Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2021

Θραύσματα Aνεκπλήρωτου Πόθου (*)




 

1

Ένα πλοίο έχει χάσει την ρότα του σε θυελλώδη καιρό και εξοκέλλει ανατολικά του Αιγαίου πλησιάζοντας την Ανεμόεσσα. Ταλαιπωρημένο, κινδύνεψε να τσακιστεί στις βραχώδεις ακτές του νησιού, αλλά τελικά ελλιμενίστηκε σώο στον Να, γνωστό κι ως Ταυροπόλιο - όπου βρίσκεται και το ιερό της Αρτέμιδος. Είναι ένα λιμάνι στο δέλτα του Χάλαρη – του  ποταμού που διασχίζει το ομώνυμό του φαράγγι. Το μέρος αυτό, πρέπει εδώ να ειπωθεί, έχει τέτοια ομορφιά που η θέα του σου προκαλεί δέος. Οι ντόπιοι συχνά συγχρωτίζονται με τις νεράιδες του ποταμού, ή έτσι λένε τουλάχιστον…. Αυτό το φαράγγι, ιδιαιτέρα πλούσιο σε βλάστηση και σε θηράματα, είναι ιδανικό για κυνήγι, και διόλου απίθανο κάποιοι από τους ολύμπιους θεούς να συχνάζουν εκεί. Ο Διόνυσος σίγουρα, αφού η Ανεμόεσσα είναι και γενέτειρά του.  

Ας είναι,  σχεδόν πριν προλάβει το πλοίο να δέσει, ο καραβοκύρης του βγαίνει ανυπόμονα έξω και  πάει στο ναό, όπου αμελλητί θέλει να παραδώσει ένα πρόσφορο σε ένδειξη ευλάβειας κι ευγνωμοσύνης προς την Θεά που, ως γνωστόν, προστατεύει και τους ναυτικούς. Όταν φτάνει στο τέμενος τον υποδέχεται η πρωθιέρεια – γυναίκα σεμνή και σοφή, αλλά και προικισμένη με ασύγκριτο κάλλος. Καθώς την κοιτάζει ασκαρδαμυκτί, σαν να βλέπει ένα θαύμα, θα παραδοθεί σε παράφορο πάθος μαζί της  – εκεί και τότε, όπως λένε...

Αυτή ήταν η πρώτη, ίσως και τελευταία, φορά που ήρθαν σε επαφή. Τι συνέβη; Εκείνη, αμίλητη, τον πλησιάζει και παίρνει το πρόσφορο  απ’ την ανοιχτή του παλάμη, αγγίζοντάς την αθέλητα με το μικρό δάκτυλό της… Τον ευχαριστεί κι αποσύρεται. Αυτό ήταν όλο! Εκείνος πιστεύει ακράδαντα πως, συναντώντας την, βρέθηκε απέναντι στην ειμαρμένη του κι όλη η πορεία του βίου του αίφνης απόκτησε νόημα... Και, όλα αυτά, χωρίς να ’χει ιδέα τι είδους εντύπωση της έχει μείνει γι αυτόν, δίχως καν να γνωρίζει ποια είναι στ’ αλήθεια και τι αστερισμό σχηματίζουν οι σχέσεις της…

Ειρήσθω εν παρόδω, σ’  κείνη την μαγευτική και παράξενη νήσο οι κάτοικοι έχουν μια φιλοσοφία ζωής που συνάδει με την Επικούρεια αταραξία. Γνωστοί και ως παροιμιώδεις γλεντζέδες – στο «ζεύκειν» (πανήγυρης, ή κι ένα είδος καρναβαλικού συμποσίου) μυσταγωγημένοι χορεύουν σαν να μην υπάρχει το αύριο, ενώ ρέει σαν ρυάκι ο Πράμνιος οίνος… εδώ έχει βάλει το χέρι του ο Διόνυσος, το δίχως άλλο! Φημίζονται επίσης πως έχουν πολύ απελεύθερους τρόπους, θα έλεγα, και καθεστώς τέτοιο που δεν υπάρχει σε άλλη επικράτεια. Πράγματι, δεν βρίσκεις ιεραρχία ή τάξεις φτωχών και πλουσίων εκεί. Η απληστία γι αυτούς είναι επαίσχυντη. Ο, τι πλεόνασμα έχει ο καθένας θα το μοιραστεί σε μιαν ιεροτελεστία, «μνημόσυνο» (όπως το λένε), που βέβαια είναι και μια ευκαιρία για «ζεύκειν». Εκεί, η γυναίκα δεν είναι το κτήμα του άντρα. Προ πολλού η δουλεία έχει καταργηθεί… Υποθέτω, αυτός είναι εν μέρει ο λόγος που ο ήρωας της ιστορίας μας, έχοντας αποφασίσει να μείνει κοντά στο αντικείμενο του πιο τρελού πόθου του, θα απελευθερώσει τους δούλους που έχει για πλήρωμα.

