Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Ιουλίου 2017

Τρελός Μουσώνας


Panoramio - Photo of Cuckmere Haven and Chalk cliffs "The Seven ...


βινιέτες από την γηραιά Αλβιώνα

 
Τρελός Μουσώνας ράγισε μεσονυχτίς τα ρέλια.
Στο χέρι σου χλωρό κλαρί, χαρτί κι ένα φτερό.
Τέσσεροι κάμανε καιροί τα ρούχα σου κουρέλια.
Να σε σκεπάσω θέλησα, γλιστράς και δεν μπορώ.
(Από το ποίημα "Μουσώνας" του Ν. Καββαδία)



Η ατμόσφαιρα βάρυνε από χτες. Άρχισε να φυσάει και να βρέχει τερματίζοντας μια περίοδο  θερινής λιακάδας που κράτησε πάνω  από πέντε βδομάδες.

Εβρεχε όταν ξεκίνησα για να βρώ ένα  φίλο μου στην πόλη. Λίγο πριν συναντηθούμε σταμάτησεη βροχή, κι ο  ήλιος, ξεπροβαλοντας αδύναμα ανάμεσα στα σύννεφα, έκανε μπορετό να πιούμε τσάι στο "Meeting Place" - ένα αίθριο Cafe, με τραπεζάκια έξω, στην παραλία του Βrighton.

Έχω βραχεί πηγαίνοντας προς τα εκεί, και το σχολιάζει με το αγγλικό κλισέ: "Ωραίος καιρός  για πάπιες"...

Του λέω: "Έφερες τη βροχή από την Ελλάδα εδώ ... καλά περνούσαμε μέχρι  να έρθεις ..."

Μου "απολογείται", πληροφορώντας με ότι οι ασυνήθιστοι μουσώνες κι οι νεροποντές βαστάξαν μέχρι τον Ιούνη στην Ελλάδα, αλλά το ζεστό και λιόλουστο καλοκαίρι έφτασε εκεί αρκετές μέρες πριν ο ίδιος γυρίσει στην Αγγλία. "Παραδέχεται" μεν πως βρέχει εξαιτίας του εδώ, αλλά μόνο για να μου προσφέρει μιαν εντελώς "προσωπική ερμηνεία" του φαινομένου: βρέχει, μου εκμυστηρεύεται, διότι ενίοτε  η φύση εκφράζει αυτό που νιώθει εκείνος.

Τον κοιτάω χαμογελώντας, μάλλον  εξεταστικά  ... κι αποκρίνεται λέγοντας: "συμβαίνει..".  
Η ατμόσφαιρα άλλαξε εδώ, μου λέει, όταν εκείνος έλαβε κάποιο  δυσάρεστο μαντάτο από την Ελλάδα. Σκέφτομαι πως δεν είναι και τόσο ασυνήθιστο αυτό - όπου και να βρεθεί ο σημερινός  Έλληνας που δεν  είναι "άνοσος" από οικονομική άποψη, το πιθανότερο είναι να λάβει άσχημα μαντάτα από την Ελλάδα...

Η "περί ανέμων και υδάτων" κουβέντα συνεχίζεται όχι πια σαν προοίμιο στο "θέμα" που τον απασχολεί. Μου λέει πως πριν χαλάσει ο καιρός, καθημερινά περπατούσε στην παραλία της πόλης και δελεαζόταν να κολυμπήσει, αλλά  τον απωθούσε  η πράσινη θολούρα της θάλασσας εκεί. Προχτές, και πριν πάρει το μαντάτο (που "εκφράστηκε" και με την αλλαγή του καιρού...), είχε πάει στο Cuckmere Haven  - ένας κόλπος που σχηματίζεται στο δέλτα του ποταμού Cuckmere, Sussex - απ' όπου αρχίζει η σειρά των γκρεμών γνωστών με το όνομα Seven Sisters, κι είναι ένα από τα σημεία της ακτής στα οποία η θάλασσα "τρώει" τη στεριά.

Περπάτησε με την άμπωτη της παλίρροιας στους  πρόποδες της πρώτης από τις "Επτά Αδελφές" και κολύμπησε σε καθαρά νερά. Η πλημμυρίδα επέστρεψε κι η στάθμη της θάλασσας άρχισε ν' ανεβαίνει με απειλητική ταχύτητα. Εκείνος βγήκε βιαστικά αλλά το έδαφος στο οποίο πριν λίγη ώρα περπάτησε,  έγινε βυθός, κι έπρεπε να κολυμπήσει κρατώντας το πορτοφόλι του και το κινητό του πάνω απ' την επιφάνεια του νερού, για να φτάσει σαν  ναυαγός στον γιαλό! Τα ρούχα του τα πήρε ο ωκεανός ...  Ευτυχώς που η θάλασσα ήταν ήρεμη, ... γιατί, αν είχε κύμα και τον χτυπούσε πάνω στα  βράχια, μπορεί  και να πνιγόταν εκεί... Οι Επτά Αδελφές πρέπει να είναι στοιχειωμένες, μου λέει.   Εκτός  από πολλούς  που έχουν αυτοκτονήσει σαλτάροντας από την κορυφή του γκρεμού, αρκετοί πρέπει να έχουν πνιγεί από άγνοια ή  αμέλεια εκεί...

"Η ειρωνεία θα ήταν να πνιγώ πριν πάρω το κακό μαντάτο... κανείς δεν θα πίστευε πως πνίγηκα (ιδιαίτερα η πηγή του άσχημου μαντάτου, που ξέρει πως "δραπέτευσα" από την Σπιναλόγκα και κολύμπησα ως τη Ελούντα για να την βρω)... Θα πιθανολογούσαν πως αυτοκτόνησα... Κι εσύ, δεν θα ήξερες αν αυτοκτόνησα εξαιτίας ερωτικής ή  πολιτικής απογοήτευσης..."

Η απόκρισή  μου ήταν πως, στο τέλος  της  μέρας, είτε ήταν ερωτική είτε πολιτική η απογοήτευσή του, αν τον  οδηγούσε σε αυτοκτονία δεν θα έκανε καμία διαφορά,  ... ούτως η άλλως σπατάλη θα ήταν...

"... πιο πολύ μου αρέσει το αφήγημα ότι κινδύνεψες  να πνιγείς κάνοντας κάτι που σ' ευχαριστούσε... ό,τι μαντάτο και αν πήρες, στο φινάλε ..."



 

photo borrowed from here









Κυριακή 9 Ιουλίου 2017

"Πήγαινε πιο πέρα"

βινιέτες από την γηραιά Αλβιώνα

 

 Περιμένοντας το λεωφορείο για να πάω  στο κέντρο της πόλης, στεκόμουν κάτω  από το στέγαστρο της στάσης, στον ίσκιο - κείνη τη μέρα έκανε ζέστη ασυνήθιστη και για Ιούλιο εδώ. Λίγο πιο πέρα, ένας μελαμψός τύπος, τριαντάρης περίπου, μοιραζόταν τον ίδιο ίσκιο με μένα ενώ στεκόταν λίγο έξω από την στάση, καπνίζοντας. Δίπλα μου και λίγο πιο εξω ήταν μια νεαρή κοπέλα, με το προσώπό της εκτεθημένο στον ήλιο.

Η φωτεινή επιγραφή που δείχνει την ώρα άφιξης του λεωφορείου , λέει πως έχουμε τρία  λεπτά αναμονής ακόμα. Σκέφτομαι τι μπορεί να συμβεί μετά από δεκαπέντε λεπτά ανίας στη στάση του λεωφορείου (σε μια ήσυχη συνοικία στα περίγυρα του Brighton που κατοικείται σχεδόν αποκλειστικά  από μικροαστούς αγγλοσάξονες ), ώστε να κάνει την αναμονή ενδιαφέρουσα στα τρία λεπτά που απομένουν... Την ίδια στιγμή, δίνει απάντηση στο ερώτημα μου μια  κυρία που φτάνει στη στάση και στέκεται κοντά στον νεαρό. Δεν θα έλεγα πως ήταν άξια  παρατήρησης αν δεν έκανε την παρουσία της αισθητή με την συμπεριφορά της. Λεπτή, προχωρημένης ηλικίας, ξανθιά (με εμφανώς άσπρες τις  ρίζες των μαλλιών της) και κακοντυμένη - μάλλον ιθαγενής, Εγγλέζα. Το πρόσωπό  της ζαρωμένο, της δίνει η μια πικρόχολη έκφραση, μάλλον από κακουχία και κατάχρηση... ή  έτσι υπέθεσα.

