος σε πράγματα που δεν το σηκώνουν.
Κι ακόμη πρέπει να θυμόμαστε ότι το μέλλον δεν είναι εντελώς δικό μας αλλά ούτε κι εντελώς όχι δικό μας, ώστε μήτε να το προσμένουμε ως εντελώς βέβαιο μήτε πάλι να απελπιζόμαστε πως δεν πρόκειται νά ρθει ποτέ!
Ας αναλογιστούμε ότι από τις επιθυμίες άλλες είναι φυσικές κι άλλες χωρίς ουσία, και ότι από τις φυσικές επιθυμίες άλλες είναι αναγκαίες κι άλλες απλώς φυσικές· από τις αναγκαίες, τέλος, επιθυμίες άλλες είναι αναγκαίες για την ευδαιμονία, άλλες για την αποφυγή [128] σωματικών ενοχλήσεων, και άλλες για την ίδια τη ζωή. Η σωστή θεώρηση αυτών των πραγμάτων ξέρει να ανάγει καθετί που επιλέγουμε και καθετί που αποφεύγουμε στην υγεία του σώματος και την ηρεμία της ψυχής, αφούσε τούτο συνίσταται ο σκοπός της ευτυχισμένης ζωής. Για χάρη αυτού του στόχου κάνουμε ό,τι κάνουμε: για να μην αισθανόμαστε πόνο και να μη μας κυριεύει ο φόβος. Κι όταν κάποια στιγμή το κατορθώσουμε αυτό, αμέσως καταλαγιάζει όλη η θύελλα της ψυχής, αφού το ζωντανό πλάσμα δεν έχει πια ανάγκη να κατευθύνει τα βήματά του σε κάτι που του λείπει και να αναζητήσει κάτι με το οποίο θα ολοκληρώσει το καλό της ψυχής και του σώματος. Την ηδονή, βλέπεις, την χρειαζόμαστε όταν η στέρησή της μας προξενεί πόνο· όταν δεν αισθανόμαστε πόνο, δεν χρειαζόμαστε πια την ηδονή.

 (μετάφραση Νίκος Σκουτερόπουλος, πηγή: Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία)
image borrowed from here

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014

οι φιλόσοφοι...









Αν οι φιλόσοφοι απλά παραλλάζουν την ερμηνεία του κόσμου, το προβλημα είναι οτι ερμηνεύοντας τις παραλλαγές της ερμηνείας, δεν ερμηνεύουμε κατ’ ανάγκη τον κόσμο.



****
image [variation of the theme by Gerald Grow]

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

Things-in-themselves?

Things-in-themselves? But they're fine, thank you very much. And how are you? You complain about things that have not been honored by your vision? You feel that these things are lacking the illumination of your consciousness? But if you missed the galloping freedom of the zebras in the savannah this morning, then so much the worse for you; the zebras will not be sorry that you were not there, and in any case you would have tamed, killed, photographed, or studied them. Things in themselves lack nothing, just as Africa did not lack whites before their arrival.
Bruno Latour


Yes. But how do I know that they lack nothing, unless they tell me so. They may need my need of them, they may benefit from the act of perceiving my perception... They may desire my desire.




Latour quoted here

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2014

Εξαιρετικά σύντομη θεμελίωση της θέσης ότι ο Μαρξισμός δεν έχει εγγενή προοπτικά όρια