Πώς γίνεται όμως να την πλησιάσει, που οι δύο τους δεν συναπαντώνται τυχαία ποτέ; Δεν ξέρει πού μένει, αν ρωτήσει δεν του απαντούν. Με λαχτάρα την βλέπει ενίοτε κι από απόσταση, μα όταν σπεύδει για να την προφτάσει, αυτή εξαφανίζεται, σάμπως να τον αποφεύγει… Πάει στο τέμενος και περιμένει ατέλειωτες ώρες, μα εκείνη δεν φαίνεται.  Σε απόγνωση παίρνει την αποκοτιά που αποβαίνει μοιραία: Εξομολογείται,  χαράζοντας λόγια αγάπης σε όστρακο που αποθέτει για κείνην μες στο ιερό του ναού… Το βρίσκει ο θεός Ποσειδώνας (που εποφθαλμιά, παρακολουθώντας με μια νοσηρή ηδυπάθεια την πρωθιέρεια και κάθε κίνηση γύρω απ’ αυτήν) και μανιάζει. Κακότυχος ο ναυτικός αν κοιτάξει με πάθος την ίδια γυναίκα που διεκδικείται κι από τον  θεό των υδάτων και  μόνο γι αυτό, είναι πλέον καταδικασμένος. Δεν τον προστατεύει ούτε η Άρτεμις, παρότι θα προσπαθήσει: υπενθυμίζοντας στον αδελφό της πως για τους Ολύμπιους είναι ευλογία ο έρως, κι ουδέποτε κρίμα, του λέει ρητά πως την εξομολόγηση του αλλοπαρμένου θνητού δεν εξέλαβε ως ύβρη. Στο τέλος, για ό, τι συνέβη εκεί, στον δικό της Ναό, μόνο η ίδια θα έπρεπε να αποφασίσει. Ζητά από τον Ποσειδώνα να μην τον σκοτώσει. Κι αυτός συμφωνεί μεν, αλλά επιμένει: «ο θνητός είναι βλάσφημος», δήθεν – ώστε να επιβάλει την πιο αυστηρή τιμωρία σ΄ αυτόν. Κι έτσι τον καταριέται: «το ασίγαστο πάθος του, πάντα ανεκπλήρωτο να τον ματαιώνει εφ’ όρου ζωής»!

Μια νύχτα, που κάποιος αφήνει λυμένο τον κάβο του σκάφους, αυτό απομακρύνεται από την προβλήτα ενώ ο κυβερνήτης του μέσα κοιμάται. Καθώς το πλεούμενο έρμαιο περιπλανιέται στο πέλαγος, θεριεύει το κύμα. Ξυπνά ο κακόμοιρος και μοναχός του ατέρμονα  μάχεται με ανεξέλεγκτα ρεύματα και θυελλώδεις ανέμους. Κρατάει στραμμένη την πλώρη του προς την στεριά κι αρμενίζοντας όλο πλησιάζει, ξανά και ξανά, μα ποτέ δεν την φτάνει…

 

2

«θεώρησέ το θεού δώρο που έχεις βιώσει πλήγματα στις πτέρυγες της αγάπης»

Τζαλάλ αλ-Ντίν Ρουμί (1207-73)

Παραλλαγές της πλοκής που σκαρίφησα προηγουμένως, υπάρχουν σε διάφορους τόπους και χρόνους. Ο άντρας που αισθάνεσαι τέτοιο παράφορο πάθος, και μάλιστα για μια γυναίκα που δεν είναι διαθέσιμη, δεν χαίρεται αυτό που ο Πλάτων ονόμασε «θεία μανία»: τον έρωτα  που μας χαρίζει «ποικίλα ωφελήματα», όπως θα έλεγε… Ελλείψει θεού, το πιο σύνηθες στην εποχή μας, θα ήταν να διώκεται απ’ τον εαυτό του. Αναλώνει ενέργεια που δεν μετατρέπεται σε έργο, ώσπου τον εξουθενώνει η σπατάλη. Είναι είδος ακούσιας αυτοχειρίας.

