Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Freud. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Freud. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

Ένα «καζάνι» που κοχλάζει γεμάτο τυφλές ορμές



Η διαταραγμένη ζωή του πολίτη τον σέρνει όσο ποτέ άλλοτε μακριά από την αληθινή ζωή, από την ίδια τη ζωή του. Τον προσαρμόζουν βίαια σ' ένα σχέδιο, και ο ίδιος, χαμένος στην ανασφάλειά του, δεν μπορεί ν' αντιδράσει. 
[...]  
Η διαύγεια είναι το ζητούμενο. Αυτό που κατατρώει τη ζωή μας είναι η θλίψη, που μας εμποδίζει να σκεφτούμε καθαρά. Τα κατάφεραν καλά εις βάρος μας - μια ομάδα αληθινά αχρείων που τους συναντάς σε όλους τους κύκλους της καθημερινής ζωής. Περνώντας στις γραμμές του κινήματος, ο πολίτης αποδεικνύει ότι η κατάσταση της διαύγειας λειτουργεί μέσα του. Μπορεί να ξεχωρίσει το πρωτότυπο από το αντίγραφο. Ο αληθινός κόσμος παλεύει - παρ' όλη τη λύπη του - να κάνει την εμφάνισή του, να τα καταφέρει. 
[...] 
Δεν μπορούμε να περιμένουμε τίποτα από την ανώριμη διανόηση, που ακολουθεί μόνο το υπερεγώ της για να αισθάνεται ασφαλής. [1]
*****
Ένα σχόλιο εδώ, με αφορμή την τελευταία φράση από τα παραπάνω.

 Η διανόηση στον καπιταλισμό, στον κυριότερο όγκο της παράγει την στρεβλή σκέψη του συστήματος, δηλαδή ένα «δήθεν»  που προσποιείται πως είναι το αναπτυγμένο μέρος της κοινωνικής συνείδησης, αλλά συνολικά ουδέποτε ανάγεται σ' αυτήν. Διότι, καταρχήν, η διανόηση συνολικά δεν συνιστά μηχανισμό αυτογνωσίας του συστήματος.  Και δεν ανάγεται σε κοινωνική συνείδηση διότι, στον κύριο όγκο της, είναι απολογητική για το σύστημα ακόμα κι όταν καμώνεται πως το βλέπει κριτικά. Η κοινωνική δύναμη που μπορεί να σταθεί σε ύψος κοινωνικής συνείδησης, στο σημερινό στάδιο εξέλιξης του καπιταλισμού, και όχι η μόνη, είναι το μέρος της διανόησης που μπορεί να δει κριτικά το σύστημα και να στραφεί σε δράση προς την ανατροπή του. Δηλαδή το επαναστατημένο μέρος της διανόησης.

Έτσι, η διανόηση γενικά στον καπιταλισμό, εννοούμενη σαν ενιαία οντότητα, δεν φαίνεται να έχει «υπερεγώ», διότι τίποτε εμφανώς δεν της υπαγορεύει συμπεριφορά, τίποτε δεν στέκει πάνω από τον εαυτό της,  απαιτώντας απ' αυτήν συμμόρφωση με κάποιον συγκεκριμένο κώδικα ηθικής. Εκτός κι αν μ' αυτό εννοούμε αντικειμενικούς περιορισμούς που προβάλλονται από το σύστημα στον διανοούμενο σαν «πρέπει» και που αφορούν όχι μία ρητή αλλά μία  άρρητη προσταγή του να στηρίξει το σύστημα, επιβιώνοντας σαν παράσιτο από αυτο. 

Μιλώντας μεταφορικά και με Φροϋδικούς όρους, η διανόηση, όσο παραμένει απολογητική ανοιχτά ή κεκαλυμμένα, δεν προσβάλλει ούτε τις επιπτώσεις του γεγονότος ότι η βασική κινητήρια δύναμη του συστήματος είναι το κέρδος, το οποίο είναι και ο λόγος ύπαρξης των κυττάρων του Καπιταλισμού, που είναι οι ιδιωτικά κατεχόμενες οικονομικές μονάδες του. Στην προσπάθεια να επιτευχθεί το κέρδος οι μονάδες αυτές συνιστούν ένα άλογο σύστημα που στην συνολική συμπεριφορά του είναι έρμαιο μιας τάσης που, προσιδιάζει αυτό που ο Φρόυντ, ανάλογα, περιέγραψε σαν "το εκείνο»  (από το λατινικό  "id"), ή,  σε μία  ελληνική εκδοχή του όρου, το «προοεγώ». Πρόκειται για  την βασική πηγή ενέργειας στη δυναμική της ψυχής (μαζί με το «Εγω» και το «Υπερεγώ»), που λειτουργεί ασυνείδητα, ανεξέλεγκτα, και χαοτικά. Ήτοι ένα καζάνι», όπως το χαρακτήρισε ο Φρόυντ, που κοχλάζει γεμάτο ένστικτα, κι επιθυμίες ανεπίδεκτες ηθικών περιορισμών και που, σαν τέτοιες, δεν συνιστούν θέληση, παρά μόνο μιαν  εν γένει τυφλή έκφραση της δύναμης που τροφοδοτείται κι υπακούει στην ανάγκη ικανοποίησης των ενστίκτων, ακόμα κι όταν αυτή η ικανοποίηση είναι επιβλαβής για το ίδιο το άτομο ή για άλλους. 

Μιλώντας με τους ίδιους όρους εδώ, Ο Φρόυντ έβλεπε στη λειτουργία του «προεγώ» να συνυπάρχουν δύο βασικές αντικρουόμενες τάσεις. Αφενός, μέσω της ικανοποίησης ορμών και  ενστίκτων, την ενέργεια που διοχετεύεται προς την αναπαραγωγή και διατήρηση της ζωής, που ονόμασε «Έρωτα»· και αφετέρου μιαν εγγενή τάση αυτοκαταστροφής του οργανισμού που ονόμασε «θάνατο». Κι οι δυο τάσεις είναι εμφανείς στο σύστημα. Απ' τη μια, με κινητήρια δύναμη την επίτευξη κέρδους, το σύστημα στις μέρες μας όχι μόνο μπορεί να ικανοποιεί ανάγκες κι επιθυμίες αλλά και να τις αναπαράγει, με τον τρόπο του. Ειδάλλως δεν θα μακροζωούσε... Συνάμα, αυτό το κάνει με χαοτικό κι ανεξέλεγκτο τρόπο και χαρακτηρίζεται από παράλογη σπατάλη και καταστροφικότητα με τεράστιο κόστος ζωής και πηγών.  Δημιουργεί καταστρέφοντας... και στο σημερινό στάδιο εξέλιξής του, καταστρέφει περισσότερο από όσο δημιουργεί. Κυριαρχεί ο θάνατος σε βάρος του έρωτα, είναι πιο έντονος ο πόνος από την ευχαρίστηση, ο φόβος συνθλίβει την ελπίδα. 