Απο το lenin reloaded

Αυτό μόνο μπορούμε να γνωρίζουμε: το αδιανόητο θα είναι ακόμα "μαρξιστικό", στον βαθμό ακριβώς που είναι αδιανόητο να υπάρξει χωρίς την κοινωνική εκπλήρωση της επαναστατικής θεωρίας. 
Μέσα στην ταξική κοινωνία, ο Μαρξισμός είναι μια επαναστατική διαλεκτική σκέψης και συλλογικής πράξης με σαφέστατες αρχές και όρια. Η αποσαφήνισή τους και η προάσπισή τους αποτελεί την βασική διάσταση της διαπάλης με τον οπορτουνισμό, διαχρονικά και σε όλες του τις μορφές.
Ο επαναστατικός όμως απώτατος στόχος του Μαρξισμού είναι, ως γνωστόν, η κατάργηση των τάξεων μέσω της κατάργησης της εκμετάλλευσης. Το τέλος του, με την έννοια του σκοπού του, είναι η αταξική κοινωνία.
Αλλά η αταξική κοινωνία είναι επίσης το τέλος του Μαρξισμού και με την δεύτερη έννοια, καθώς το νόημα και η σημασία όλων των τμημάτων του που αφορούν την ταξική εκμετάλλευση και την ταξική πάλη θα έπαυε να έχει προτεραιότητα για μια κοινωνία χωρίς τάξεις (αν και κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει σε ποιον βαθμό θα αναδυόταν τότε στην επιφάνεια άλλες και ακόμα εντελώς ανεξερεύνητες διαστάσεις της σκέψης του Μαρξ).
Θα ήταν ασφαλώς εντελώς παράλογο να πει κανείς ότι το προαναφερθέν τέλος του Μαρξισμού θα είχε τη μορφή της επιστροφής στην αστική φιλοσοφία και ιδεολογία. Καμία αταξική κοινωνία δεν θα μπορούσε να υπάρξει ούτε λεπτό αν δεν τις είχε ήδη ξεπεράσει, μαζί φυσικά με τα θεμέλιά τους στις αστικές κοινωνικές σχέσεις. Αντιθέτως, ο "μετα-μαρξισμός" --μόνο σε μια αταξική κοινωνία, μια κοινωνία που έχει πλήρως δικαιώσει τον Μαρξ, έχει νόημα αυτός ο γελοίος όρος των αναθεωρητών-- θα εκκινούσε σε ολότελα άγνωστες για μας κατευθύνσεις ακριβώς από τον βατήρα της εκπλήρωσης του Μαρξισμού. Αλλά βεβαίως, η εκπλήρωση του Μαρξισμού στην αταξική κοινωνία δεν είναι τίποτε άλλο από μια εκπλήρωση της θεμελιώδους προϋπόθεσης για την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους (και όχι πια της "επικράτησης του προλεταριάτου"). Μπορούμε να φανταστούμε τις μορφές σκέψης και τις επιστημονικές προτεραιότητες μιας τέτοιας κοινωνίας όπως μπορεί να φανταστεί τη σκέψη του Χέγκελ ή του Αϊνστάιν μια αγελάδα -- αν και προσωπικά θεωρώ ότι ίχνη του "απόκοσμου", "αλλοτριωτικού" χαρακτήρα μιας τέτοιας σκέψης παρίστανται ήδη εν σπέρματι στον πολιτισμό του υπαρκτού σοσιαλισμού.* Αυτό μόνο μπορούμε να γνωρίζουμε: το αδιανόητο θα είναι ακόμα "μαρξιστικό", στον βαθμό ακριβώς που είναι αδιανόητο να υπάρξει χωρίς την κοινωνική εκπλήρωση της επαναστατικής θεωρίας.
* Για παράδειγμα: "Ο Πλατόνοφ γράφει λες και κανείς πριν απ'αυτόν δεν είχε γράψει τίποτε, λες και ήταν ο πρώτος άνθρωπος που έβαλε μολύβι σε χαρτί. [...] Υπάρχουν φορές που μοιάζει το έργο του να έχει γραφεί από ένα πλάσμα από άλλο πλανήτη που αναγκάστηκε να ζει μαζί μας." Tatiana Tolstaya, Εισαγωγή στο Andrei Platonov, The Fierce and Beautiful World, Νέα Υόρκη: NYRB, 2000, σελ. x-xi.

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014

«Γίγνεσθαι Μάρξ...»