Σχεδόν αμέσως μετά την άφιξή της εκεί, λοιπόν, η κυρία απευθύνεται  προς τον νεαρό, που κοιτάει αλλού, και να του πετάει ένα επιθετικό "excuse me", με έμφαση στον τόνο της φωνής της. Αυτός γυρίζει και την βλέπει παραξενεμένος. H ιθαγενής κυρία δεν του λέει  τίποτε άλλο, κι απλά του δείχνει την ταμπέλα στην στάση που γράφει το απαγορευτικό "No Smoking". Αυτός την αγνοεί και συνεχίζει να καπνίζει. Η κυρία, σε πιο υψηλό τόνο τώρα, του τονίζει πως την ενοχλεί ο καπνός του και, κάνοντας  μια απωθητική χειρονομία  με το χέρι της, του λέει να πάει πιο πέρα απ' τη στάση να καπνίσει... Κι αυτός της λέει πως στέκεται ήδη έξω  απ' την στάση (κι όντως έτσι είναι ...  επιπρόσθετα, ο καπνός του δεν την φτάνει ούτε κατά προσέγγιση) κι αν έχει πρόβλημα, τότε να πάει εκείνη πιο πέρα. Παρεμπιπτόντως, ο νεαρός μιλάει αγγλικά με Λονδρέζικη προφορά (cockney), και μάλλον είναι "γέννημα - θρέμμα" Βρετανός. Κι αυτή του λέει: "Αν δεν σ' αρέσουν οι νόμοι αυτής της χώρας, πήγαινε πίσω στην δική σου!"...

Εντωμεταξύ, το λεωφορείο που περιμένουμε έχει φτάσει, επιτέλους... Καθώς πλησιάζουμε να μπούμε  μέσα, η νεαρή κοπέλα που στεκόταν δίπλα μου με κοιτάει και, χαμογελώντας κάπως συνωμοτικά, μου λέει χαμηλόφωνα : "it's the heat..."  (φταίει η  ζέστη)...

Επιβιβαζόμαστε στο λεωφορείο όλοι, εκτός από τον νεαρό καπνιστή.

Λίγες στάσεις  πιο πέρα, παρατηρώ πως η ιθαγενής κυρία ετοιμάζεται να κατέβει. Μόλις βγαίνει στο πεζοδρόμιο βγάζει  ένα πακέτο τσιγάρα απ' την τσάντα της, ανάβει  ένα και αρχίζει να βαδίζει βιαστικά -  σαν να ξέρει καλά ποια είναι και πού θέλει να πάει..





  








Τρίτη 16 Μαΐου 2017

O Άργος


ULYSSES RECOGNISED BY HIS DOG ARGOS [*]
«Είσαι πανούργος... σαν τον Οδυσσέα...» του 'πε ο φίλος του, «Πάν έργον' είναι δυνατόν στα χέρια σου! Μέρος της προίκας σου απ' τη φύση είναι και η παρουσία σου...  Όπου κι αν πάς, ακομα κι αν αυτός που θα σε συναντήσει δεν γνωρίζει καν τις δεξιότητές σου και την ευρυμάθειά σου,  η «αύρα» σου από μόνη της σε καθιστά αξιοπρόσεκτο...»    
Κι άλλα παρόμοια του 'πε. Και θα  έπρεπε να τα δεχτεί σαν άγγιγμα μιας θετικής ενέργειας - δεν ήταν κούφια  κολακεία... Αλλά σκεφτόταν πως αν ήταν ετσι, τότε είναι μυστήριο που τα γνωρίσματα που του προσάπτει ο φίλος του δεν τον καθιστούν «σπουδαίο» στα δικά του μάτια..... Κάπως δεν του άρεσε ν' ακούει επαίνους. Αποκρίθηκε λοιπόν χαμογελώντας κι ευχαρίστησε τον φίλο του, κρατώντας σιωπηρή αυτή την σκέψη:
 «Εγω ξέρω ποιος είμαι άραγε; Ας ήμουνα τουλαχιστον ο Άργος - ο σκύλος που αναγνώρισε τον Οδυσσέα και ας γύριζε​ ύστερα από τόσα χρόνια απουσίας, όχι σαν βασιλέας πια, μα σαν αλληθινός επαίτης». 
Παραδόξως, απ' την σκέψη εκείνη απουσίαζε εντελώς η λεπτομέρεια του μύθου που έλεγε  ότι ο σκύλος ήταν υπερήλικας και πέθανε την ώρα που αναγνώριζε τον κύρη του. Ίσως γιατί ο ίδιος δεν παραδεχόταν πως, απ' την ώρα που γεννήθηκε, είχε αρχίσει να γερνά, και τελικά, έτσι ή αλλιώς, κάποια στιγμή παύει  και να ισχύει το "ποτέ δεν είν' αργά"... Και βέβαια είχε επίγνωση ότι  ο Άργος ήταν δούλος, αλλά δεν θα του άρεσε να ακούσει πως, ανέκαθεν, υπήρχε κάποιος άλλος  από πάνω του να τον διαφεντεύει, κι ότι αυτός δεν ήταν μόνο ένας ξένος  τύραννος... Ενίοτε ήταν τα  ίδια του τα χούγια που δεν ξέραν από χαλινάρι, μα τον χαλιναγωγούσαν...

Η σκέψη εκείνη πέρασε μάλλον γιατί αισθανόταν πως,  ακόμα κι αν μπορούσε να κομπάσει πως οι μνήμες του ήταν από εμπειρίες έντονες κι ανεπανάληπτες όσο ενός πανούργου Οδυσσέα, δεν ήταν το ταξίδι του Οδύσσεια. Γιατί δεν είχε Ιθάκη, και χωρίς αυτήν, όπου κι αν πήγε ήταν σαν να πως ταξίδεψε στον ίδιο τόπο.

Ο φίλος του,  πιο γενναιόδωρα, του λέει: "κι αύριο μέρα θά 'ναι. Και στο χέρι σου ειναι πια να πεις θά 'ναι καλύτερη..."

Μ' αυτός, το μόνο που σκεφτόταν ήταν πώς η νύχτα θα τον υποφέρει .



-------
Sculpture ( circa 1812) attributed to Jean-Joseph Espercieux (1757-1840).




Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

ποιο ήταν τ' όνομα της χίμαιρας;


Το χρυσό αγαλματίδιο μιας χίμαιρας βρέθηκε σ' ένα μεταλλικό κουτί, μέσα στο ιερό σπέος κι ανάμεσα σε  ξύλινα κιβώτια. Διατηρημένα κι άθικτα απ' τον χρόνο, τα κιβώτια ήταν γεμάτα απο τα θρύψαλα των επτά  αμφορέων, ο καθένας σπ' τους οποίους ήταν απεικόνηση  μιάς σκηνής ονείρου που διακόπηκε, συνιστώντας συγχρόνως ένα από τα επτά μερη μιας πανάρχαιας αφήγησης. Αν τα κομμάτια των αμφορέων συναρμολογηθούν, στο τέλος το νόημα του γρίφου θ'  αποκαλυφθεί, μα όχι σαν γραμμική πορεία στο χρόνο, με αρχή-μέση-τέλος. Η συναρμογή των  εικόνων που εμφανίζονται, αποκαλύπτει υπέρβαση του χρόνου σε κατάσταση έκστασης από μιαν ερωτική ιεροτελεστία αιρετικών που αμφισβητούσαν θεϊκά προνόμια στην ζωή και το θάνατο. 