Το ερώτημα είναι: τι κατά βάθος τον παρακινεί να εμπλακεί σ’ ένα εγχείρημα, που απαρχής δείχνει να οδηγεί σε ματαιοπονία, κι ύστερα να παραπαίει ενάντια στην φρόνηση, αρνούμενος να αποσυρθεί απ’ αυτό;

Ας το δούμε.

Φαντάσου τον τώρα, στην δίνη ενορμήσεων, να σου εξηγεί το ανεξήγητο… να  σου λέει  ότι «εκείνη έχει πάρει  αιχμάλωτο το θυμικό του», καθώς περιγράφει πως δεν έχει σχέση με αυτόν κι ότι μένει εντελώς αδιάφορη για ο, τι συμβαίνει στον νου του, διότι…  απλά, δεν τον ξέρει! Δεν θα ΄ταν οξύμωρο; Κι όμως έτσι περίπου αισθάνεται.  Νιώθει αποδυναμωμένος, προβάλλοντας μυστηριώδη ισχύ προς  εκείνη, και τέτοια που δεν διαθέτει  – τουλάχιστον όχι όπως τείνει αυτός να την αντιλαμβάνεται. Αν οι δύο τους αισθάνονταν μιαν αμοιβαία κι αμφίδρομη δύναμη να τους ενώνει, αυτός θα μιλούσε για την απαράμιλλη αναλαμπή στην ζωή του, το φόρτισμα της ζωτικότητα που μέχρι τούδε παρέμενε ανενεργή κάπου μέσα του. Θα υμνούσε το θαύμα του έρωτα.

Πώς ξεκινάει ένα τέτοιο εγχείρημα; Τις λίγες φορές που την βλέπει τυχαία, και πάντα σε ξέχωρο κύκλο, το βλέμμα της είναι στραμμένο αλλού, ανυποψίαστη ότι η αύρα που εκπέμπει, η γαλήνια γλυκύτητα του χαμόγελού της, η χάρη στον τρόπο που στέκει ή κινείται, τον γοητεύουν. Παρούσα η απούσα, τον έλκει με τρόπο πρωτόγνωρο. Θαρρεί πως οι δυο τους  συνδέονται με μιαν αρχέγονη «εκλεκτική συγγένεια», που υπήρχε ανέκαθεν, εν γνώσει τους ή εν αγνεία τους, και θα υπάρχει, όποια  κι αν είναι η διαδρομή τους.

Για το ξεδίπλωμα  της, ιδιότυπης μάλλον, επικοινωνίας τους δίνει το έναυσμα εκείνος. Τα μηνύματά του, αρχικά ευχετήρια, αποκτούν στην πορεία το περιεχόμενο εξομολογήσεων, που γράφονται με συστολή, γιατί δεν ταιριάζουν στο πλαίσιο της γνωριμίας τους. Βρίσκει επίσης προβληματική την απρόσωπη  εξομολόγηση – με δοσμένο ότι εκφράζεται μέσω αλγορίθμων, ουδέποτε έξω απ’ το δίκτυο (που παρεμπιπτόντως, είναι και το καταφύγιο δειλών, επιτρέποντας στην ατολμία να γίνεται θράσος) – το πάθος του δεν περιγράφεται αυθεντικά κυριολεκτώντας. Η μεταφορά ίσως είναι κι ο τρόπος να μην παραβεί όποια όρια θέτει εκείνη. Να την σεβαστεί. Όπως και να ΄χει, αυτό που πασχίζει να της μεταφέρει (συχνά σ’ ένα «ποιητικό περιτύλιγμα»), είναι γνήσιο. 