«Γίγνεσθαι-Μάρξ, ποτέ δεν είναι νωρίς να γεννιέται ένας Μάρξ, γιατί ποτέ δεν είναι αργά για να αναστηθεί».
Η παραπάνω φράση [*] , που μου αρέσει όπως ένα ποτό που φοβάμαι να πιω, μπορεί και να υπονοεί ότι ο Μαρξ έχει «πεθάνει». Και είναι αλήθεια – κατά κάποιο τρόπο έχει πεθάνει. Όμως,  

Θα είναι πάντα νωρίς να ξαναγεννηθεί ένας Μαρξ, όσο υπάρχει και δεν φαίνεται να υποχωρεί αυτό που ακόμα βιώνεται, αυτό με το οποίο η σκέψη του είναι άρρηκτα δεμένη. Σ’ αυτό διαφέρει από τον Ευκλείδη, τον Νεύτωνα ή τον Ρουσσώ που μπορεί και να «πάλιωσαν». Το προσδόκιμο ζωής του Μαρξ, παραδόξως επεκτείνεται και αυξάνεται, όσο δεν μειώνεται η απόσταση προς το τέλος του καπιταλισμού.  Η εποχή του Μαρξ είναι ακόμα η εποχή σου και η δική μου γιατί το αντικείμενο της κριτικής του είναι ακόμα «ζωντανό και κλωτσάει». Ένας νεογέννητος, ή Λαζαρο-αναστημένος «Μαρξ» δεν μπορεί να είναι Μαρξ, αν δεν αναγνωρίσει τον χρόνο και χώρο μας σαν δικό του. Μα τότε δεν θα μοιάζει καν στον Μαρξ - εννοώ, αν δεν αποκαλύψει την αλήθεια των ημερών μας που συστηματικά απωθείται, μιαν αλήθεια όμως την οποία αγνοούμε όλοι και της οποίας δεν υπάρχουν μοντέρνοι ή μεταμοντέρνοι μύστες.

Μπορείς, άραγε, εσύ να το κάνεις, να πεις δηλαδή κάτι που δεν έχει ειπωθεί, να διανοηθείς το αδιανόητο, να βγάλεις στην επιφάνεια της συνείδησης το απωθημένο μυστικό του ασυνείδητου, και να το κάνεις με τρόπο που να με πείθει ότι η σκέψη σου είναι λυτρωτική για μένα και τους γύρω μου; Θα βάλω δίπλα στο ονομα σου την προσθήκη «ιστής», θα είναι ένα πρωτάκουστο «…ιστής» και θα δεχτώ να κάνω κάτι που, στις περισσότερες περιπτώσεις, απεχθάνομαι: θα σε ακολουθήσω.

Αναρωτιέμαι, όμως, αν είμαι γεννημένος σε λάθος εποχή, για να γίνω μάρτυρας της δεύτερης παρουσίας του… και αισθάνομαι ότι αυτό που πιθανότερα θα γίνει είναι να εμφανιστούν πολλοί, μικροί «Λιλιπούτειοι» Μαρξ σε μια χώρα χωρίς θαύματα. Και αλίμονο αν κάποιος από αυτούς αξιώσει ειδική και αποκλειστική σχέση με την αλήθεια. 

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

Είμαι, ή δεν είμαι «Μαρξιστής»





Κάποιοι μου λένε πως ο ίδιος ο Μαρξ δεν ήταν, ή δεν δήλωνε «Μαρξιστής»… 

Ναι, αλλά ο Μαρξ είχε όλο το δικαίωμα και δίκιο να πει: «δεν είμαι Μαρξιστής». Αν έλεγε το αντίθετο, θα  ήταν αυτισμός.

Εγώ, κι εσύ αν θέλεις, έχουμε τόσο δικαίωμα να πούμε «είμαστε «Μαρξιστές» όσο και να δηλώσουμε στοιχεία ταυτότητας, ή κάτι που νομίζουμε πως μας χαρακτηρίζει.

Το προβλημα είναι πως ότι και να δηλώσουμε, τελικά αυτό που είμαστε ορίζεται και από άλλους. Μα αν ο αυτό-ορισμός μας δεν είναι σωστός ή ακριβής, άλλο τόσο κι ο ορισμός μας από άλλους μπορεί να είναι λαθεμένος και ανακριβής.