Όπως ένας οργανισμός, που στη εξελικτική του πορεία παρακμάζει και εξαφανίζεται, ο καπιταλισμός έχει όλα τα συμπτώματα μιας παρακμής, που παρά τη φαινομενική παντοδυναμία του, απειλεί την φύση από την οποία αντλεί κι εξαντλεί αλόγιστα ο,τι τον κρατά ζωντανό. Αν η διανόηση δεν μπορεί να δει και να κρίνει το σύστημα σαν καρκίνωμα της ζωής στον πλανήτη,  σαν πηγή αρρώστιας για την ανθρωπότητα, αυτό σημαίνει ότι το σύστημα έχει μια θαμπή και νοσηρή εικόνα του εαυτού του και των χαρακτηριστικών του, δηλαδή του λείπει  το αντίστοιχο με αυτό που θα χαρακτηριζόταν μεταφορικά σαν το «εγώ» του συστήματος. Κι είναι η ύπαρξη του ώριμου κι αναπτυγμένου «εγώ»  αυτό που θα συνιστούσε προϋπόθεση να αναχαιτιστεί η τάση του να είναι έρμαιο των τυφλών ορμών εγγενών σ' αυτό, δηλαδή να χαλιναγωγήσει το «υποεγώ» του, κι από την άλλη να υπερβεί μιαν υποκριτική «ηθικολογία» (τα «πρέπει» του, ήτοι το αντίστοιχο του «υπερεγώ» του), που καθιστούν το σύστημα δυσλειτουργικό και παρά φύσει. Εν ολίγοις, να απαλείψει την παράλογη κι αφύσικη σε ένταση αυτοκαταστροφικότητα κι επιθετικότητα  που σήμερα μπορεί να πάρει τη μορφή αποκαλυπτικής εντροπίας. Αν μπορούσε να το κάνει... τότε δεν θα αναγνωριζόταν το σύστημα ως καπιταλισμός.

*****
1. Εδάφια  από το κείμενο "Ανάμεσα στο αντίγραφο και στο πρωτότυπο" Του Γιώργου ΚΑΚΟΥΛΙΔΗ, στον Ριζοσπάστη http://www.rizospastis.gr/story.do?id=9038715
    
Image borrowed from here

Πέμπτη 19 Μαΐου 2016

Τα σταφύλια του Ζεύξιδος και το Νεκροζώντανο [5]

5


[Προηγούμενα: μέρος 1, μέρος 2, μέρος 3, μέρος 4]

Επιστρέφω στην παρατήρηση κι εκτίμηση που εκφράστηκε πιο πάνω, ότι η έννοια και η αίσθηση της απώλειας  εκφραζόμενη μέσω του νεκροζώντανου, που απαντάται στην ψυχαναναλυτική θεώρηση του βρυκόλακα, μπορεί να αποβεί χρήσιμη σε μία μαρξιστική προσέγγιση του νεκροζώντανου. Η αίσθηση της απώλειας διαπερνάει το προσωπικό επίπεδο και καθίσταται κοινό βίωμα στην πλειονότητα των ανθρώπων του σήμερα. Σαν γνώρισμα ενδημικής κατάθλιψης, αγανάκτησης ή θρήνου, αγγίζει όλους αυτούς από τους οποίους συστηματικά αφαιρείται ή απειλείται η δυνατότητα για επιβίωση. Μέσα στο πλαίσιο της εντεινόμενης κοινωνικής αντίθεση,ς η έννοια είναι διαλεκτικά συνδεδεμένη με το αντίθετό της: ήτοι, με την έννοια, της απόκτησης. Εν προκειμένω, η έκφραση της αντίθεσης αυτής που μορφοποιείται  στην κουλτούρα συγκεκριμένα με τα αρχέτυπα του βρυκόλακα και του ζόμπι, υπονοεί πως μία μεγάλη βιωματική απώλεια καταρχήν αφορά και τις δύο πλευρές του κοινωνικού σχίσματος. Αυτό που χάνεται είναι συνολικά η φύση του ανθρώπου σαν οντότητα. Πιο ειδικά, στο εν λόγω , ο βρυκόλακας μπορεί μεν να παίρνει, ή να ωφελείται ρουφώντας το αίμα του θύματος του, μα σε αυτή την απόκτηση της ζωτικότητας που αφαιρεί από τον άλλον, ο ίδιος έχει ήδη χάσει κάτι απ' την ανθρώπινη φύση του. Πιο εκτεταμένη βέβαια είναι η απώλεια του ζόμπι. Η ζημία και απώλειά του, σαν θύμα, είναι απόλυτη. Το ζόμπι δεν "αποκτά" άλλο από την επιβεβλημένη αβουλία του με τη μετατροπή του σε σακατεμένο  νεκροζώντανο.  Πίσω από το δράμα των νεκροζώντανων υπάρχει κρυμμένη η  διάκριση των εκμεταλλευτών από τους εκμεταλλευόμενους, κι όσο εντείνεται  διαφοροποίηση των μεν απ' δε, τόσο κι οι δυο απομακρύνονται από τη φύση τους, τόσο και οι δύο θα υφίστανται διαστροφή. Οι μεν, θα μετατρέπονται σε ανθρωποειδή αρπακτικά κτήνη, κι οι δε, σε άβουλα ζώα προορισμένα να συνιστούν βορά και πηγή ενέργειας για τους μεν.

Το ίδιο ισχύει αν δούμε τη σχέση ως την αντίθεση μεταξύ ζημιάς και κέρδους.  Στο κέρδος οφείλεται λειτουργικότητα καπιταλισμού, μα με παράδοξο τρόπο. Το κέρδος (πριν την έλευση του  κομμουνισμού,  ή μετά την πρωτόγονη εκδοχή του) είναι ο ο λόγος ύπαρξης της οικονομικής μονάδας  - δηλαδή της επιχείρησης που συνιστά το μόριό του συστήματος εννοούμενου ως οργανισμό. Μόνο μέσω αυτού επιτυγχάνεται η συσσώρευση κεφαλαίου και μόνο μέσω αυτού επιζεί σαν σύστημα, αλλά για να το επιτύχει αυτό πρέπει το ένα μόριο να έχει την τάση να κανιβαλίσει το άλλο. Και είναι αυτό το παράδοξο που παίρνει αξιακό χαρακτήρα  με το όρο "ανταγωνιστικότητα". Εκτενέστερα, μέσα σε τούτο το κοινωνικό σχίσμα, η ζημία που οι κάτοχοι του κεφαλαίου, σαν βρυκόλακες, προκαλούν στα θύματά τους, σημαίνει κέρδος για τους ίδιους. Κι όσο οι μεν παρακινούνται από την αναγκαιότητα επίτευξης κέρδους, τόσο οι δε προορίζονται να παίζουν το ρόλο αυτού που στο τέλος της λογιστικής υποφέρει τη ζημιά... και, εν τέλει, τοσο  η σχιζοφρένεια του συστήματος εντείνεται κι αυξάνεται.

Αυτή η αντίθεση είναι βέβαια προγενέστερη του καπιταλισμού. Κέρδος υπήρχε και πριν την άνοδό του. Ανάλογα,  η παρομοίωση του καπιταλιστή με βρυκόλακα δεν είναι νέα. Σαν τέτοια, όμως, εμφανίζεται στη σκέψη με ιδιαίτερη ένταση απ' εξαρχής του καπιταλισμού. Kαι αυτό δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Αίφνης,  στο Φιλοσοφικό  Λεξικό του, ο Βολταίρος [1] αφιερώνει ένα κεφάλαιο στον Βρυκόλακα και ιχνηλατεί την καταγωγή της  ιδέας του ως την Ελλάδα. Αλλά όχι την Ελλάδα του Αριστοτέλη, του Πλάτωνα και του Επίκουρου, μα εκείνη της εποχής του Σχίσματος της Χριστιανικής Εκκλησίας. Ο ίδιος απορεί πώς στον 18ο αιώνα που γράφει μπορούσαν να πιστεύουν ότι Βρυκόλακες υπάρχουν. Παρατηρεί πως η δεισιδαιμονία αυτή είναι διαδεδομένη στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη, ενώ σε πόλεις όπως το Λονδίνο και το Παρίσι δεν ακούγεται λέξη γι "αυτά τα πτώματα που έβγαιναν απ' τους τάφους τους την νύχτα για να ρουφάνε το αίμα των ζωντανών".  Εκεί, όπως γράφει, υπήρξαν μόνο "χρηματιστές τοκογλύφοι κι επιχειρηματίες, που έπιναν το αίμα των ανθρώπων στο φως της μέρας, μα δεν ήταν νεκροί, μολονότι διεφθαρμένοι. Αυτοί οι αληθινοί αιμοπότες δεν κατοικούσαν σε νεκροταφεία αλλά σε πολύ ευχάριστα παλάτια".