Ακόμα και σήμερα, όμως,  έχουμε ερωτήματα: ποιο ήταν τ' όνομα αυτής της χίμαιρας, που είχε το  σώμα αιγάγρου και την κεφαλή πουλιού; 

Ήταν εκείνη η παρθένα, νεαρή γυναίκα που, κατά τον μύθο, εκυνήγησεν ο Άρης μεταμορφωμένος σε ίππο;  Ο Άρης, και σαν επιβήτορας σε διέγερση, δεν μπόρεσε να τη φτάσει. Αυτή πέταξε σαν πουλί σ' ενα φαράγγι και χάθηκε σκαρφαλώνοντας στα απόκρημνα βράχια πιο γλήγορα κι από αγριοκάτσικο. Αφού είδε κι απόειδε κι αυτός, θυμωμένος έφυγε και γύρισε σε κάποια μάχη. Λέγεται δε, μα είναι αμφίβολο, πως η κόρη αυτή είχε προστάτιδα την Άρτεμη. Μία τέτοια προστασία, κι αν την είχε,  δεν την έσωσε στο τέλος. Γιατί όταν ο Άρης έμαθε πως η ίδια ήταν έτοιμη και πρόθυμη να χαρίσει την προίκα και την παρθενιά της σ' ένα θνητό βοσκό, κι όχι μόνο γιατί αυτός ήταν ολυμπιονίκης στο ακόντιο και πιο ωραίος από τον Αρη (τον σημαδεμένο με αποκρουστικες ουλές στο πρόσωπο και στο κορμί του), αλλά γιατί ο θνητός την έβλεπε με απαράμιλλη λατρεία σαν θεά του, κι όχι όπως ο Άρης σαν κομάτι σάρκας ή σαν λάφυρό του. Αυτό, το να τον αρνηθεί γυναίκα και για χάρη ενός θνητού, ο θεός του πολέμου το θεώρησε ύβρι. Και τότε ζήτησε απ' τον Δία να τον βοηθήσει να την πιάσουν. Μαζί λοιπόν, ντυμένοι σαν ληστές, μαχαίρωσαν τον βοσκό που αγαπούσε  η κοπέλα, και τον άφησαν μόνο του να αιμορραγεί, ξέροντας πως εκείνη με αυταπάρνηση θα τρέξει να τον βοηθήσει. Αφού την επαγίδευσαν, λοιπόν,  άφησαν τον αγαπημένο της να ξεψυχήσει αργά, κι αυτήν  την μεταμόρφωσαν σε τέρας - ένα θηλυκό που στον αιώνα τον άπαντα κανένας άντρας δεν θα θελήσει πλέον να το πάρει για συμβία του, ή και για δούλα του στην κατοχή του ακόμα, μήτε θα επιθυμήσει πια κανείς απλά να την ξεπαρθενιάσει. 

Έκτοτε αυτή  η χίμαιρα αφιέρωσε τη ζωή της σ' ένα μόνο σκοπό: να βοηθά γυναίκες που αντιστέκονται σε σωματική, πνευματική και ψυχική βία απ' όπου κι αν προέρχεται.

Στην πεζή κι απομυθοποιμένη μας πραγματικότητα τώρα: ας μην καταπιαστούμε με το πρόβλημα ευθύς εξαρχής, ότι τα αρχαία κειμήλια, όπως κι οι ιεροί χώροι και τα μνημεία του μεγαλείου μιας ένδοξης ιστορικής πορείας, αν θέλεις, ή πιο απλά, τουλάχιστον του τρόπου με τον οποίο ονειρεύονταν οι πρόγονοί μας, ολ' αυτά δεν ανοίκουν σε όλους μας, μα αποκλειστικά πλέον σε τυχάρπαστους ιδιοκτήτες και διαχειριστές, που, διόλου παραδόξως, θαρρούν πως είναι κι οι απόγονοι του Άρη, οι μπάσταρδοι ..  

Στο ουσιώδες:  Η δική μου θεωρία είναι πως άξια λατρείας είναι η κόρη που αψηφούσε τα περί ταπεινότητας καταγωγής και που είχε την θαυμάσια τόλμη να λέει όχι και στον θεό ακόμα. Και κάποτε ας μάθουν και τα κνώδαλα που κατέχουν όπλα και πλούτο, κι οι θεοί τους μαζί: το ν' αρπάζεις με το ζόρι αυτό που δεν σου χάρισε κανείς, δεν είναι γάμος και γιορτή ή, πιο κοινά, γαμίσι - είναι αρρωστημένα αφύσικος βιασμός...

Κυριακή 21 Αυγούστου 2016

Όχι απλά μία παύση, μα το τέλος






[Βινιέτες από την Γηραιά Αλβιώνα]

Εν πλώ στο κανάλι, από Dieppe για Newhaven, ο φουρτουνιασμένος καιρός δεν μου κάνει τη χάρη ενός άνετου περάσματος από μία χώρα σε άλλη. Για να περάσει λιγότερο ανιαρά το σχεδόν τετράωρης διάρκειας ταξίδι, γράφω για κάτι που μου προξένησε ενδιαφέρον: Ένα ασυνήθιστο, για τα μάτια μου, ζευγάρι συνταξιδιωτών. Έχω στο νου μου κάνα δυό εικόνες που ούτε κατά προσέγγιση συνιστούν σκηνές δράματος. Εντούτοις, σ' αυτές "εισέρχομαι  διαβάζοντάς τες", όχι τόσο σαν αντικειμενικός θεατής προφανώς, αλλά σαν κάποιος που "επενδύει" πλοκή ή νόημα σε μιαν αφηρημένη εικόνα, και μ' αυτό τον τρόπο εκθέτει ό, τι ο ίδιος προβάλει σ' αυτό που βλέπει και δεν βλέπει.

 Αρχίζω λοιπόν,  με την πρώτη μου εντύπωση, από ένα σκηνικό τραπεζαρίας πλοίου σε θαλασσοταραχή...

***


Κρατούσε την καράφα και το άδειο ποτήρι του σταθερά απάνω στο τραπέζι, για να μην μετακινούνται. Τα πόδια του  καθίσματός του κολλημένα στο πάτωμα, το οποίο νιώθει ρυθμικά να κινείται, αυξομειώνοντας την βαρύτητα κάτω από τις πατούσες του, σαν να πως τον χόρευε καθιστό.  Δίπλα του, το παράθυρο που από ώρα  η θάλασσα απέξω ράπιζε με αφρισμένα, άγρια κύματα...  

Εκείνη, σαν να επιστρέφει στο τραπέζι μετά από σύντομη απουσία. Διατηρεί μία χάρη στην κορμοστασιά της, παρότι το μπόζι δεν της επιτρέπει να βαδίσει ισορροπημένα.  Με την αύρα της γυναίκας που ξέρει τι θέλει και πώς να το πάρει, εκείνη φαίνεται να είναι η "ανεξάρτητη μεταβλητή" στη σχέση τους, ενώ αυτός... Κάπως παράξενος,  φάνηκε να την δέχεται να επιστρέφει με εξαρτημένη ανακούφιση, τουλάχιστον. Δεν έδινε καθόλου σημασία στο τι γινόταν γύρω του. Καθώς την άκουγε, μα δίχως να μιλά σχεδόν καθόλου, ήταν άγνωστο αυτό που αποσιωπούσε το σφραγισμένο στόμα του, το κουμπωμένο με την έκφραση "μιά για πάντα". Παρατηρώντας τους με φευγαλέες ματιές,  αυτό που μου φάνηκε από τις συγκρατημένες αλλά νευρικές χειρονομίες του, ήταν πως, πριν συναντήσει ετούτη την γυναίκα, πολύ πιθανόν να ξόδεψε άσκοπα ένα κάποιο χρόνο σε αναμονή χωρίς μιαν ημερομηνία λήξης - πράγμα που γενικά υπονομεύει τη διάθεση για προσδιορισμό μιας νέας πορείας. 

Ας είναι. Ο αγέρας κόπασε. Μακριά απ' την άκρη του μουρμουριτού της θάλασσας στα παράλια, το σκάφος, σαν να πως ακόμα πλέει στην αγωνία της χαμένης ρότας. Κι αυτό καθιστά το σενάριο  απρόβλεπτο, όπως ανάλογα μη-αναγνώσιμο είναι και το τσαλακωμένο γράμμα (ή και λογαριασμος...) που ο ταξιδιώτης, ο αόμματος, το σφίγγει  με το χέρι του στου αντιανεμικού σακακιού του την τσέπη. Έχει αδράξει εκεί την κουπαστή με τ' αλλο χέρι κι αγναντεύει ένα πέλαγος σε ορατότητα μηδέν,  μακριά, και προς τα εκεί όπου τα κύματα αποποιούνται την αέναη κίνησή τους. 