«Η σκέψη μου πάντα στραμμένη σε σένα, σε ακολουθεί όπως ένα  ηλιοτρόπιο τον ήλιο».

Εκείνη, απαντώντας με ευγένεια, πάντα επιφυλακτικά και χωρίς να πλατειάζει, δεν φανερώνεται. Είναι ένα αίνιγμα που δεν χαρίζεται σε εύκολη λύση. Στα μάτια του, όμως, θα είναι η πανσέληνος, κι ας διατηρεί σκοτεινή μια πλευρά της. 

Τα μακροσκελή κείμενά του, είναι μόνο εδάφια από ατελείωτους συλλογισμούς που εστιάζουν σ’ εκείνην αποκλειστικά, ίσως κι εμμονικά. Και αν φαίνονται ανεπεξέργαστα, δεν μαρτυρούν την ενέργεια που επενδύει σ’ αυτά. Η πληθώρα από λόγια που έχει χαράξει σε σύγχρονα «όστρακα», κρύβει μια φτώχια στην επιθυμία του να κρατηθεί σ’ επαφή. Σ’ αυτά δεν εκφράζεται κάτι πιο πρόδηλο από ένα βουβά κραυγαλέο: «σε θέλω». Θα τα αντάλλασε όλα με μια χειραψία. Αλλά, ποια ανώτερη δύναμη αποτρέπει την συνάντησή τους;

Καταρχήν, στην δική του αλήθεια, θεός δεν υπάρχει; Ως «Ανώτερη Δύναμη» αναγνωρίζει τον έρωτα: αυτό που ωθεί το ένα κύτταρο να ενωθεί με το άλλο, την έλξη που ασκεί ένα σώμα σε άλλο, την τάση ζωής που ανθίζει στο αλληλοκαθρέπτισμα δύο ψυχών, στην αμοιβαιότητα. Η απορία, λοιπόν, ανακύπτει εδώ: Τι μπορεί να ελπίζει; Αφού δεν υπάρχει αμφίδρομη «έλξη», πώς θα μειωθεί η απόσταση ανάμεσά τους;  Αν ήταν στο χέρι του, θα ’χε στρωθεί με τα πέταλα ρόδων, μα δεν έχει ιδέα τι βλέπει εκείνη μπροστά της – μπορεί και ν’ ανοίγεται απέραντο ένα αρχιπέλαγος. Μήπως του αφήνει μια φλόγα να καίει το κερί της ελπίδας του, ή με τον τρόπο της λέει το «όχι», που αυτός απωθεί  στο ασυνείδητο, αρνούμενος την άρνησή της;  

Της γράφει:

«Νιώθω εξόριστος σ’ ένα  παράλληλο σύμπαν, καταδικασμένος ατέρμονα  να διυλίζω μιαν άβυσσο άγνοιας με της ψυχής μου τα  βράχνα»…

Ωστόσο, εξακολουθεί να εκτίθεται, αεροβατώντας σε τούτο το δίαυλο επικοινωνίας, κι ας  φαίνεται ήδη ατελέσφορος. Πότε σαν βάλσαμο και πότε σαν βάσανο, φαίνεται να τον έχει  εθίσει. Με «έπεα πτερόεντα» απεικονίζει ανούσια σχήματα παρειδωλίας, στα σύννεφα – μια συστολή σε αποχρώσεις της μελαγχολίας του. Ενώ, εκατοντάδες οργιές κάτω από «τα φτερά» του, αναβλύζει η ζωή απ’ τη γη, με ιδρώτα και αίμα, με δάκρυα, σάλιο και σπέρμα.

Καλύτερα προσγειωμένος πεζός, αποφαίνεται. Μα όχι για να πορευτεί πάλι μέσα από προσωπίδες και άχρηστα πράγματα, ανέπαφα, σαν να μην έχει πια σάρκα κι οστά:

«Εσαεί, ως αντίμαχος του έρωτα, ο θάνατος (πάντα παρών σε σκιές ανεκπλήρωτων πόθων μου) μ’ ένα μειδίαμα θα μου προβάλλει αξιώσεις χωρίς να εξαιρεί την «εξαϋλωμένη» ψυχή μου…  Το να υποκύψω σε κείνον δεν είναι δα κι ό, τι χειρότερο… Κόλαση είναι η ολοσχερής και ανήκεστη απώλεια μιας ήδη απονευρωμένης αφής, εν ζωή»...