Ο Βολταίρος γράφει στον παρατατικό, λέγοντας πως οι Βρυκόλακες καπιταλιστές "έπιναν" αίμα, και "κατοικούσαν" σε παλάτια, σαν να ήταν παραμύθι περασμένης εποχής. Όμως η αιμόποση του βρυκόλακα συνεχίζεται, και η ένταση της εκμετάλλευσης, αλλά και της αυξανόμενης καταστρεπτικότητας του τρόπου με τον οποίο ασκείται  εμφανίζει τα θύματά του τώρα συμβολικά με το νέο αρχέτυπο του ζόμπι - μιας σωματικά και διανοητικά ακρωτηριασμένης ανθρώπινης ύπαρξης που αδυνατεί να αντισταθεί. Το φαινόμενο, φυσικά, απασχολεί τη σύχρονη σκέψη και σήμερα, αλλά, όπως προειπώθηκε, με ποικίλους τρόπους.

Ο Henry A. Giroux [2] στο βιβλίο του  “Zombie Politics and Culture in the Age of Casino Capitalism” [ζόμπι πολιτική και πολιτισμός στην εποχή του καζινο-καπιταλισμού], παρατηρεί μιαν εμμονή στη μαζική κουλτούρα με την "σκοτεινή και τρομακτική εικόνα του ζόμπι. [...] Το φαινόμενο είναι τώρα κάθε βράδυ στην οθόνη της τηλεόρασης μαζί με ατελείωτα παραδείγματα της καταστροφής που εκτυλίσσεται σε πραγματικό χρόνο. [...]  Η μακάβρια παράλληλη κίνηση των «νεκρών που περπατούν» και εκείνων που είναι ζωντανοί, αλλά πεθαίνουν, και ο πόνος που προκαλείται δεν μπορεί να νοηθεί εκτός του καζινο-καπιταλισμού, που διαμορφώνει πλέον κάθε πτυχή της κοινωνίας κατ' εικόνα και ομοίωσή του [...]  που γιορτάζει τον πόλεμο ως επέκταση της πολιτικής και νομιμοποιεί έναν αδίστακτο Κοινωνικό Δαρβινισμό στον οποίο συγκεκριμένα άτομα και ομάδες απλά θεωρούνται  περιττά, μιας χρήσης, τίποτα περισσότερο από ανθρώπινα απόβλητα".

Αλλά, ως ζόμπι του εικοστού πρώτου αιώνα ο  Giroux χαρακτηρίζει και το πολιτικό προσωπικό της ελίτ που κυβερνά την αμερικανική κοινωνία, και δίπλα της όλους όσοι απερίσκεπτα συμβάλουν στην μετατροπή της οικονομίας σε "καζίνο", λειτουργώντας έτσι ως θεράποντες ή φερέφωνα της ελίτ. Τα νέα ζόμπι, εκτός από αυτούς  στις υψηλότερες βαθμίδες της κυβέρνησης, είναι και οι παρατρεχάμενοί τους που κατοικούν στα πλούσια περίχωρα της Wall Street και μπαινοβγαίνουν  στις αίθουσες "των χρυσωμένων μνημείων της απληστίας" όπως της Goldman Sachs (που ο ίδιος κατονομάζει), καθώς επίσης και μια εξαγορασμένη διανόηση που επανδρώνει και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης όπου, με την τεράστια οικονομική υποστήριξη από την εταιρική ελίτ, επεξεργάζονται το νέο πρόσωπο ενός πολιτισμού διαποτισμένου από την ιδεολογία της αγριότητας και του μίσους. Αυτό συμπίπτει με την άνοδο του αυταρχισμού, κατά τον ίδιο συγγραφέα, που αντανακλά μιαν αλόγιστη φιλαυτία σε αντίστιξη με την αλαζονική κυριαρχία στην αγορά μέσω της οποίας ασκούν πρωτοφανή εξουσία  - στην αμερικανική κοινωνία κι επέκεινα. Αυτή η Φούγκα, παραλογισμού, απληστίας, τρόμου και βίας, κατά τον δόκτορα Giroux, ανάγεται στο σκάνδαλο του καζίνο-καπιταλισμού.  Η δε, σφαγή ακολουθεί αναπόφευκτα την καταστροφή καθώς η τρέχουσα πολιτική του θανάτου έχει φτάσει σε νέα ύψη και απειλεί να μετατρέψει μιαν αδύναμη δημοκρατία σε ένα ολοκληρωτικό, αυταρχικό κράτος. Η κοινωνική δικαιοσύνη, η κοινωνική ευθύνη, τα ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα, η εξάλειψη φυλετικών ή άλλων διακρίσεων, η οργάνωση της εργασίας, ο ελάχιστος μισθός, η κοινωνική ασφάλιση, υγεία, πρόνοια - κι όλα όσα συνιστούν την ύφανση μιας αξιοπρεπούς ζωής για την πλειονότητα, θα πρόσθετα - προσβάλλονται και υποχωρούν, ενώ οι επικλήσεις στις ψευδεπίγραφες αξίες οικογένεια, πατρίδα, θεός αυξάνονται με το ίδιο τέμπο,  όπως κι ο αυταρχισμός, η βία, ο σωβινισμός, ο ρατσισμός, η φτώχια...

Στα ζόμπι βέβαια περιλαμβάνει και τις παθητικές μάζες που παίρνουν το ρόλο του θύματος ενός τόσο αμείλικτου Κοινωνικού Δαρβινισμού. Στην εποχή της ζόμπι-πολιτικής υπάρχει λίγη οργή και  αντίσταση, μας λέει, αντί να βλέπουμε τεράστια, μαζική διαμαρτυρία του αμερικανικού κοινού που βομβαρδίζεται με  "ατέλειωτη επίδειξη πλούτου, απληστίας και εξουσίας. Στρατιές από ζόμπι αποζητούν μία διασκέδαση φορτωμένη με κουτσομπολιό, παιχνίδι, "ριάλιτι tv", αποσβολωμένοι με την κενή γοητεία μιας κουλτούρας διασημοτήτων".

Ο λόγος του Giroux είναι αναμφισβήτητα μία κατακραυγή. Και είναι σημαντική η επισήμανσή του ότι η ένταση με την οποία το ζόμπι στοιχειώνει την σύγχρονη κουλτούρα συμπίπτει με την νέα τάξη που επιβάλει το παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο, και την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού. Είναι, ωστόσο, αναγκαία μία παρατήρηση σχετικά με την ανάλυσή του: Είναι διακριτό  σαν πρόβλημα ότι καταρχήν η έννοια "ζόμπι" χάνει την οξύτητα που έχει, εφόσον σχηματικά περιλαμβάνει εκμεταλλευτές κι εκμεταλλευόμενους. Στην ανάγνωση του φαινομένου από αυτόν, το ζόμπι δεν είναι μόνο ένας κατεστραμμένος, νεκροζώντανος οργανισμός, που χωρίς σκέψη και θέληση λειτουργεί σαν έρμαιο, όπως συνήθως κατανοείται σαν έννοια. Ως ζόμπι χαρακτηρίζεται κι ο ταγός της αγοράς που τρέχει μπροστάρης σε αυτόν τον αλλόφρονο καλπασμό των "αλόγων" προς τον γκρεμό. Μα έτσι, αυτοί που στις συγκεκριμένες συνθήκες του "καζινο-καπιταλισμού"οδηγούν, "στα τυφλά" υπονοείται,   μπορεί να αποκτήσουν ελαφρυντικά, λόγω μειωμένης ευθύνης... Κατά συνέπεια, και το σύστημα μπορεί να κρίνεται με επιείκεια, εφόσον καθοδηγείται από ανεύθυνους...  Τελικά, η αναγωγή της κακοδαιμονίας στο γεγονός ότι έχουμε οδηγηθεί σε τούτη τη φρίκη λόγω της έλλειψης ελέγχου του αδηφάγου χρηματοπιστωτικού συμπλέγματος , μπορεί να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι, με έναν ορθολογικό έλεγχό του, ή άλλως, ότι με διαφορετικό μείγμα πολιτικών, η κατρακύλα ενδεχομένως θα αναχαιτιστεί, κι ότι δηλαδή αυτή η τρομακτική μηχανή που λειτουργεί εκτός ελέγχου, από μια πιο φωτισμένη δεσποτεία, επιδέχεται επισκευή και επιδιόρθωση.