Η γραμμή του ορίζοντα φθίνει στη μέρα που τελειώνει, ενώ ήδη είναι σβησμένη στην ένωση του υγρού με το αιθέριο της ατέρμονης καταδικής του νύχτας. Νομίζει ότι από κάπου μακριά φτάνουν τα θραύσματα από ακούσματα ενός οίστρου απίστων (σαν κι αυτόν), που όμως έχει μια  συνοχή και μια συνέπεια εσωτερική, διατηρώντας τις βασικές αρχές της απιστίας  αυτών των  πεζοπόρων που πάντα ασυμβίβαστα θα δυσκολεύουν  την κατάποση ενός ψέματος κατεργασμένου σε αμέτρητες παραλλαγές αναπηρίας, της λάσπης με την οποία χτίζεται ετούτο το βασίλειο της ηλιθιότητας και του τρόμου για να διαιωνίζεται το παίγνιο του πόνου. Κι αν είναι έτσι, τότε αυτός βλέπει και μάλιστα καλύτερα από μένα. 

Έτσι λοιπόν, αν κάποια ορατά τεκταινόμενα λανθάνουν της προσοχής του, δεν έχει σημασία. Πόσο παραπάνω θα τον φώτιζε αν ήξερε πως,  αίφνης, εκεί που στέκει στο κατάστρωμα, κάποιοι αποθέτουν τώρα αθόρυβα ένα πειρατικό σεντούκι (ή κάτι τέτοιο); Το φαντάζομαι ίδιο κι απαράλλαχτο με αυτό που είχα δει ν' ανοίγει, σε άλλες διατεταγμένες, δεν θυμάμαι πού και πότε ακριβώς... πιθανόν και σε μια περιπετειώδη ταινία.. Ήταν γεμάτο τάματα από φύλλο χρυσού ... μικρά φετίχ  που θα κουβαλούσε  η άθλια και καταχρασμένη αφέλεια που δεν είναι και κατ' ανάγκη αθωότητα, βαδίζοντας στα γόνατά της μαζοχιστικά, σερνόμενη στην κακοτράχαλη ανηφόρα ενός μάταιου Γολγοθά, αρχίζοντας από βιτρίνες μαγαζιών  και φτάνοντας μέχρι το εικονοστάσι του ναού, σε τόπο αναλγητικού εμπαιγμού και βασάνων. Εκεί, όπου οι έμποροι πουλούν  άκρατο δέος και πνευματική  παραλυσία μπροστά σε είδωλα ενός αφηρημένου "υπεράνω".  

Η όσφρησή του δεν λαθεύει, όμως. Κι αν πάλι είχε οπτική έννοια, με εικόνες στο νου που υποδηλώνουν μιαν οικειότητα που δεν έχει βιώσει, σίγουρα θα ζωγράφιζε γυμνή ετούτη την (παρεμπιπτόντως, κατά πολύ νεότερή του) γυναίκα που ήρθε και στάθηκε κοντά του· και θα το έκανε χωρίς καμία εικαστική αντίληψη των αναλογιών της ομορφιάς της που αυτός διαισθάνεται. Τι σκέφτεται ο αόμματος, λοιπόν; Πιθανόν, μεταξύ άλλων:  ... πως το διακριτικό της άρωμά του μεταφέρει κάτι από τον διασυρμό που συχνά υποφέρει ένα ανάστημα υψηλότερο από το μέτριο, που επιτρέπει μία θέα του κόσμου πλουσιότερη, μα και πληρέστερη όχι μόνον  από τη δική του, που δεν βλέπει, άλλα κι από αυτήν που χαίρει η μικροψυχία του ανοιχτομάτη που τον σπουδάζει μ' ένα  βλέμμα υπεροχής...  

"Θα πιούμε τσάι;" Τον ρωτάει. Κι αυτός της απαντά απλώνοντας το χέρι που του παίρνει εκείνη, για να τον οδηγήσει μέσα. Το χέρι του που πέταξε σαν το θαλασσοπούλι από την κουπαστή απάνω στο δικό της, μα δεν έπαψε κάπως να φτερουγίζει όταν τα δάχτυλά του φώλιαζαν μέσα στην παλάμη της. Ενώ τα βήματά του θύμισαν τυφλό ταγκό... αυτός χαμογελούσε. Λίγο αργότερα, και σε μία στάση σιωπηλή πάλι,  θα σκεφτεί πώς στη βαλίτσα του, που τώρα κείται τακτοποιημένη  κάτω απ'  την δική της, έβαλε δυό βιβλία ποίησης, που δεν θα τον βοηθούσαν - ακόμα κι αν η συνοδός του διάβαζε χαμηλόφωνα ένα ή δύο από τα ποιήματα, που της άρεσαν... Πού και πότε όμως;  Αργότερο απόψε, σε ξενοδοχείο ή στο σπίτι του; Κάπως γελοίο μου φαίνεται... Αυτά δεν συμβαίνουν στις μέρες μας... ούτε και με τυφλούς... έχουμε γίνει ή πολύ νέοι ή πολύ γέροι ανοιχτομάτηδες για κάτι τέτοιο... 

Ο άνθρωπος δεν είναι σε ταξίδι αναψυχής. Αυτό φαίνεται. Αν και δεν είναι τόσο προφανές σε άλλους γιατί κάνει αυτό ειδικά το ταξίδι, ή αν είναι πλέον λιγότερο σημαντική η αναχώρηση απ' την άφιξή του... Και συνεπώς δεν έχει λόγο, είναι άτοπο να σκέφτεται τώρα πως και η πιό ωραία κρουαζιέρα τελειώνει κάποτε σε ένα λιμάνι ... Υποθέτω πως, μετά το τσάι,  μ' ένα φιλί της "ωραίας στο στόμα του τέρατος", το σαγόνι του θα ξεκλειδώσει την σιωπή, κι ανοιχτό στον αόρατο αέρα, θα πάρει μία βαθιά ανάσα πριν πει κάτι για την αλήθεια που κρατά τη επιθυμία απ' το χέρι σαν μικρό παιδί που ποτέ δεν ωριμάζει, και για την έκπληξη που εγκαταλείπει την κουπαστή της πάντα επισφαλούς μνήμης, καθώς μπροστά στα τυφλά μάτια του θα ξεδιπλώνεται ένα πρωτόγνωρα φωταγωγημένο λιμάνι, λίγο πριν το βαπόρι δέσει. 

Έχει νυχτώσει για τα καλά. Και, φυσικά, αυτός δεν απειλείται με έντονες αντιθέσεις του μαυρόασπρου της ανίας  Τελικά, για το μόνο που θα μπορούσε να μετανοήσει είναι να φτάσει σ' ένα πλατώ που θεωρεί παύση και να μην έχει την πίστη - όχι την τόλμη, το σθένος, ή την ευμένεια του χρόνου - την πίστη πρώτιστα, λέω, να πει  πως αν αυτό πιά είναι το τέλος... είναι κι η αρχή... 


Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

"Συ είπας"



 Sanhedrin Trial of Jesus

"Συ είπας...", Μου απάντησες όταν σε ρώτησα αν θαρρείς πως είμαι αδιάφορη. 
Μα ποιός το πρωτοείπε αυτό?  "Συ είπας" αποκρίθηκεν ο  Ιησούς, όταν ο Αρχιεπίσκοπος Καϊάφας (τράγος και γλείφτης της Ρωμαϊκής αρχης και κατοχής) απαίτησε απ' αυτόν να ομολογήσει! Και τι? Πως τάχα ήταν ο υιός του Θεού -  μια ομολογία που σίγουρα θα τον καταδίκαζε στη σταύρωση... που τελικά υπέφερε.
Στην περίπτωσή μας δεν ταιριάζει. Διότι εσύ μου λες "εδώ ο κόσμος καίγεται... ", ζητώντας από μένα να σου πω πού είμαι, τί κάνω, σαν να πρέπει να ομολογήσω ...τί αμαρτία διαπράττω. Μα εγώ σε αγνοώ όχι γιατί έχω αμαρτήσει κάνοντας τα θαύματα που ενοχλούν τους τεχνοκράτες και τ' αφεντικά των, ή εκείνα που  κάνει μιά «εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή...»,  αλλά γιατί δεν σε διαβάζω - ούτε καν φαντάζομαι πως σ' ακούω. Απλά κοιμάμαι! Κι αν αυτό μου πεις πως είναι αμάρτημα, τότε ίσως εγώ θα πρέπει να προφέρω το "Συ είπας" κι όχι εσύ.