Κάποιες σκέψεις, σαν τις παραπάνω, διστάζει να τις μοιραστεί. Προφανώς, έχει επίγνωση πως όσο κρέμεται ανάμεσά τους ένα αδιαπέραστο πέπλο, επάνω του αυτός θα κεντά ένα δράμα με νήματα του παραλόγου. Γιατί να μην θέλει ο «δίαυλος» να διακοπεί; Τα ψηφία γραφής που ανταλλάσσουν, αποστειρωμένα σε μια νοητή ή παράπλευρη πραγματικότητα, διατηρούν τις αισθήσεις του σε αναστολή. Το να πει  «σε λατρεύω», λοιπόν, είναι σαν να προσεύχεται δίχως θεό. Μα το λέει… Αν της πει «οι παλμοί της καρδιάς του» εξαρτώνται από τούτο τον δίαυλο (λες και παρέχει οξυγόνο  ελπίδας σε κάποιον που έχει διασωληνωθεί), θα το εκλάβει σαν υπερβολή. Μολαταύτα, συχνά αληθεύει. Γιατί όσο εκείνη αργεί να του αποκριθεί, αυτός θα αιωρείται σε «λίμπο». Το κάθε της μήνυμα είναι το ακροτελεύτιο αντίδωρο. Αν σκεφτεί πως τον ξέχασε, από το κενό στην οδοντοστοιχία του χαμόγελού του αποδρά η ματαίωση. Αντικρίζοντας το είδωλό του στο κάτοπτρο, μέσα, βαθιά στων ματιών του τις κόρες, του γνέφει η εντροπία – πιο κάτω, μονάχα το έρεβος…

Την συλλογίζεται  μονολογώντας:  

«σου γράφω για να σου θυμίζω πως κάπου υπάρχω… μα νιώθω πώς μπαίνω απρόσκλητος μέσα στον χρόνο σου. Και  για ποιο λόγο να μη με ξεχάσεις; Οι δρόμοι μας δεν συναντώνται (…)

Το πρώτο φιλί του θανάτου θα είναι η λήθη. Μα δεν με ταράζει η ιδέα του αφανισμού μου. Στο τέλος του επεισοδίου, ‘επαχθής κι επονείδιστη’ θα ’ναι η πτώση μου: η απώλεια ακεραιότητας (η γλίστρα μου σε  γελοιότητα). Ένα ξερίζωμα»…

… κι άλλα παρόμοια… Όταν φανεί στην οθόνη του το αναμενόμενο ή (ακόμα καλύτερα) το απροσδόκητο μήνυμα, μετεμψυχώνεται.  Οι  λέξεις της τον γαληνεύουν. Θαρρεί πως ακούει κελαηδήματα  σπάνιων πουλιών, καθώς ησυχάζει κι εκείνη η βοή από πλήθη σε ρεύματα και μηχανές, από κάπου μακριά, όπου οι στεναγμοί μια ψευδούς ομαλότητας αναπαράγονται.

Αλλά, η ευφορία του δεν διαρκεί. Όλο και πιο βασανιστικά, θα του λείπει η λαλιά της (δεν  έχει ακούσει ποτέ τα ηχοχρώματά της)… Του λείπει η δική της αλήθεια, του λείπει εκείνη στην ολότητά της. Του λείπει η ευχέρεια να της χαρίσει κάτι πολύτιμο. Άραγε είναι αγάπη αυτό; Μάλλον είναι – εφόσον σαν αίσθηση έλλειψης δεν εκδηλώνεται τόσο η ανάγκη να πάρει απ’ αυτήν, όσο η βαθύτερη επιθυμία να δώσει σ΄ αυτήν.

Της γράφει:

«Επέκεινα, έξω από το πετσί του κρανίου μου, εσύ παραμένεις αμέριμνη, αθώα κι αμέτοχη σε ό, τι διαδραματίζεται μέσα στον εγκέφαλό μου - εκεί που, βαθιά στους ιστούς του Μεταιχμιακού μου Συστήματος,  με ανεξίτηλα εγγράμματα επιβεβαιώνεται η ύπαρξή σου.