Ως προς αυτό, πιο σαφής είναι ο αμερικανός πολιτικός και οικονομικός αναλυτής,  Matt Taibbi - γνωστός ως πολέμιος του νεοφιλελευθερισμού ο οποίος, όπως έχει γράψει, "έχει αναλώσει τη ζωή του για χρόνια τώρα στον  αγώνα κατά της διαφθοράς στην Wall Street" [3]. Με τρόπο παρόμοιο με αυτόν του Giroux, βάλλει κατά του συστήματος στο οποίο ο νεοσυντηρισμός, κι η κατρακύλα προς μιαν αποσάθρωση του κοινωνικού ιστού που επιφέρει, συνδιάζεται με  απληστία, απάτη και βία. Καλεί προς έλεγχο του μεγάλου τραπεζικού κεφαλαίου. Όπως διευκρινίζει, όμως, η έκκληση, η δική του και άλλων, για θέσπιση νομοθεσίας που να επιβάλει τη διάσπαση των μεγα-τραπεζών και μονοπωλίων σε μικρότερες μονάδες "δεν είναι κάποιο είδος σοσιαλιστικής προκήρυξης του τέλους του καπιταλισμού"[4]. Κι όταν ο ίδιος κατονομάζει την Goldman Sachs, ως "τη μεγαλύτερη επενδυτική τράπεζα  που, σαν τεράστια σουπιά- βρυκόλακας τυλιγμένη στο πρόσωπο της ανθρωπότητας, ανελέητα ρουφά το αίμα της για να το μεταγγίσει σε οτιδήποτε βρωμάει χρήμα" [5], δεν καλεί για ανατροπή του συστήματος, κι αν βλέπει γενικά την άνοδο του μονοπωλίου  ως πηγή της κακοδαιμονίας, δεν φαίνεται να αποδέχεται και πως είναι συστημική, εγγενής στον καπιταλισμό της απληστίας που καταγγέλλει. Ούτε πως ο βαμπιρισμός του συστήματος χρειάζεται μία μάζα καθυπότακτων χωρίς ουσιαστική βούληση και ικανότητα να αντισταθούν.

Σε τέτοιες αναλύσεις αγανάκτησης, σ' ό,τι αφορά τη χρήση της μεταφοράς του νεκροζώντανου, απουσιάζει μια ανάγνωση του δίπολου "βρυκόλακας-ζόμπι", με τέτοιο τρόπο ώστε συμβολικά να μπορεί να εκφράσει τα δύο άκρα ενός πλέγματος σχέσεων, με κυριότερη σχέση αυτή που βρίσκεται στον πυρήνα του καπιταλισμού: εννοώ τη σχέση εκμεταλλευτή με εκμεταλλευόμενο και τον ρόλο αυτού που, κατέχοντας τα μέσα παραγωγής, κατέχει και μία φαινομενικά υπερφυσική δύναμη που του επιτρέπει να καταχραστεί το σώμα και την ψυχή του συνανθρώπου του,  κυριολεκτικά πίνοντάς του το αίμα, αφαιρώντας του τη ζωτικότητα του σώματος του και μετατρέποντάς τον σε νεκροζώντανο που στερείται και την ικανότητα να κρίνει. Αυτού που κατέχει την εξουσία που του επιτρέπει από το να ακρωτηριάσει έως και να αφανίσει το σώμα και την ψυχή των καθυπότακτων που εξουσιάζει. Απουσιάζει και η επίγνωση ότι,  αναγκαστικά, για να λειτουργήσει συστηματικά αυτή η σχέση θα πρέπει το θύμα αυτής της φρικτής κατάχρησης να πάρει τα χαρακτηριστικά του άβουλου έρμαιου που, όπως ειπώθηκε, άγεται και φέρεται σ' ένα όργιο εκμετάλλευσης, καταπίεσης, αιματηρής βίας και καταστροφής. Το θύμα αυτό, ετσι, δεν εκπροσωπείται από το σύγχρονο αρχέτυπο του ζόμπι χωρίς μια σύγχυση.

Είναι προφανές ότι οποιαδήποτε προσέγγιση του φαινομένου του νεκροζώντανου τέρατος, είτε πρόκειται, απλά ή συνθετα, για μία μεταφορική σχηματοποίηση της πραγματικότητας, όπως στο παράδειγμα του Giroux, είτε σαν ερμηνευτική ανάγνωση του φαινομένου ως έκφραση του φόβου από τη βίαια κατάχρηση ανθρώπου από άνθρωπο, όπως αυτή του ΜcΝally, ούτως ή άλλως, στην καλύτερη περίπτωση συνιστά θεωρία. Ωστόσο, εφόσον η θεωρία δεν ανάγεται σε θεώρημα, το ζητούμενο ίσως είναι να δούμε ποιά προσέγγιση οδηγεί πλησιέστερα στην κατανόηση του φαινομένου και στη λύση του προβλήματος που βιώνεται ως συστημική φρικωδία εκφραζόμενη στο φαινόμενο. Σε τούτο το πλαίσιο, αν δηλαδή η επιδίωξη είναι να κατανοηθεί το πρόβλημα για να λυθεί , μια προσέγγιση του τέρατος όπως αυτή του McNally, είναι χρησιμότερη για τρεις τουλάχιστον λόγους. Ο πρώτος είναι ότι ερμηνεύοντας το φαινόμενο το ανακρίνει προσπαθώντας να δει τι κρύβεται πίσω του και στην πορεία διακρίνει πραγματικούς και υπαρκτούς φόβους που πηγάζουν από τον έκδηλο κίνδυνο και την απειλή που συνεχώς εγκυμονεί η καπιταλιστική αγορά  κατά της σωματικής και ψυχικής ακεραιότητας του σύγχρονου ανθρώπου. Ο δεύτερος είναι ότι, ακριβώς επειδή δεν παραβλέπει την βαθύτερη αντίθεση που κρύβεται πίσω από τη επιφάνεια, πράγματι αποκαλύπτει με δραματικά ανάγλυφο τρόπο αυτήν την κατηγορία ανθρώπων που μετατρέπονται ή που προορίζονται να μετατραπούν σε ζόμπι, και απέναντί τους τις δυνάμεις που επιδιώκουν να επιφέρουν αυτή τη μετατροπή. Κατά συνέπεια, αναδεικνύει και το ποιες δυνάμεις έχουν συμφέρον και υποχρέωση να αποτρέψουν αυτή την μετατροπή που απειλεί την ίδια τη φύση τους. Ο τρίτος λόγος είναι ότι μία τέτοια προσέγγιση συνιστά και ένα διδακτικό παράδειγμα που αφορά την αναγκαιότητα αποκωδικοποίησης των πολιτιστικών γεγονότων και δείχνει πώς η θεωρία  μπορεί επωφεληθεί από αυτό. Το επόμενο αναγκαίο βήμα είναι, εκτός απο ευριστική, να αποκτήσει και πρακτική χρησιμότητα. Και σ' αυτό θα εστιάσουμε παρακάτω.