Αν το 'πε αυτό, ή το ονειρεύεται, λίγη έχει σημασία... Εγώ σου λέω απλώς: συγχώρεσε τον ύπνο αυτόν της αναμάρτητης! Το να την κρίνεις και να την καταδικάσεις επειδή κοιμάται, αυτό πράγματι είναι αμαρτία. 

Λοιπόν, αν έχεις λόγο αληθινά να πιστεύεις πως θα σ' ευγνωμονεί γι αυτό, και μόνο τότε, αγγιξέ την ελαφριά στον ώμο, και κείνη θα ξυπνήσει. Μπορεί να θέλει να περπατήσει μαζί σου στο δρόμο της ζωής, που λες πως πρέπει να 'ναι  και δρόμος αγώνα... (για να μην είναι πάντα ο αγώνας δρόμου που εκείνη αποφεύγει, κατά την κρίση σου). 

Μπορεί και να θέλει να πάει μαζί σου στα μελίσσια. Μα τότε πρέπει κι εσύ να έχεις δεχτεί ότι μαζί μπορεί να ξαναμάθετε κάτι από την αρχή. Όχι μονάχα για το πώς κοπιάζουν οι μέλισσες για να παράγεται το μέλι, μα και για το πώς μεθούν  μυρίζοντας το άρωμα των ανθών...



Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

στο "θαλάσσιο μέτωπο"



Βινιέτες απ' την Γηραιά Αλβιώνα


Ομολογώ πως, γενικά, δεν τα πάω πολύ καλά με έναν συμβατικό "κιρκάδιο ρυθμό", αν αυτό σημαίνει πως τακτικά κοιμάμαι το βράδυ  και, μετά από κάνα εφτάωρο νυχτερινού ύπνου, ξυπνάω το πρωί  και με το φως του ήλιου. 

Για λίγες μέρες μετά την επιστροφή μου στην Αγγλία, υπέφερα από ήπιο αποσυγχρονισμό, κοινώς jet lag. Τέλος πάντων, το επιπρόσθετο στην ήδη ακατάστατη "πατέρνα" του ύπνου μου ήταν πως νύσταζα και κοιμόμουν νωρίς το βράδυ και, μετά από μερικές ώρες ύπνου, ξυπνούσα πάλι νωρίς... ατελείωτες ώρες πριν το ξημέρωμα. Την πρώτη μέρα ξύπνησα στις τρεις το πρωί. Διάβασα λίγο, μετά έκανα καφέ κι αφού τον ήπια, κατά τις 4:30 π.μ., σηκώθηκα και βγήκα στον  κήπο για να καπνίσω ένα τσιγάρο.

Από εκεί, ακούω τη βοή της θάλασσας χωρίς να τη βλέπω. Την αφουγκράζομαι, ν' ανακατεύει τα βότσαλα ακούραστα, και με τραβάει, παρότι συχνά ακούγεται και σαν "παράσιτο ήχου" παλιού ραδιοφώνου σε μήκος κυμάτων ενός σταθμού που δεν εκπέμπει...

Παρεμπιπτόντως, για το σημείο όπου μια πόλη  συναντιέται κατά μέτωπο με τη θάλασσα, οι Άγγλοι χρησιμοποιούν την έκφραση Seafront  - "Θαλάσσιο Μέτωπο". Ακούω, λοιπόν, τα κύματα σε δελεαστική απόσταση τριών λεπτών από το σπίτι μου. Αποφασίζω να "ρισκάρω μια βόλτα για λίγο  στο "θαλάσσιο μέτωπο" έχοντας επίγνωση πως τέτοια ώρα, δεν κινείται ψυχή  εκεί πέρα... εκτός από μοναχικούς και "σαλεμένους". 

Είμαι στη μεσαία νησίδα του παραλιακού δρόμου, ξεκινώντας να περάσω στο απέναντι  πεζοδρόμιο κατά μήκος της παραλίας. Το πεζοδρόμιο είναι στενό στο σημείο προς το οποίο κατευθύνομαι, και σε κοντινή απόσταση από αυτό, κινείται ένας διαβάτης, λευκός, μετρίου αναστήματος και σχετικά νεαρής ηλικίας. Δεν υπάρχει άλλη ορατή ψυχή στην "θαλάσσια προμετωπίδα" της πόλης. Ο τύπος, προχωρά αργά και το βάδισμά του δεν μου φαίνεται σταθερό. Είναι μάλλον κάτω από την επήρεια οινοπνεύματος ή άλλης ουσίας, υποθέτω.. Αν συνεχίσουμε να βαδίζουμε, θα συναντηθούμε στο ίδιο σημείο του πεζοδρομίου. Τον βλέπω που σταματά διστακτικός και με κοιτά σαν να θέλει να εξακριβώσει τις προθέσεις μου... Και η σκέψη πως του προκαλώ ανησυχία ή φόβο αρχίζει να με ταράζει...

 Έχω βρει πως, σε μια  τέτοια περίπτωση όπου πλησιάζεις ένα άγνωστο άτομο, το οποίο απαντάς τυχαία και νύχτα στη μέση του πουθενά, και του οποίου τις προθέσεις δεν γνωρίζεις, ούτε κι αυτό τις δικές σου, το να πεις "καλησπέρα" μειώνει το φόβο που μπορεί να νιώσει αυτός και αντανακλαστικά κι εσύ.

- Καλησπέρα" του λέω και συνεχίζω αργά, περνώντας απέναντι.
- Καλησπέρα, απαντά, και συνεχίζει κι αυτός συναντώντας με. Προχωράμε ο ένας δίπλα στον άλλο μα σε ασφαλή εγγύτητα μεταξύ μας. Αλλά αισθάνομαι άβολα, παρότι η φάτσα του δεν μου εμπνέει πια φόβο. Είναι καλοντυμένος, δεν μοιάζει με "αδέσποτο ή σαλεμενο"... 

Αμήχανος, πως μου ήρθε... γυρίζω και του λέω: 
- Κοντοστάθηκες όταν με είδες... Νόμιζες πως θα σε τρακάρω περνώντας απέναντι...
- Ποτέ δεν ξέρεις...Τέτοια ώρα, εδώ πέρα κυκλοφορούν παράξενοι τύποι!"
- Πράγματι, του λέω, κι αναρωτιέμαι κατά πόσο σ' αυτούς του "τύπους" συμπεριλαμβάνομαι κι εγώ.

Την ώρα που σκέφτομαι αν θα πρέπει να πάω πιο αργά ή πιο γρήγορα, τον ακούω να λέει:
-Σου περισσεύει ένα τσιγάρο? 
Του δίνω τσιγάρο και αναπτήρα.
-Δεν συνηθίζω να κάνω τράκα, αλλά έφυγα νευριασμένος κι άφησα τα τσιγάρα μου πίσω. Θα το πληρώσω...
Αφού ανάψει του λέω: 
-πάρε κι ένα για αργότερα ...Παίρνει άλλο ένα και μου λέει: 
- Τα τσιγάρα είναι ακριβά... χωρίς πρόθεση να προσβάλω, μπορώ να δώσω αυτό για τα τσιγάρα?
Έχει βγάλει ένα κέρμα από την τσέπη και μου το προσφέρει.  Δεν κοιτώ τι κρατά. Απλά του λέω "ευχαριστώ, δεν χρειάζεται". Το ξαναβάζει στη τσέπη του και μου λέει:
- Υου are a Good fellow. Thanks

- Πώς κι έφυγες βιαστικός; τον ρωτάω, σαν να τον ήξερα και χτες.
- Tα ξαναχάλασα με το έτερο ήμισυ... Τσακωθήκαμε!
- Ακούγεται σαν να μην είναι η πρώτη φορά... Μπορεί και να τα ξαναφτιάξετε", του λέω.
- Αποκλείεται! Αυτή τη φορά είναι τελεσίδικο!" μου τονίζει.