Δεν ξέρω αν θυμάσαι πως κάποτε μου είπες γραπτά: ‘όχι με το μυαλό’…

Σε ποθώ, αλλά νιώθω δεμένος πισθάγκωνα. Σε θέλω σαν έμψυχη ύλη. Να ενσωματωθώ στο κορμί σου αγγίζοντας τα όρια της αισθαντικότητας σε άκρατη ενάργεια, θέλω! Όχι έτσι, ασώματα, με το μυαλό»…

Σαν πνεύμα, στοιχειώνει τα μύχια του πάθους του. Μα, σαν κορμί, παραμένει, απροσπέλαστη...  Έτσι, η φαιά του ουσία αναλώνεται πλάθοντας ένα ασώματο ομοίωμά της στον ιδεατό  του μικρόκοσμο. Εκείνη (απ’ την μια) κι η εικόνα της που έχει πλάσει αυτός (από την άλλη), είναι σχεδόν απαράλλαχτες –  κι όμως, η μια δεν γνωρίζει την άλλη.  Είναι ένα παράδοξο: ανάμεσα στον εαυτό της  (υπαρκτό, έξω από τη δική του συνείδηση) και στις εντυπώσεις του (που ορίζω εδώ ως «εικόνα» της), βλέπει ένα σχίσμα, που το βιώνει σαν άλγος. Το σχίσμα, ως δεδομένο της ύπαρξης, είναι ανυπέρβατο (ή ταύτιση του αντικειμένου με το υποκείμενο είναι αδύνατη η γνώση του, πάντα ελλιπής και ουδέποτε πεπερασμένη). Ωστόσο, αυτή εικόνα, σαν αποκύημα  της φαντασίας του, είναι μια αναπαράσταση που εμπεριέχει την ματαίωσή του, ακριβώς επειδή πάντα υπάρχει εκείνη σαν ξέχωρη, αυτούσια οντότητα, και πάντοτε «αλλού». Ενώ εκείνος (σε ερωτικό παραλήρημα) θέλει το ανέφικτο: να μηδενίσει το σχίσμα…

Εδώ το ερώτημα «πώς, κατά πόσο, μπορώ να σε ξέρω», αποκτά επιπρόσθετο δράμα γι αυτόν. Γιατί δεν απαντάται με μια πληροφόρηση, ή γνώση στοιχείων ταυτότητας, βιογραφικών ή περιγραφών σωματότυπου «σε ξέρω» σημαίνει ένα μοίρασμα της εμπειρίας (κοινές αναμνήσεις κι οράματα, κοινές αντιλήψεις του κόσμου) - κάτι που μεταξύ τους δεν έχει συμβεί (κι ούτε φαίνεται να ‘ναι επικείμενο). Ακόμα βαθύτερα, όμως, «σε ξέρω» σημαίνει  οικειότητα που διαχέεται  από αμοιβαιότητα και απαρέγκλιτα πλάθεται στην φυσική επαφή δύο ατόμων. Ψυχή τε και σώματι. Αυτό θα εννοούσε, αν μπορούσε ποτέ να προφέρει «σε ξέρω» καθώς την κοιτάζει στα μάτια. Μια τέτοια οικειότητα μετατοπίζει τα όρια του οικείου, ανοίγοντας νέες πτυχές του εαυτού μας. Μπορεί να σημαίνει αγάπη…

Κάποια στιγμή του συνέμπε πως, αποξαρχής, εμφανίζεται διάφανος πέραν του δέοντος, διότι ενδόμυχα θέλει  να μετατραπεί από άγνωστος-ξένος σε οικείο-γνωστό. Προβλέψιμα, εκείνη εκπλήσσεται, όταν της εναποτίθεται ένα αναπάντεχο «δώρο» στα χέρια, και μάλιστα  από «κάποιον άγνωστο αποστολέα». Και, διόλου αφύσικα, αρνείται να εξοικειωθεί – τέτοιο δώρο μπορεί και να φαίνεται σαν το κουτί της Πανδώρας.  Το δράμα του θα ενταθεί όταν δει ότι είναι ο μόνος που ανοίγεται έτσι, αλλά δεν θα μπορεί πλέον να καλυφθεί. Χωρίς οικειότητα, η εκμυστήρευση είναι απογύμνωση. Νιώθει ευάλωτος, δίχως καβούκι, ενώ της  προσάπτει και μια εξουσία, που εκείνη δεν φαίνεται πρόθυμη  να την ασκήσει. Γιατί μόνο εκείνη μπορεί να καλύψει την γύμνια του με το κορμί της. Αν τον αρνηθεί, τότε αυτός εσαεί μένει εκτεθειμένος.