Το θέμα άπτεται και του προβληματισμού για το πώς μπορεί να είναι γενικά η θεωρία, και ειδικά πως πρέπει να είναι η γλώσσα των επαναστημένων και για την αναγκαιότητα η γλώσσα αυτή, και τότε που πρέπει να  παίρνει αυστηρά επιστημονικό χαρακτήρα (στην περίπτωσή μας,  εστιάζοντας στην κοινωνικη, οικονομική και πολιτική δομή αυτού που πραγματεύεται), δεν επαρκεί απλά να μην παραβλέπει, πρέπει και να εκφράζει συνάφεια με την πολιτισμικο γίγνεσθαι εμπλουτιζόμενη από τη ανάγνωση του. Τι θα κερδίσει από αυτό;

Ειρήσθω εν παρόδω, έχει πολλάκις παρατηρηθεί πως η θεωρία του Freud, που μας απασχόλησε κι εδώ, και που έχει στοιχειώσει την σκέψη του εικοστού αιώνα, έχει τέτοια δύναμη γιατί είναι και αισθητικά πολύ ωραία. Δεν περιγράφει απλά, σωστά ή λάθος, την δυναμική της ψυχής, έχει αναφαίρετα ενσωματωμένο κι ένα αρχαίο μύθο, εμπλουτιζόμενη απ' τη δραματική δύναμη του - τον μύθο του Οιδίποδα. Οι κλινικές περιπτώσεις ψυχανάλυσης που ο ίδιος ο Freud χειρίστηκε και κατέγραψε, διαβάζονται επίσης και σαν λογοτεχνία. H ψυχανάλυση ήταν δημιούργημα, πρώτιστα τολμώ να πω, ενός μεγάλου μάστορα του λόγου.

Δεν είναι απλά θέμα αισθητικής, και είναι προφανές ότι με αυτό τον τρόπο εμπλουτίζεται η γλώσσα με στοιχεία που της επιτρέπουν να εκφράσει πιο συγκεκριμένα ή ζωντανά το ανθρώπινο δράμα και στην έκφραση αυτή να γίνει πληρέστερη και η κατανόησή του. Αυτή η στάση είναι προφανής στο έργο των κλασσικών του μαρξισμού. Δεν θα είμαι ο πρώτος, προφανώς, ούτε ο τελευταίος που θα παρατηρήσει ότι το κεφάλαιο του Μαρξ μπορεί να διαβαστεί με διάφορους τρόπους, ένας από τους οποίους είναι και σαν ανθολογία πάμπολων αναφορών σε ένα ευρύ φάσμα τού πολιτισμού και της γραμματείας διαθέσιμης στον ίδιο  [6], πέραν από αυτό που αφορά την συστηματική μελέτη και κριτική της πολιτικής οικονομίας. Αυτό δεν συνιστά μονάχα ένα κείμενο με επιπρόσθετη αισθητική αξία, με την έννοια ότι επιτρέπει την ανάγνωσή του  και σαν λογοτεχνία, αλλά το εμπλουτίζει με τρόπο που καθιστά την εικόνα του κόσμου που αποκαλύπτει πληρέστερη. Αίφνης, η πολυαναφερόμενη φράση του Μαρξ, "το κεφάλαιο είναι νεκρή εργασία, και σαν βρυκόλακας, ζει ρουφώντας ζωντανή εργασία, και ζει περισσότερο όσο περισσότερη εργασία ρουφάει" [7], είναι ταυτόχρονα μια αναφορά σ' ένα πολιτισμικό αρχέτυπο της εποχής του, και μία ποιητική μεταφορά. Για να μπορέσει να συλλάβει μία τέτοια έκφραση (πράγμα που γενικότερα είναι ενδεικτικό του ύφους της γραφής του) ο Μαρξ, εκτός από το ότι θα έπρεπε να έχει ευαίσθητη αντίληψη του πολιτισμικού γίγνεσθαι της εποχής του, να έχει διαβάσει ειδικά και ποίηση, (κι είναι γνωστό πως, όχι μόνο διάβασε, αλλά έγραψε και ποίηση). Μα δεν μένει εκεί - ένα αποτέλεσμα αυτής της στάσης και τακτικής είναι ότι η φρικωδία της κεφαλαιοκρατίας μεταφέρεται με την δέουσα έμφαση.

Τέλος, κάτι πολύ σημαντικό: είναι δοσμένο ότι ο σοσιαλισμός θα χτιστεί με ανακυκλώσιμα υλικά του αποδομημένου καπιταλισμού και, απαραίτητα, μετά την ολική κατεδάφιση του κράτους του. Μα θα πρέπει να θεωρείται επίσης δοσμένο πως για να σταθεί είναι αναγκαία η διάλυση και επανασύνθεση του πλέγματος που κληρονομεί από τον καπιταλισμό, το οποίο μετατρέπει οικονομικές αναγκαιότητες σε πολιτισμό). Άρα, η ένδειξη ότι οι επαναστατημένοι έχουν επίγνωση, όχι γενικά  και σχηματικά του τρόπου με τον οποίο η κουλτούρα αντανακλά τη δομή και το θεμέλιο, αλλά με λεπτομερή εικόνα του πώς, ενώ  στέκει πάνω απ'  τα θεμέλια του συστήματος, συνάμα το πληροφορεί, σημαίνει πως είναι ανταπόκριση σε μια επιτακτική ανάγκη: να διακρίνει στον πολιτισμό αυτό που αξίζει να διατηρηθεί και, για να κάνει αυτή την διάκριση, πρέπει να το γνωρίζει. Η κριτική  προσέγγιση αυτής της σχέσης λέει και κάτι πολύ σημαντικό για το τί είδους πολιτισμό φανταζόμαστε να χτίζεται πάνω στην νέα βάση της κοινωνίας. Κι ίσως αυτό, το πιο έκδηλο, δηλαδή η εικόνα του πολιτισμού (σε σύγκριση με το σχήμα της οικονομικής βάσης), να προσελκύει ή να αποκρούει με μεγαλύτερη δύναμη αυτούς που πρέπει να κάνουν υπόθεσή τους την θεμελίωση, ανέγερση και συντήρηση ενός νέου κοινωνικού κτίσματος. Φυσικά, αν πρόκειται για μία αλληλεπίδραση των δύο, της βάσης με το εποικοδόμημα, τότε για να είναι ζωτική και αληθινή αυτή η επίγνωση της αλληλεπίδρασης πρέπει κι από τώρα να φαίνεται στην σκέψη και τον λόγο των επαναστατημένων ο αμφίδρομος χαρακτήρας της.