Σκέφτηκα να πω "Έχει πολλά βότσαλα στο γιαλό..." (το κλισέ "plenty of pebbles on the beach", αλλά δεν μου βγήκε.

Μετά, συνεχίζοντας να βαδίζει δίπλα μου, με ρωτάει: 
- Αν δεν σε πειράζει να ρωτήσω, για πού το έβαλες περπατώντας εδώ πέρα;
- Πουθενά! Ξύπνησα νωρίς. Βγήκα για τσιγάρο...
- Τέτοια ώρα;"  με κοιτά με απορία.
- Ήρθα πρόσφατα εδώ, και το βιολογικό μου ρολόι δεν έχει προσαρμοστεί ακόμα.
- Το βλέπω πως δεν είσαι απ' αυτά τα μέρη. Μα ξέρεις τι λένε, "όταν πας στη Ρώμη.."
- "Κάνε ο,τι κάνουν κι οι Ρωμαίοι", τον συμπληρώνω.
- Οι Ρωμαίοι κοιμούνται τέτοια ώρα, παρατηρεί. 
- Άσε τους να κοιμούνται. Δεν τους ξυπνάω...  του λέω και γελάει. 
- Χρειάζονται τον ύπνο τους... κι εγώ το ίδιο...
- Κυριακή αύριο" του υπενθυμίζω.
- Ναι, αλλά έχω απόσταση. Πρέπει να οδηγήσω ως το Eastbourne...

Το Eastbourne είναι μια παραθαλάσσια πόλη τουλάχιστον μια ώρα οδήγηση από το σημείο που βρισκόμαστε.

- Είναι μακριά για να πας με τα πόδια;"  τον ρωτάω και γελάει πάλι. 
- ... δεν σε βλέπω έτοιμο να οδηγήσεις...
- Θα κοιμηθώ στο αμάξι μου για λίγο... είναι παρκαρισμένο λίγο πιο κάτω", εξηγεί. 
- Ελπίζω να έχεις και κουβέρτα μέσα.. Κάνει κρύο,  του λέω και σταματώ προσθέτοντας: Ως εδώ φτάνει η βόλτα μου.
Πριν κάνω  μεταβολή για να  επιστρέφω σπίτι σταματάει. Μου δίνει χειραψία και λέει: 
- Χάρηκα που σε συνάντησα! 
Του λέω: 
- Παρομοίως. Αν συνεχίσεις σ' αυτό τον δρόμο σε πέντε λεπτά διαδρομή θα βρεις ένα ολονύκτιο Cafe. Σερβίρουν πλήρες Εngish Breakfast και καλό καφέ. Θα σου το συνιστούσα... Καλή τύχη.

Σηκώνει το χέρι σε χαιρετισμό και συνεχίζει...

✴✴✴✴✴

Γιατί σου τη λέω αυτή την ασήμαντη ιστορία;

Στην Αγγλία σήμερα δεν βρίσκεις στο δρόμο αδέσποτα σκυλιά, μα και να έβρισκες, οι (ως επί το πλείστον) ζωόφιλοι άνθρωποι της πόλης θα φοβόντουσαν "αδέσποτους" ανθρώπους περισσότερο από αδέσποτους σκύλους. Ένα τέτοιο συναπάντημα, σαν κι αυτό που σου περιέγραψα,  θεωρείται επικίνδυνο...

Η τρέλα, νύχτα στο "θαλάσσιο μέτωπο", συναντά μόνο τη μοναξιά της συνήθως...

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2015

Ο Εκτελεστής Διαθήκης

"seven sisters" (Image of borrowed from here)

Βινιέτες από την Γηραιά Αλβιώνα

Ο Εκτελεστής διαθήκης,  "Executor of a Will", με βάση την αγγλική νομοθεσία είναι αυτός ή αυτή που έχει νομική υποχρέωση και δικαίωμα να εκτελέσει τις οδηγίες που καταγράφονται στην διαθήκη του αποβιώσαντος ατόμου, και το οποίο άτομο τον ή την έχει ορίσει ως τέτοιο ή τετοια. 

Ο φίλος μου, που μου έκανε την τιμή να με ορίσει ως "executor" της διαθήκης του, πέθανε πάμπτωχος. Το μικρό σπίτι του, που το είχε κληρονομήσει απ' τους γονείς του, μαζί με τα περιεχόμενά του, κατά 95% το άφησε σε μια ριζοσπαστική περιβαλλοντική οργάνωση, της οποίας ήταν μέλος. Το υπόλοιπο πήγε σε ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα που φροντίζει γάτες... (εκεί στεγάστηκαν οι δύο γάτες του όταν πια δεν μπορούσε να τις φροντίζει).  Η κόρη του "δεν το είχε ανάγκη" μου είχε πει, "θα κληρονομήσει αρκετά από τη μάνα της"... Με την μητέρα της κόρης του (αστικής και πολύ άνετης οικονομικά καταγωγής) από καιρό, μου έλεγε, δεν μπορούσε να συνεννοηθεί...

Απέμεινε ένα κουτί με παρτιτούρες ατελείωτων κομματιών (αδημοσίευτες, στις οποίες ο ίδιος δεν έδινε αξία). "Θέλω να τους ρίξεις μια ματιά", μου ειχε γράψει πριν τον επισκεπτώ όταν πιά ήταν στα τελευταία του, αλίμονο... "κι αν συμφωνείς μαζί μου πως είναι σαβούρα... τότε πέταξε τες, αν δεν το έχω ήδη κάνει εγώ". Η μουσική του έχει δημοσιευτεί σχεδον στο σύνολό της, σε περιορισμένης εμβέλειας εκδόσεις και ηχογραφήσεις, για φίλους κυρίως. Μου άφησε επίσης ένα άλμπουμ με παλιές, οικογενειακές φωτογραφίες (και με κείνον σαν βρέφος, παιδί, έφηβο κι ενήλικο, κτλ), λίγα κείμενά του σ' ένα ντοσιέ, ένα σημειωματάριο που κληδώνει (το κλειδί σ' ένα φάκελο κολλημένο πάνω στο σημειωματάριο) που έμοιαζε με προσωπικό ημερολόγιο, και ενα κουτί με τα κοσμήματα της μάνας του καταγεγραμμένα από την ίδια ένα προς ένα (πότε, πού και πώς τ' απέκτησε...) σ' ένα χειρόγραφο κατάλογο (ιnventory), και τέλος ενα φάκελο (μεγάλο, με φυσαλίδες για εύθραυστα) με χειρόγραφο το όνομα παραλήπτη γραμμένο στη γωνία και, κατω απο ενα κόκκινο "Ν.Β",  με μια παράκληση γραμμενη για μένα, να τον παραδώσω μετά την "αναχώρησή” του. Ο παραλήπτης ήταν ή "τέως " του.

Εκτός από τον εν λόγω φάκελο, τα υπόλοιπα, εγώ θα έπρεπε να τα παραδώσω κάποια μέρα στη κόρη τους (όταν κλείσει το 16ο έτος της ηλικίας της, σε τρία σχεδόν χρόνια..).

Αισθάνθηκα ότι τον πρόδωσα για πρώτη φορά, την μέρα της κηδείας του, όταν τα παρέδωσα όλα στην " τέως του", με την οποία είχα αρχίσει μια "παράφορη" ερωτική σχέση, αλλά αργότερα, κι αφού κείνη  είχε χωρίσει με τον φίλο μου. Αισθανόμουν καταπιεστική την παρουσία της κληρονομιάς , ιδιαίτερα τα κοσμήματα της μάνας του, στο σπίτι μου στην Αγγλία, παρότι τελευταία δεν μένω για πολύ εκεί, ίσως και γι αυτό.... Το βάρος τους, επίσης, για τρία χρόνια, ασήκωτο.

Όταν συναντήθηκα με την ..."τέως" του, προσφέρθηκε να με πληροφορήσει για το περιεχόμενο του δεκάλεπτου μονολόγου του προς εκείνη σε ένα βίντεο.
"Το ήξερε πάντα για μας" μου είπε, "είχε καταλάβει ότι εκεί θα οδηγηθούν τα πράγματα πολύ πριν χωρίσουμε. Εσένα, τουλάχιστον, δεν σου κάκιωσε ποτέ. Παντα σ' αγαπούσε..., με ψυχοπαθολογική αγάπη  θα έλεγα..."