Αυτή η σύγχυση του λάθους με το σωστό, της ακρίβειας με την ανακρίβεια είναι η δίνη μέσα στην οποία κολυμπάμε θέλοντας και μη. Το αν θα βουλιάξουμε ή όχι δεν εξαρτάται από αυτό-ορισμούς, ορισμούς, ή και αφορισμούς, αλλά πρώτιστα από το αν κουνάμε τα χέρια μας κολυμπώντας. 


Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Όταν η φιλοσοφία καταντά γελοιότητα κι η γελοιότητα φιλοσοφία ζωής



Πως μπορείς να γίνεις διάσημος και πλούσιος… και να το παίζεις και ολίγον τι αντικαπιταλιστής;

Δεν ξέρω αν μπορεί να επαναληφτεί, αλλά εδώ έχω μια συνταγή – και τέλος πάντων αξίζει να την δοκιμάσει κάποιος, αν διακαώς επιθυμεί φήμη και λεφτά



  • βαλε λίγο ακαδημαϊκό – αλλά πλήρως νερωμένο και ανώδυνο – μαρξισμό
  •  βαλε λίγη αμάσητη κι αχώνευτη ψυχανάλυση περασμένη από ένα τρυπητό κατασκευής Λακάν
  • βαλε μια γενναία δόση από φιλοσοφικοφανή μπουρδολογία
  • βαλε καμπόσα χωρατά
  • βαλε μούσι και μια συμπαθητική μπάκα και…Bobs your uncle!

Αν δεν μπορείς να το κάνεις, να τολμήσεις δηλαδή  το «έλα στην παράσταση» που είπε ένας άλλος μαλάκας, τότε τουλάχιστον μπορεί να αγοράσεις αυτού του είδους μοδάτο και πιασάρικο "κομμουνισμό" από αυτόν που το τόλμησε, ή άλλους κολλητούς του . Έχουμε και τσάντες για ψώνια με brand name. Αν απλά θέλεις να τον φοράς κάπου-κάπου και να το παίζεις κι εσύ διανόηση (it’s a free country), έχουμε και t-shirts… όλα τα έχει το μαγαζί.  








_____________________________

These are examples of the ways which people have become extended brands, then spread across other people, or at least their clothing, in yet another oddly packaging-based approach to expressing human connections.

_____________

Υγ

Το προβλημα είναι ότι κάθε φορά που μιλάμε γι αυτόν, τον διαφημίζουμε. Η φήμη αυτο-παράγεται και αυτο-αναπτύσσεται. Είναι αναπόφευκτο όμως. Αίφνης, εχτές μιλούσα μ΄ ένα φίλο ο οποίος αναφερόμενος στην πρόσφατη δήλωση του Ζιζεκ, «όσοι δεν υποστηρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ στην Ευρώπη, θα πρέπει να πάρουν ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για τα γκουλάγκ στη Σιβηρία», παρατήρησε  πως το κλόουν, ενώ είχε πάμπολλες επιλογές για να αναφερθεί σε στρατόπεδα «αναψυχής» της άλλης, της σκοτεινής πλευράς του ψυχρού πόλεμου, δεν είπε (π.χ.) «θα τους στείλουμε στο Άουσβιτς ή, στο πιο μοντέρνο,  Γκουαντάναμο» - αυτό θα ήταν παραδέ κακόγουστο χιούμορ… θα του άξιζε σαπούνι στο στόμα…

Μια κρύα πλευρά του αστείου είναι ότι έδωσε πάσα σε ανθρώπους που φορούν γκρι κουστούμια, δείχνοντας (φευ) παντελή έλλειψη χιούμορ – να αδράξουν την ευκαιρία, για να εκτοξεύσουν ρουκέτες εμετικού, ψυχροπολεμικού αντικομουνισμού, ετσι, «για να γνωρίζουν» οι νεώτεροι...