***

Σημειώσεις


1. Voltaire,  Philpsophical Dictionary,  VAMPIRES
https://ebooks.adelaide.edu.au/v/voltaire/dictionary/chapter463.html

2.  Henry A. Giroux, Zombie Politics and Culture in the Age of Casino Capitalism”, Peter Lang Publishing,  2010
3.Matt Taibbi, My Advice to the Occupy Wall Street Protesters: 
Hit bankers where it hurts, Rolling Stone, 12 Oct. 2011, 
http://www.rollingstone.com/politics/news/my-advice-to-the-occupy-wall-street-protesters-20111012#ixzz492E2TSHf

4. Matt Taibbi, Why the Banks Should be Broken up, Rolling Stone,  8 April 2016
http://www.rollingstone.com/politics/news/why-the-banks-should-be-broken-up-20160408#ixzz48RXlPgkC

5. Matt Taibbi, The Great American Bubble Machine, Rolling Stone, 5 April, 2010
http://www.rollingstone.com/politics/news/the-great-american-bubble-machine-20100405#ixzz49K6WSyRc


6. Robert Paul Wolff , Moneybags Must Be So Lucky: On the Literary Structure of Capital, 
Society for Philosophy & Culture, Wellington, 2013, first published, The University of Massachusetts Press, Amherst, 1988 

7. Karl Marx. Capital, Volume I, chapter 10, section 1. [Trans. Ben Fowkes. London: Penguin Books\]

Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

Τα σταφύλια του Ζεύξιδος και το Νεκροζώντανο [3]




[Προηγούμενα: μέρος 1, μέρος 2. Επόμενο: μέρος 4, μέρος 5]
***

Παρακάτω παραθέτω βασικές, κατά την κρίση μου, ιδέες από το βιβλίο του David McNally,  Monsters of the Market: Zombies, Vampires and Global Capitalism (Τερατα της Αγορας: Ζομπι, Βρυκόλακες και Παγκοσμιοποιημένος Καπιταλισμός) [1] το οποίο, παρεμπιπτόντως, στο σύνολό του συνιστά μία μελέτη βαθιάς και ευρείας σκοπιάς του φαινομένου που φωτίζει πτυχές του.

Καταρχήν, είναι προφανές ότι μία αποκλειστικά ψυχολογική και ειδικά μία αποκλειστικά ψυχαναλυτική ερμηνεία εμφανίζεται ως έντονα ανεπαρκής, αν όχι αυθαίρετη. Και είναι εν μέρει αυτό - η αίσθηση ανεπάρκειας -  που δίνει τόπο στη διαφωνία μου με την πεποίθηση του εν λόγω συγγραφέα ότι η ψυχανάλυση, σαν ερμηνευτικό παράδειγμα, μπορεί να αποτελέσει συστατικό στοιχείο μιας συνολικής, μαρξιστικής θα πρόσθετα, προσέγγισης του φαινομένου, συγκεκριμένα, όταν σαν τέτοια αυτή διδάσκει πως την ίδια ώρα που απωθούμε τα πράγματα που εκφράζουν την φρικτή και τερατώδη φύση του καπιταλισμού, "επιθυμούμε συνάμα και να τα γνωρίσουμε, και πραγματικά πρέπει να να τα γνωρίσουμε, αν είμαστε διατεθειμένοι ν' αλλάξουμε τους εαυτούς μας και τον κόσμο".

Η αλήθεια είναι ότι, αυτό που η ψυχανάλυση περιγράφει συχνά με σχολαστική λεπτομέρεια ως δυναμική εσωτερικών αντιθέσεων, ή διαπάλης στην ανθρώπινη ψυχή, είναι άρρηκτα συνυφασμένο με μία αιτιολογία η οποία είναι ακόμα  ανεπίδεκτη τεκμηρίωσης  με αδιαμφισβήτητο και  επιστημονικό τρόπο,  καταρχήν στον φυσικό της χώρο, ήτοι  στον χώρο της ψυχοθεραπείας.[2] Μετά, ακόμα κι αν δεχτούμε πως το μοντέλο που πρότεινε ο Freud όντως περιγράφει ακριβώς την δυναμική του ψυχικού κόσμου, από πουθενά δεν προκύπτει ότι η αποκάλυψη αυτού που κρύβεται στο ασυνείδητο, η γνώση του, ή η ερμηνεία του επαρκούν για ν' αλλάξει το άτομο τον εαυτό του [3]. Κάτι άλλο πολύ βασικό  χρειάζεται.

Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για την γνώση ή κατανόηση των κοινωνικών και πολιτιστικών φαινομένων. Από μόνες τους δεν επαρκούν, αν και είναι αναγκαίες, για την "αλλαγή του κόσμου"... Ωστόσο, θα συμφωνούσα με τη θέση ότι μία ερμηνευτική προσέγγιση ενός πολιτιστικού φαινομένου απαιτεί πληροφόρηση και συχνά έννοιες από πολλαπλές περιοχές συστηματοποιημένης γνώσης. Εν προκειμένω, το Ψυχαναλυτικό Παράδειγμα εμπεριέχει έννοιες και όρους που θα μπορούσαν να εμπλουτίζουν την γλώσσα με την οποία ερμηνεύεται και την κατανόηση του φαινομένου, συμβάλλοντας στην ερμηνευτική του πληρότητα ή πειστικότητα.

Ο McNally ισχυρίζεται πως  η ψυχανάλυση (σε ριζοσπαστική εκδοχή της) μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα για να ερμηνευτούν  τα τραύματα που συνοδεύουν την εμπορευματοποίηση της καθημερινής ζωής και πως η κριτική θεωρία θα πρέπει να είναι σε θέση να αναπτύξει μια διαλεκτική οπτική, τέτοια που να συνιστά  τρόπους για να εμφανιστεί το αόρατο. Διότι τα βασικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού, όπως ο Μαρξ μας υπενθύμισε συχνά, δεν είναι άμεσα ορατά.Τα αποτελέσματα παραγωγικών διαδικασιών του συστήματος μπορεί να είναι απτά, ορατά και μετρήσιμα μεν, όπως και τα πράγματα και τα πρόσωπα - εμπορεύματα στην αγορά ("εργοστάσια γεμάτα μηχανήματα, εργάτες που στραγγίζονται  στο σκλαβοπάζαρο, ουρές ανθρώπων που αναζητούν εργασία ή ψωμί"), αλλά άφαντες κι αφηρημένες παραμένουν οι σχέσεις παραγωγής, όπως και μυστήριος ο τρόπος με τον οποίο οι σχέσεις αυτές αλληλεπιδρούν με τις δυνάμεις παραγωγής. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η κριτική θεωρία καλείται να δει και να αποκαλύψει το αόρατο, χαρτογραφώντας το.

Αν αυτή η αλληλεπίδραση, θα πρόσθετα εδώ,  μεταξύ σχέσεων και δυνάμεων παραγωγής παραμείνει αόρατη, τότε η μετατροπή της ανθρώπινης ενέργειας σε  πράγματα, αποξενωμένα από τον ίδιο τον ανθρώπινο παράγοντα με την μορφή εμπορεύματος, αποκτά μία απρόσβλητη κανονικότητα την οποία το κεφάλαιο μετατρέπει σε ψευδαίσθηση φυσικότητας -  δηλαδή  αυτό που επιβάλλεται σαν κανόνας,  η σαν κοινωνική συνθήκη, καλλιεργείται ιδεολογικά ως απόρροια της φύσης. Στην επιφάνεια, στη μορφή του καπιταλισμού, εμφανίζεται μεν η ανισότητα μεταξύ ανθρώπων ως απόρροια της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, αλλά χωρίς επίγνωση της βαθύτερης ουσίας, η κατανόηση της οποίας μπορεί να οδηγήσει σε ανατρεπτική δράση των υποκειμένων της εκμετάλλευσης. Τότε η συνθήκη ζωής του εκμεταλλευόμενου αποδίδεται στην κακή φύση των ανθρώπων, που δεν αλλάζει, ενώ η κοινωνική, ταξική αντίθεση παίρνει τον μεταφυσικό χαρακτήρα μιας αντίθεσης μεταξύ του,"καλού" και του "κακού". Κάτι που στην τέχνη μπορεί να αντανακλάται, κάπως αφελώς, σαν διαπάλη μεταξύ του φυσικού και του  παρά φύσει, μεταξύ του τέρατος και του " κατ' εικόνα και ομοίωση του θεού", τελικά μεταξύ του φαντασιακού νεκροζώντανου και του πραγματικού ζωντανού.