Μου έχει μείνει ένας μικρός αμφορέας με τις στάχτες του, και μ' αυτές θα κάνω ακριβώς ότι μου είπε: θα τις σκορπίσω στον Ατλαντικό, στεκόμενος στην άκρη του γκρεμού, με του πρόποδές του βυθισμένους στη θάλασσα όταν η παλίρροια είναι σε πλημμυρίδα, και μια νύχτα που θα φυσά δυνατός βοριάς, απ την στεριά προς τον ωκεανό...
"Scatter then from the edge of a cliff, perhaps one of the Seven Sisters, just before the tide begins to ebb and preferably with a North wind gale, but don't let the gale carry you away!" 

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015

Στο αναγνωστήριο




Βινιέτες από την Γηραιά Αλβιώνα

Στο αναγνωστήριο

Κάθεται απέναντί μου και μου μεταφέρει την εμπειρία του αυτούσια. Του έχω ζητήσει να μιλά σε πρώτο πρόσωπο και σε ενεστώτα χρόνο, για ευνόητους λόγους. Μου λέει:
Είμαι στο αναγνωστήριο της βιβλιοθήκης. Εκτός από μια κοπέλα, μια Κινέζα μάλλον  φοιτήτρια με νόστιμο πρόσωπο που μου θυμίζει κάποια γυναίκα του παρελθόντος μου, δεν υπάρχει ψυχή μέσα εκεί. Μου δημιουργείται  η εντύπωση πως είμαι σε ναό χωρίς θρησκευόμενους... "Μα ναός  είναι" σκέφτομαι
Ά, και κάτι άλλο: ... το γεγονός ότι σε ένα τέτοιο χώρο είμαι μόνος μου, με το μόνο άλλο άτομο παρόν εκεί να είναι εκείνη η νόστιμη, η μάλλον-Κινέζα φοιτήτρια, με κάνει να αισθάνομαι πιο έντονη την  παρουσία της εκεί. Αναρωτιέμαι πώς μια τέτοια εντελώς τυχαία και περιστασιακή "συνύπαρξη" (ας την πούμε) δύο εντελώς ξένων μεταξύ τους ανθρώπων, ενώ δυνητικά μπορεί να περιέχει τις πρώτες στιγμές μιας γνωριμίας που εξελίσσεται σε σχέση, κι αποκτά πλοκή με έντονο ερωτικό περιεχόμενο, πώς η ίδια περίσταση γίνεται το έναυσμα μιας βίαιας πλοκής που καταλήγει στον βιασμό της γυναίκας; Της γυναίκας που μερικά βήματα πιο πέρα διαβάζει ανυποψίαστη για το τι σκέψεις περνούν από το μυαλό του αγνώστου μελετητή. Κάπως έτσι, όπως γράφτηκε στον τοπικό τύπο, ξεκίνησε ο βιασμός της άτυχης κοπέλας που, όπως ξέρεις, σοκάρισε την τοπική κοινωνία εδώ. Την είχε εντοπίσει στην βιβλιοθήκη...
Σκέφτομαι πως η κοπέλα μπορεί και να φοβάται αυτή τη στιγμή.  Το ξεχνώ, και μελετώ για λίγο ακόμα, ώσπου αρχίζω να αισθάνομαι ότι κάποιος με κοιτά επίμονα. Σηκώνω το κεφάλι μου και τον  βλέπω να κάθεται απέναντι μου. Με φρικάρει η επιμονή της ματιάς του.  
"Ή ψυχοπαθής, ή κάποιος γνωστός μάλλον είναι", σκέφτομαι.  Μα δεν μπορώ να πω αν, και πού, τον έχω ξανασυναντήσει... Ξανασκύβω στο βιβλίο και τις σημειώσεις μου, αλλά δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Τον ξανακοιτάζω, με επιμονή κι εγώ τώρα, ώσπου νομίζω ότι τον αναγνωρίζω.  
Σηκώνομαι. Πλησιάζοντάς τον, τον ρωτάω χαμηλόφωνα: "είσαι ... ο John Blogg"? 
Την ώρα που ρωτάω, σκέφτομαι (μα πώς διάολο μπορεί να είσαι; Αφού σκοτώθηκες σε τροχαίο, επιστρέφοντας από τη διαδήλωση, κι ήρθα και στην κηδεία σου... Αδύνατον...).  
Στρίβω γύρω από το έδρανο που είναι ανάμεσα μας, στιγμιαία τον χάνω από το πεδίο ορατότητάς μου κι όταν γυρίζω να τον αντικρύσω έχει εξαφανιστεί. Η εξαφάνιση ήταν αδύνατη, τόσο ακαριαία κι εντελώς αθόρυβη... 
 Εγώ όμως έκανα θόρυβο. Εκτός που μίλησα σ' ένα φάντασμα,  στη σύγχυση που αισθάνθηκα έσπρωξα και μια καρεκλα που έπεσε με την πλάτη στο πλάτωμα...  
"Που στην κόλαση πήγε? Εδώ δεν ήταν πριν ένα δευτερόλεπτο?" μονολογώ, ή παραμιλώ.
Γυρίζω προς τη μάλλον-Κινέζα φητητριούλα. Έχει σηκωθεί, και κάνοντας δύο βήματα πίσω, μου ρίχνει μια  φευγαλέα κι ανήσυχη ματιά, στραφογυρίζεται και φεύγει με βιαστικά με ελαφριά βηματάκια... 
... πριν προλάβω να της πω ότι δεν κινδυνεύει... 
Κι ίσως ήταν καλύτερα έτσι, γιατί το επόμενο που θα έλεγα θα ήταν πως η καταστολή του R.E.M, λόγω αϋπνίας, έχει αρχίσει να μου  προξενεί παραισθήσεις... Αλλά δεν είμαι επικίνδυνος, κτλ, κτλ.
Το φαντάζεσαι?
 Αργότερα, και σε άλλη "ενδοπραγματική τροπικότητα σκέψης", συλλογίζομαι πως η στέρηση ύπνου, στην οποία, αρχικά εθελούσια, υπέβαλε τον εαυτό του (διότι, αφελώς νόμιζε πως, αφού ο χρόνος του είναι περιορισμένος, θα μπορούσε να κάνει περικοπές στις ώρες του ύπνου του), τελικά μετατράπηκε σε τυραννική αϋπνία. Κοιμάται δύο, το πολύ ώρες το εικοσιτετράωρο, ενώ το βέλτιστο που το σώμα του χρειάζεται είναι 6-7 ώρες, ή έτσι μου λέει.

Σκέφτομαι ότι σχεδόν όλες οι συστηματοποιημένες ανοησίες που έγιναν παλαιές ή κενές διαθήκες, Ταλμούδια, ευαγγέλια, κοράνια, κάρμες σούτρες, και δεν ξέρω τι άλλο, γράφτηκαν από ανθρώπους που υπέφεραν παραισθήσεις μετά από παρατεταμένη στέρηση ύπνου ή και τροφής... Και τί κέρδισε ο άνθρωπος απ' όλα αυτά?

Έχοντας υπόψη κι άλλα που μου είπε, σκέφτομαι  πως ο άνθρωπος απέναντί μου έχει αρχίσει να "προφητεύει", αλλά να προβλέψει πως θα είναι η επόμενη ώρα του δεν μπορεί. Μήτε κι εγώ, αν και έχω μια γενική ιδέα...

Και προβληματίζομαι ως προς το τι να κάνω για να του δώσω μια ώθηση ώστε να δει από μόνος του τι μπορεί να τον προσελκύσει σε μια λιγότερο εξοντωτική κανονικότητα.

"Ο κόσμος αργεί ανυπόφορα ν' αλλάξει, όσο κι αν βιαζόμαστε..." του λέω
 "Το ξέρω... Δεν το ξέρω;" μου απαντά χαμηλόφωνα.

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

Στον έλεγχο διαβατηρίων



(Βινιέτες απ' την Γηραιά Αλβιώνα)



Το συμβάν στο αεροδρόμιο, με την είσοδό μου στο Ηνωμένο Βασίλειο, ελπίζω να μην ήταν σημαδιακό.