Αυτά πάνε μαζί, για να γνωρίζουν οι νεώτεροι... Αλληλοσυμπληρώνονται σαν τα συγκοινωνούντα δοχεία που είναι. Αγοραίος «κομμουνισμός» με λίγο χιούμορ και αγοραίος αντικομουνισμός με πολύ βιτριόλι. 
Μ


Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Το Ξυράφι του Όκαμ




Το Ξυράφι του Όκαμ (Occam's Razor, εναλλακτικά αποδίδεται και ως Λεπίδα του Όκαμ), είναι επιστημονική αρχή, την οποία σισήγαγε ο Άγγλος φιλόσοφος Λογικής και φραγκισκανός μοναχός του 14ου αιώνα, Γουλιέλμος του Όκαμ. Η αρχή αυτή αποτελεί την βάση της μεθοδολογικής απαγωγής και αποκαλείται επίσης αρχή της οικονομίας. Στην απλούστερη διατύπωσή του, το Ξυράφι του Όκαμ εκφράζεται ως εξής: «Κανείς δεν θα πρέπει να προβαίνει σε περισσότερες εικασίες από όσες είναι απαραίτητες».
Στα λατινικά διατυπώνεται ως:
Pluralitas non est ponenda sine necessitate
Η φράση αυτή θα μπορούσε να αποδοθεί πολύ ελεύθερα ως εξής: Όταν δύο θεωρίες παρέχουν εξίσου ακριβείς προβλέψεις, πάντα επιλέγουμε την απλούστερη.[…] Entia non sunt multiplicanda praeter necessitatem, ή, αλλιώς, «Οι οντότητες δεν θα πρέπει να πολλαπλασιάζονται πέραν του απολύτως απαραίτητου» (απο wikipedia)
****
Το ξυράφι του Όκαμ πρέπει να επεκταθεί και στον χώρο της ορολογίας. Εάν ένας όρος είναι δόκιμος και πλατιά αποδεκτός, μην εισάγεις ένα νέο όρο.

Η εισαγωγή ενός νέου όρου είναι δικαιωματική μόνο όταν η έννοια την οποία εκφράζει δεν μπορεί να εκφραστεί με ένα άλλον, δόκιμο όρο. Η εισαγωγή ενός νέου όρου γίνεται και δικαιολογείται μόνο για λόγους οικονομίας – ο όρος, που συνήθως είναι μια λέξη, αποδίδει την έννοια αντικαθιστώντας περισσότερες λέξεις και επεξηγήσεις. Όταν ένας νέος όρος δεν ανταποκρίνεται σε αυτήν την αρχή και συχνά, όχι μόνο χρειάζεται περαιτέρω εργασία για  να κατανοηθεί  η νέα έννοια την οποία συμβολίζει, αλλά και περιπλέκει την κατανόηση της έννοιας την οποία υποτίθεται ότι θέλει να εκφράσει (απαιτώντας μελέτη και αναφορές απο ένα παρεμφερές ή μη φάσμα της γραμματείας) δεν προσφέρει στην γνώση αλλά στο χτίσιμο ενός πύργου Βαβέλ

Το ξυράφι του Όκαμ πρέπει να επεκταθεί και στον χώρο της στοιχειοθέτησης μιας επιχειρηματολογίας. Η χρήση περισσότερων στοιχείων απο αυτά που απαιτούνται για την απόδειξη του ισχυρισμού σου καθιστά την επιχειρηματολογία επιδεικτικά φλύαρη. Όταν κάτι είναι αυταπόδεικτο δεν χρειάζεται στοιχεία. 
 Μ


 Frank Zappa - Occam's Razor

Τρίτη 16 Απριλίου 2013

στο νέο τους προορισμό το γένος των ιρίδων.

 

Δυο αποσπάσματα απο το κείμενο 

A.Badiou—«Prose pour des Esseintes»