Ο McNally λεει ότι οι αόρατες δυνάμεις - οι δυνάμεις της αγοράς - είναι ταυτόχρονα φανταστικά πραγματικές: Αγοραίες δυνάμεις συνιστούν τρομακτικές  πτυχές ενός παράξενου και απίστευτου κόσμου που παρουσιάζεται ως φυσιολογικός, φυσικός, κι αμετάβλητος. Για το λόγο αυτό, φανταστικές τεχνοτροπίες και είδη, είτε είναι λογοτεχνικά ή λαογραφικά, μπορεί περιστασιακά να φέρουν ένα κριτικό φόρτισμα, συνιστώντας ένα γκροτέσκο ρεαλισμό που "μιμείται τον παραλογισμό της καπιταλιστικής νεωτερικότητας" και μπορεί να λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά,  εκθέτοντας τη φύση του συστήματος. Το φαινόμενο γίνεται αισθητό καθώς η παγκόσμια επέλαση ανεξέλεγκτων  αγοραίων δυνάμεων εντείνει τις ανησυχίες σχετικά με την ακεραιότητα του έμβιου σώματος και δημιουργεί τρομακτικές εικόνες μαγικής συσσώρευσης δύναμης και πλούτου, και σκοτερινων δυνάμεων που εκμεταλλεύονται μια ζόμπι-εργασία.

Πως όμως; Τις μυθικές εικόνες ως συμβολικές των φρικτών πτυχών του καπιταλισμού, η κριτική θεωρία θα έπρεπε να διαβάσει με το τον τρόπο που η ψυχανάλυση ερμηνεύει τα όνειρα - ως κατ 'ανάγκην κωδικοποιημένες μορφές της φρικωδίας του συστήματος, διατείνεται ο συγγραφέας. Η δε  ανατρεπτική γνώση, που απορρέει από την αποκωδικοποίησή των, υπόσχεται ριζικές ιδέες και μετασχηματιστική ενέργεια. Με εξόρυξη από μια λαϊκή εικονογραφία  όπου το φανταστικό κατοικείται από Βρυκόλακες και ζόμπι και κακόβουλες εταιρείες που απαγάγουν και τεμαχίζουν ανθρώπους, η κριτική θεωρία (κατά τον McNally) θα πρέπει να κατασκευάσει σοκαριστικές τακτικές που μας επιτρέπουν να δούμε  το τερατώδες στην τέχνη ως εξάρθρωση υλικού από  την καρδιά της εμπορευματικής συνθήκης...

Καλό ακούγεται, αλλά το πώς τεχνικά και πρακτικά θα μπορούσε αυτό να γίνει, μου φαίνεται δύσκολο να φανταστώ. Άλλωστε, η ερμηνεία των ονείρων με ψυχαναλυτικά εργαλεία, στην καλύτερη περίπτωση παραμένει τέχνη, χωρίς ποτέ να έχει προβιβαστεί σε επιστήμη. Ωστόσο, και πάντα με την προϋπόθεση ότι στέκει σαν τέχνη, όπως και στην ψυχανάλυση μία τέτοιου είδους ερμηνεία μπορεί να έχει πρακτική και αισθητική χρησιμότητα. Το αν αυτό μπορει να αναχθεί σε επιστήμη ιστορικο-υλιστικών απαιτήσεων παραμένει, κατά την κρίση μου, ένα ερώτημα.
✴✴✴✴✴✴✴✴✴

1] Monsters of the Market: Zombies, Vampires and Global Capitalism (Historical Materialism Books (Haymarket Books)) by David McNally
[Σε pdf: 4da003546437bc6b78fc9b3c6f626a15fdcc932e, ]July, 2012

2, 3] Έρευνες που συγκρίνουν την αποτελεσματικότητα της ψυχοδυναμικής θεραπευτικής προσέγγισης (η οποία κατά βάση πληροφορείται από την θεωρία του Frued) σε σχέση με άλλα μοντέλα με ριζικά διαφορετική επιστημολογία, όπως αυτο της Γνωστικής - Συμπεριφορικής Ψυχοθεραπείας και της Ανθρωπιστικής προσέγγισης του Carl Rogers, δεν δείχνουν σημαντικές διαφορές σε κλινικά αποτελέσματα. Και πλέον θεωρείται σίγουρο και είναι κοινά αποδεκτό ότι αυτό που θεραπεύει δεν είναι η επιστημολογία, η θεωρία ή ακόμα κι οι τεχνικές, αλλά η ιδιαίτερη σχέση του ψυχοθεραπευτή με τον πελάτη.

✴✴✴
Image borrowed from here
(Συνεχίζεται)

Κυριακή 3 Απριλίου 2016

Τα σταφύλια του Ζεύξιδος και το Νεκροζώντανο [2]


[Προηγούμενο, μερος 1.  Συνέχεια: μέρος 3, μέρος 4, μέρος 5]

***


Δεν θέλω του πατέρα σου το θρόνο
Το θησαυρό, το σκήπτρο, την κορώνα 
Εσένα αγαπώ, της λέει, εσένα μόνο -
Σε θέλω δίχως μέτρο, όριο και κανόνα.

Αδύνατον να μ' έχεις έτσι, λέει εκείνη
Έχω ξαπλώσει και το σκέπασμα μου είν' η γη
Μόνο τη νύχτα αργά κι όταν η όρασή σου σβήνει 
Μ' ένα φιλί θα πιω απ' τη ματωμένη σου πληγή [1]

Σε μια ερμηνεία του φαινομένου του νεκροζώντανου είναι θαρρώ σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι το ζόμπι δεν αντικαθιστά τον βρυκόλακα, αλλά τον συμπληρώνει σε μία περίοδο εφιαλτικής παρακμής της σύγχρονης κοινωνίας όπου η απειλή κι ο φόβος του θανάτου όχι απλά ελλοχεύουν παντού αλλά και υπερισχύουν εις βάρος μιας υπόσχεσης ή ελπίδας για επιβίωση.  Συνάμα, ένας βαμπιρισμός μπορεί να χαρακτηρίσει κάθε πτυχή ή εκδοχή των ανθρώπινων σχέσεων. Από μια παρασιτική και καταχρηστική επιβίωση του ενός εις βάρος του άλλου σε διαπροσωπικές σχέσεις (σχέσεις γάμου, έρωτα ή φιλίας, ενδοοικογενειακές σχέσεις κτλ) έως την βίαια "πόση αίματος ή και ιδρώτα" στον κανιβαλισμό μιας ομάδας ανθρώπων από άλλη στις σύγχρονές μας κοινωνικές σχέσεις. Και "φυσικά" καταχρηστική καθίσταται και η σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον που φτιάχνει και με την φύση εν γένει.   

Ένας γενικός συσχετισμός του βαμπιρισμού με τον καπιταλισμό είναι προφανής. Μα δεν επαρκεί σαν απάντηση στο ερώτημα "πού οφείλεται, καταρχήν, η επίμονη παρουσία του βρυκόλακα στην σύγχρονη κουλτούρα". Πρόκειται για ένα είδος εμμονής. Μια προσπάθεια κατανόησης αυτής της εμμονής, αρχικά είναι σχεδόν σίγουρο πως θα διασταυρωθεί με την  ψυχολογική ερμηνεία του φαινομένου, και με την έννοια ότι ακόμα και σε μια μία πρόχειρη έρευνα ερμηνευτικών προσεγγίσεων του 'νεκροζώντανου' είναι αδύνατο να παραβλεφθεί η ψυχολογική ερμηνεία με όρους ψυχανάλυσης.