Κάτι ανάλογο έχει συμβεί και στο ύφος της γλώσσας του: όταν προφέρει τις λέξεις που γράφει, ηχούν σαν μια απαγγελία σε άδειο αμφιθέατρο. Η γλώσσα του γίνεται «δραματική»,  ίσως γιατί η συνθήκη αυτή καταργεί τις φωνές τους. Το γραπτό είναι πάντα μονόλογος, που  αποκτά μιαν αθέλητη θεατρικότητα. Μα, παραδόξως, όταν προφέρει αυτά που της γράφει, μιλώντας σε κείνην κι ερήμην της, επιβεβαιώνεται η αυθεντικότητα των λεγόμενών του. Συνάμα, λες κι η ηχώ της φωνής του την φτάνει, την νιώθει εγγύτερα. Διαλέγει τα λόγια όπως τα όμορφα βότσαλα, και κάπου-κάπου αισθάνεται πως λειτουργεί όπως ένα παγώνι, που ανοίγει διάπλατα την πλουμιστή του ουρά σαν βεντάλια. Την διασκεδάζει; Ή βρίσκει υπερφίαλο τον «λυρισμό» του; Δεν τον ενθαρρύνει μεν, αλλά ούτε και τον αποτρέπει… Θα προτιμούσε ένα πείραγμα, έναν αστεϊσμό … Με απούσα τη γλώσσα του σώματος, όμως, αυτός μάλλον δείχνει να παίρνει πολύ σοβαρά τον εαυτό του, και χάνει το χιούμορ του.

Το δράμα εντέλει εντείνετε διότι, προτού αποκτήσει υπόσταση στο ψυχικό της στερέωμα, αυθυποβάλλεται, έτσι που σταδιακά η εικόνα της παίρνει την σκέψη του στην κατοχή της. Όσο εκείνη, στην πραγματικότητα, του είναι απρόσβατη, χάσκει το «σχίσμα» σαν στόμα που ανοίγει χλευάζοντάς τον… Ακόμα πιο οδυνηρά, μπορεί κάλλιστα να φανταστεί «ένα δάκτυλο του λατρεμένου χεριού της» ν’ αγγίζει το πλήκτρο διαγράφοντας απ’ την οθόνη της το τελευταίο του απομεινάρι, ενώ εκείνος, αναζητώντας την, βρίσκει τα ίχνη της σε κάθε σύναψη του εγκέφαλου του.

Και καταλήγει να πει:

«… αν  δεν σταματήσω, πεθαίνω ή τρελαίνομαι… Εκτός κι αν συμβεί ένα θαύμα: οπόταν το «σχίσμα» θα εξαλειφθεί καθώς οι αισθήσεις μας εξεγερμένες θα καταλύονται στην αλληλο-αφομοίωσή μας, ενώ ο αρχάγγελος της  ηδονής, η αφή, θα δεσπόζει στο αποκορύφωμα της εμπειρίας. 

 

3

Ο απόηχος του ποταμού δεν με φτάνει εδώ, στην ουράνια αιώρα

Εξαντλημένος, σε ακινησία κοιμάται κι αυτός, σαν να μην έχει  σώμα

Μια  λιβάδα στην κήτη του αντανακλά αεικίνητα σύννεφα – έρχεται μπόρα

Με τις πρώτες ψιχάλες  ξυπνώ να μυρίσω το χώμα..