στο waltendegewalt

[...] Μια απεργία ξεκινά ως αποτέλεσμα μιας τοπικής διαδικασίας που αποτυπώνει έναν συσχετισμό δυνάμεων (αίτημα για αύξηση μισθών, αντίθεση στο κλείσιμο ενός εργαστηρίου, μιας μονάδας, κ.λπ.) και η οποία δεν εξέρχεται από το πλαίσιο τού πεπερασμένου. Ωστόσο, προϋπόθεση τής δυνατότητας υλοποίησης τέτοιων δράσεων είναι η ύπαρξη ενός «υπόβαθρου» ικανοτήτων που παραμένουν λανθάνουσες και απαρατήρητες. Αυτές οι ικανότητες — θα μπορούσαμε να τις αποκαλέσουμε «εργατική δράση», «αλληλεγγύη», «ξεσηκωμός» κ.ο.κ. — θα οδηγήσουν σε συγκεκριμένες επινοήσεις και καινοτομίες που θα χρησιμοποιηθούν και θα αναπτυχθούν εν συνειδήσει τής υποκείμενης-υποκειμενικής απειρότητας στην οποία παραπέμπουν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα άτομα που απεργούν μετατρέπονται σε «απεργούς», προσχωρώντας δηλ. στο «υπόστρωμα» τής δράσης. Και είναι γνωστό τοις πάσι ότι αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί είναι τόσο δύσκολο να τερματιστεί μια πραγματική απεργία. Ο τερματισμός της ισοδυναμεί με τον ενταφιασμό τού απείρου. Ό,τι ήρθε στο φως ως αποτέλεσμα τής δράσης των εργατών-απεργών δεν μπορεί να συγκριθεί στα μάτια τους με τους συγκεκριμένους στόχους που είχαν αρχικά τεθεί.

※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
 

[...] 
 Σ’ ένα νησί ναι στον άνεμο μεστό από βλέμμ’ αθέατο ανοίγοντας χωρίς μιλιά τ’ άνθη όλα γέμιζαν
Ώσπου πελώρια καθένα τους αρμονικά κοσμούνταν με χείλι λαμπρό απ’ τα περβόλια χώρια.
Δόξα τού αρχαίου ίμερου των ιδεών αγάλλετο το είναι μου, καθώς γεννιότανε στο νέο τους προορισμό το γένος των ιρίδων.

Το αρχαίο άνθος πρέπει να ανοίξει, ώσπου κάποια στιγμή, πελώριο, να γίνει σύμμορφο με την απειρότητα τού υποκειμένου και να αποχωριστεί απ’ τον παμπάλαιο κήπο. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το πρόβλημα στο οποίο αναφέρεται το «άνοιγμα» τού άνθους είναι αυτό των «μεταρρυθμίσεων», με την καλή έννοια τού όρου (δηλαδή, να υπάρχει, τουλάχιστον, ένα σύστημα δημόσιας υγείας και δημόσιας παιδείας άξια τού ονόματος τους, κ.λπ.). Είναι, όμως, εντελώς διαφορετικό το ζήτημα τού αποχωρισμού, τής δυνατότητας μιας άνθησης που δεν εξαρτάται από τον παλιό κήπο. Η εμμένεια των αληθειών έγκειται λοιπόν στο εξής: υπό το πρίσμα μιας αλήθειας, θα αντιμετωπίζουμε τον κόσμο με τέτοιο τρόπο ώστε αυτός να διευρύνεται και να μετασχηματίζεται, ενώ συγχρόνως θα αναλαμβάνουμε τον σχεδιασμό και την ευθύνη τού έργου τού αποχωρισμού. Αυτή είναι η εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για την αποδέσμευση μιας νέας υποκειμενικότητας η οποία δεν αποβλέπει απλώς και μόνο στην καταστροφή τού παλιού κόσμου, αλλά και στην αληθινή του σωτηρία. Ως προς το σημείο αυτό, ο ποιητής εκφράζεται με μεγάλη ακρίβεια: το όλο ζήτημα περιστρέφεται γύρω από την ανάγκη ο «αποχωρισμός» να είναι λαμπρός, διαυγής· δηλαδή, απαιτείται να μην είναι βίαιος αφανισμός, αλόγιστη καταστροφή, επιπόλαιο ξερίζωμα, αλλά μέσα από τον χωρισμό να διατηρείται ό,τι υπέροχο, χρήσιμο και ενδιαφέρον υπάρχει στο παλιό άνθος. Με άλλα λόγια, ο χωρισμός θα είναι φως, και όχι σκοτεινή βία. Αιώνιο πρόβλημα και πρόβλημα τού αιώνα.

(μορφοποίηση με έντονα και μεγάλα γράμματα απο red rock. drawings by Matisse (top drawing via waltendegewalt))