Καταρχήν,  είναι χρήσιμη η επισήμανση του Richard  M.  Gottlieb, ότι "όλοι οι θρύλοι για τους βρυκόλακες και νεκραναστημένους, ανεξάρτητα απ' το πόσο διαφέρουν ο ένας απ' τον άλλον σε λεπτομέρειες, είναι επικεντρωμένοι σε ψυχικές αντιδράσεις απώλειας αντικειμένου. Χωρίς θάνατο δεν θα υπάρχει βρυκόλακας".[2]

Η έννοια της απώλειας είναι βασική και θεμελιώδης σε μιαν ερμηνευτική προσέγγιση του μοντέρνου θρύλου του  βρυκόλακα. Και παρότι η ψυχαναλυτική προσέγγιση είναι συνήθως αγκυροβολημένη στην θέση του  Freud ότι ο αρρωστημένος φόβος πάντοτε σημαίνει απωθημένες σεξουαλικές επιθυμίες με καταγωγή στο βρεφικό, προ-γλωσσικό στάδιο εξέλιξης του ατόμου όπου η έκφραση της γενετήσιας επιθυμίας, εκτός από "πολυμορφικά διεστραμμενο" χαρακτήρα, παίρνει αιμομικτικό και πατροκτονικό/ μητροκτονικό χαρακτήρα, εντούτοις το βασικό, κατά την κρίση μου, στοιχείο της είναι ότι βλέπει την γέννεση ή και την εξέλιξη αυτού του νεκροζώντανου τύπου σαν αποτέλεσμα απώλειας. Με βάση την ψυχανάλυση, αυτή η απώλεια βιώνεται σε προσωπικό-ατομικό επίπεδο και αφορά γενικά την αποχώρηση ενός "σημαντικού άλλου" για ένα τόπο εντελώς απρόσβατο στο άτομο που μένει πίσω, και που νιώθει σαν να εγκαταλείπεται και να θρηνεί: αφορά την αποχώρηση για τον τόπο των πεθαμένων. Μα για να λειτουργήσει ο μύθος του βρυκόλακα πρέπει το άτομο να πάσχει από την κοινή ψύχωση που εκφράζεται σαν πεποίθηση ότι υπάρχει ζωή εν τάφω. Η πίστη στη μετά θάνατον ζωή επ' ουδενί συνεπάγεται και εξάλειψη της φρίκης που προκαλεί στο ίδιο άτομο ο αναπόφευκτος θάνατός του. Έτσι, διατηρεί έναν αντιφατικό χαρακτήρα. Αφενός καθιστά δυνατή την ιδέα της επανένωσης του πενθούντος ατόμου με το χαμένο αγαπημένο του πρόσωπο, αλλά, αφετέρου, αυτό καθίσταται "δυνατόν"  μόνο με υπέρβαση ενός φυσικού ορίου - που είναι το όριο μεταξύ του νεκρού και του ζωντανού. Ήτοι, μια τέτοια συνάντηση παραμένει παρα φύσει σαν ενδεχόμενο και διατηρεί κατ' ανάγκη τη φρίκη από την επίγνωση ότι η επαφή με τον νεκρό είναι άμεση επαφή με το επακόλουθο του θανάτου. 

Στην ψυχανάλυση οφείλουμε την έννοια της προβολής, ως μηχανισμό ψυχολογικής άμυνας,  όταν το άτομο αρνείται να δει ένα πρόβλημα σαν δικό του και το αποδίδει ή το "βλέπει" σαν πρόβλημα άλλου και, απαλλάσσοντας τον εαυτό του από την υποχρέωση να το λύσει, αμύνεται. Εν προκειμένω, κατά μία διαδεδομένη ψυχαναλυτική ερμηνεία, η επιθυμία επανασυνεύρεσης με το απολεσθέν αντικείμενο πόθου προβάλλεται στον βρυκόλακα. Αυτός επιδιώκει την συνεύρεση με το αντικείμενο πόθου του που συνάμα είναι και θύμα του, διότι μέρος της ιεροτελεστίας είναι ο βρυκόλακας να στερήσει τη ζωτικότητα του αντικειμένου πόθου του, πίνοντας το αίμα του, μετατρέποντας το σε νεκροζώντανο. 

Στο κλασσικό δοκίμιό του, On the Nightmare [Για τον Εφιάλτη], ο  Ernest Jones μιλάει για στενή σύνδεση της λιβιδώ με τον νοσηρό φόβο, πράγμα που στη κλινική ψυχοπαθολογία εμφανίζεται σε μία κλίμακα μεταξύ ερωτικού ονείρου κι εφιάλτη. Το σαδιστικό στοιχείο που χαρακτηρίζει τον βρυκόλακα ερμηνεύεται με ψυχαναλυτικούς όρους:
"γνωρίζουμε από την ψυχο-ανάλυση ότι η αντικατάσταση της καταπιεσμένης σεξουαλικότητας από το φόβο είναι μια διαδικασία που συμβαίνει λόγω μιας επίμονης ύπαρξης  στο ασυνείδητο άλυτων αιμομικτικών συγκρούσεων της βρεφικής ηλικίας. Αυτό εξηγεί και τη σύνδεση του σαδισμού με τον φόβο σε αυτές τις πεποιθήσεις, τα όνειρα, κλπ, διότι η βρεφική  αντίληψη της σεξουαλικότητας είναι πάντα σαδιστική στη φύση της. Τρεις αλλαγές, λοιπόν, λαμβάνουν χώρα  στην αρχική επιθυμία: (1) η αγάπη μετατρέπεται σε σαδισμό, (2) το συμβάν προκαλεί τρόμο αντί επιθυμία και (3) το άτομο το οποίο η επιθυμία αφορά, αντικαθίσταται από ένα άγνωστο ον. Ακόμη και η ιδέα του ίδιου του θανάτου μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αντιπροσωπεύσει αυτό το άγνωστο ον: ο θάνατος απεικονίζεται συχνά ως μια επίθεση από το αιμομικτικό κόμπλεξ". [3]

Στην ψυχαναλυτική ερμηνεία, o κανιβαλισμός και η σεξουαλικά  καταχρηστική, ύπουλη δραστηριότητα του βρυκόλακα σαν έννοια συγγενεύει με τη μυθική φιγούρα του Incubus[4], που απαντάται σε θρύλους και φολκλόρ σε Ευρωπαϊκές χώρες. Μία έντονα πονηρή οντότητα που επισκέπτεται τη νύχτα αμέριμνα, παρθένα συνήθως, κορίτσια, για να προβεί σε ασέλγεια με αντικείμενο πόθου το σώμα τους την ώρα που κοιμούνται. 

****
Σημειώσεις

1. Ελεύθερη απόδοση δύο στροφών από το ποίημα του Heinrich Heine, Buch der Lieder, το οποίο παρατίθεται στο κεφάλαιο 'TheVampire', στο έργο  On The Nightmare, του Ernest Jones.

2. The  European  Vampire: Applied  Psychoanalysis  and  Applied  Legend Richard  M.  Gottlieb,  M.D. New  York  Psychoanalytic  Institute
https://scholarworks.iu.edu/dspace/handle/2022/2145

3. On The Nightmare, by Ernest Jones, Published 1930, Publisher Leonard And Virginia wolf, Osmania University
Πλήρες κείμενο online: https://archive.org/stream/onthenightmare032020mbp/onthenightmare032020mbp_djvu.txt

4. Δες Wikipedia: https://en.m.wikipedia.org/wiki/Incubus


-----_-----

Στο επόμενο: μία μαρξιστική προσέγγιση του νεκροζώντανου;