Μ

 

* A Homage to Roland Barthes 
Nov. 2021. West Sussex 


 

 

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2021

Μόνο αγάπη;





Το κείμενο αυτό γράφτηκε πρόσφατα, σε καθεστώς πανδημίας με σχεδόν όλα τα γνωρίσματα μιας Κατάστασης Πολιορκίας. Με δοσμένο ότι όλες οι ενδείξεις μας οδηγούν στην πεποίθηση ότι για αρκετό ακόμα καιρό αυτή η νοσηρότητα που διαχέεται στην ατμόσφαιρα θα είναι συνθήκη ζωής, το τι αντίκτυπο (ψυχολογικό, κοινωνικό-οικονομικό και πολιτιστικό) θα έχει στην πορεία είναι αδύνατον να εκτιμηθεί. Πόσο μπορείς να προσαρμοστείς με την αίσθηση ότι ο αέρας που αναπνέεις είναι δηλητηριασμένος; Πόσο βαθιά μπορεί να είναι η αλλοίωση των ανθρώπινων σχέσεων μετά από τέτοιους ακρωτηριασμούς της φυσικής επαφής που βιώνουμε; Η αγάπη, εννοούμενη ως τάση για ζωή, περνά μια επιπρόσθετη δοκιμασία...

Παραθέτω σύντομη περιγραφή των τελευταίων σκηνών της ταινίας “Με το Βλέμμα  στη Θάλασσα"1 που αποτέλεσε έναυσμα για τις σκέψεις με θέμα την αγάπη που ακολουθούν πιο κάτω.

 

1

 

Ένας  νεαρός άντρας (ο Alberto) ζει σε κάποια λιμνοθάλασσα, με τη μάνα του (τη Rosa), που τον φροντίζει εκεί με αγάπη κι αυταπάρνηση. Κείται παράλυτος σε μια κλίνη και μόνο οι μύες του προσώπου του κουνιούνται. Όταν μιλάει, η δυσκολία του να αρθρώσει τις λέξεις, εκφράζεται με μορφασμούς  που του αλλοιώνουν το πρόσωπο. Ωστόσο είναι έξυπνος, δημιουργικός και δεν χάνει το χιούμορ του. Η όμορφη γειτονόπουλα του (η Giselle) του κάνει συντροφιά δείχνοντας του ενδιαφέρον κι συμπάθεια. Εκείνος, ερωτευμένος μαζί της, έχει επίγνωση ότι αδυνατεί να σταθεί στο ύψος των αναγκών της…   Στο φινάλε της πλοκής η Rosa, ικανοποιώντας την επιθυμία του, που γίνεται και δική της, τον παίρνει εκδρομή σε μια παραλία, στο όριο μεταξύ στεριάς και ωκεανού, μακριά από το τέλμα... Σε μια απ’ τις τελευταίες σκηνές, τον βοηθά να κάτσει εκεί που η θάλασσα του βρέχει τα πόδια.

 

Με το βλέμμα στη θάλασσα, λέει στη μάνα του: «είναι μεγάλη. Δεν χωράει στη σελίδα μου» 

Εκείνη συμπληρώνει: «δε  χωράει στα μάτια» 

«Νιώθω ευτυχισμένος» λέει αυτός

Κι εκείνη φιλώντας τον του λέει «είμαι ευτυχισμένη γιατί είσαι ευτυχισμένος»... 

Όταν έρχεται η ώρα να φύγουν, η Rosa προσπαθεί να τον ντύσει, μα εκείνος αντιστέκεται, δεν την αφήνει. Της λέει: «θέλω να μείνω εδώ... Θέλω να ζήσω όπως θα έπρεπε» 

Εκείνη τον παίρνει βαθύτερα στα νερά και με λυγμούς κι αναφιλητά, κάνει αυτό που της ζητάει: Τον αφήνει και χάνεται κάτω από τη επιφάνεια της θάλασσας. Τον απελευθερώνει από  την μοίρα του...

 


Το φινάλε της ταινίας εκφράζει την αποδοχή ότι ο  θάνατος δεν είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί στον άνθρωπο... κι αυτό δίνεται στο πλαίσιο ενός ύμνου στην αγάπη που μετατρέπει το αδιανόητο σε κατανοητό. Είναι δυνατόν να είναι έκφραση αγάπης η τόσο τραγικά ακραία πράξη της μάνας;  Καταρχήν, Τι είναι αγάπη;