Περνώντας από τον έλεγχο διαβατηρίων, έχω ένα κακό συναπάντημα με μιαν ένστολη η οποία έχει πρόβλημα με τη φθαρμένη ελληνική μου ταυτότητα. Με κοιτά, και κοιτά την ταυτότητα... Και ξανά το ίδιο. Περιμένω. Μετά αρχίζει να δακτυλογραφεί στον υπολογιστή της, χωρίς να μου έχει εξηγήσει ποιό είναι το πρόβλημά της.

Και περιμένω... Εν τω μεταξύ, περνούν τρεις, τέσσερις,... πέντε  Ευρωπαίοι από τον διπλανό ελεγκτή με ταυτότητες, χωρίς καμία καθυστέρηση. Την ρωτάω: "Υπάρχει πρόβλημα?"

Με αγνοεί... και μ'  εκνευρίζει!  Της λέω: "Αγνοείτε το ερώτημά μου. Να το επαναλάβω φωναχτά?"

Με κοιτάει αυστηρά και εχθρικά, για να πει: "κάνω τους απαραίτητους ελέγχους"  και μου πετάει και το "do you mind?" - τυπική αγγλική έκφραση που εδω  σημαίνει "μη μ' ενοχλείτε..."

Της λέω: "Έχουν ήδη περάσει δεκαπέντε από τον διπλανό συνάδελφό σας με ευρωπαϊκά 'i.d.' Καθυστερώ χωρίς να ξέρω γιατί. Μπορείτε να μου εξηγήσετε για ποιό λόγο υφίσταμαι προφανώς επιπρόσθετους ελέγχους?"

Μου λέει: "θα κάνω όσους ελέγχους μου αρέσει!"

Και παίρνω ανάποδες... Φωναχτά τώρα της λέω "Είστε αγενής. Και σας υπενθυμίζω: Είστε δημόσιος υπάλληλος. Και όχι - δεν θα κάνετε ο,τι σας αρέσει! Θα κάνετε ο, τι είστε υποχρεωμένη να κάνετε, είτε σας αρέσει είτε όχι". Με κοιτάζει με έκπληξη. Εστιάζει πάλι στον υπολογιστή της. Και συνεχίσω:
" Ξέρω τα δικαιώματά μου εδώ και τις δικές σας υποχρεώσεις σαν υπάλληλός μου. Να σας το επαναλάβω? Υπάλληλός μου! Πληρώνω το μισθό σας με τους φόρους μου, κι έχω πληρώσει περισσότερους φόρους σ' αυτή τη χώρα από ο,τι εσείς!"

Με αγνοεί σκυφτή στον υπολογιστή της.

Μετά με πιο έντονη φωνή: "Τη ταυτότητα μου τώρα! Ή καλέστε το διευθυντή σας αμέσως. Δεν παρακαλώ, απαιτώ!"

Αμέσως έρχεται ένας ένστολος ανώτερος της, κάτι της λέει, κάτι του απαντάει, και σε δευτερόλεπτα μου επιστρέφει την ταυτότητα και μου λέει " thank you".

Δεν ένιωσα "δύναμη", ούτε μου άρεσε να τα βάλω με την υπάλληλο ενός κράτους που του αρέσει ακόμα να θυμίζει στους πολίτες του, και στους ξένους πολύ περισσότερο, το μεγάλο αποικιακό παρελθόν του... Αχ, το ένδοξο British Empire, στου οποίου τα απέραντα μήκη και πλάτη ο ήλιος δεν έδυε ποτέ...

Ήμουν εκνευρισμένος, για άσχετους λόγους στο ταξίδι, και ο εκνευρισμός μου κλιμακώθηκε με την γραφειοκρατική συμπεριφορά της υπαλλήλου, που τυποποιεί τον επίσημο  κρατικό ρατσισμό. Ωστόσο, το κράτος μπορεί μεν να  καλλιεργεί μια ξενοφοβική " άποψη" και στον υπάλληλο, αλλά δεν τον εξουσιοδοτεί να κάνει "καψόνι" στον πολίτη, επειδή έτσι του "καύλωσε..." όπως λόγου χάρη μπορεί να συμβεί στην Ελλάδα...

Βγήκα έξω απ' τ' αεροδρόμιο ακόμα πιο εκνευρισμένος. Δεν με διασκεδάζουν τέτοιου είδους επεισόδια... ούτε και σαν θεατή,  πόσο μάλλον σαν πρωταγωνιστή.... Ο θυμός δεν μου έκανε καλό, ούτε η έκφρασή του σαν έκρηξη.  Έμεινα με μιαν  έντονη αίσθηση ντροπής και ούτε ίχνος ικανοποίησης. "Μα...., έγινες ρεζίλι με τις φωνές σου" σκέφτηκα. .

Πήγα στο συγκεκριμένο σημείο που επιτρέπεται το κάπνισμα, κι έκανα δύο απανωτά τσιγάρα.

Μετά φεύγω από κει, κατευθύνομαι προς την είσοδο, μπαίνω στο ασανσέρ, βγαίνω στο εσωτερικό των Αφίξεων του αεροδρομίου, και πάω να βγάλω εισιτήριο για να φύγω με το τραίνο. Μπροστά στη θυρίδα του ταμείου του British Rail, ξαφνικά λέω: "που ειν' ή βαλίτσα?"
" ε, άι στο διάολο...!"

Τρέχω πίσω, όλη την διαδρομή προς το αίθριο καπνιστήριο. Εκεί, ευτυχώς την βρίσκω! Δεν ξέρω σε ποιον να είμαι ευγνώμων που η βαλίτσα "περιμένει" ακόμα εκεί, κι ευγνωμονώ την αλληλεγγύη των καπνιστών  όλου του κόσμου που τους ενώνει η αφηρημάδα (μου λένε πως το τσιγάρο προκαλεί άνοια ..)

Και τώρα, πραγματικά "κάνω κέφι" για ένα ακόμα τσιγάρο... Αλλά δεν έχω καιρό. Φεύγω με βαριά βήματα που αρνούνται να πάνε πιο γοργά...



  

Κυριακή 26 Ιουλίου 2015

Απρόσκλητος Επισκέπτης






 
                                                                                                         
  Ακούω τρία δυνατά χτυπήματα στην εξώπορτα. 

Ποιος να ’ναι τέτοια ώρα, δυόμισι μετά τα μεσάνυχτα; Σηκώνομαι ταραγμένος και, μισοκοιμισμένος ακόμα, περνάω στα σκοτεινά τον διάδρομο.
Δεν ανάβω το φως γιατί θα φανεί από τα παράθυρα στη φάτσα του σπιτιού και θα προδώσει τις κινήσεις μου. Περπατάω ξυπόλυτος αθόρυβα και στέκομαι πίσω από την πόρτα. Με την καρδιά μου να γρονθοκοπεί το στήθος μου απ’ τα μέσα, αφουγκράζομαι και θαρρώ πως ακούω την βαριά ανάσα κάποιου απ΄ έξω. Η πόρτα είναι κλειδωμένη. Δεν μιλώ ούτε και πρόκειται ν’ ανοίξω. Αν ήταν γνωστός θα μου φώναζε απ’ έξω, σκέφτομαι. Ανεβαίνω την εσωτερική σκάλα του σπιτιού πατώντας με τρόπο που να μην κάνουν θόρυβο τα ξύλινα σκαλιά και βγαίνω πάνω, στο πυργάρι. 
Ανοίγω το παράθυρο, κι από κει πάνω φωνάζω: «ποιος είναι;» δεν παίρνω απάντηση…Και πάλι: «ποιος είναι, ρε;»  
Ακούω βήματα, κάποιος απομακρύνεται. Βγαίνω από την μπαλκονόπορτα στο μπαλκόνι και τον βλέπω να βαδίζει με σιγουριά  στο καλντερίμι που οδηγεί από το πλατύσκαλο μπροστά στην είσοδο του σπιτιού προς την αυλόπορτα στην μάντρα που ορίζει το κτήμα. «Έι, ποιος είσαι, τέτοια ώρα;» ξαναφωνάζω. «Τι στο διάολο θέλεις;»



Σταματά, γυρίζει και με κοιτά, αλλά το πρόσωπο του δεν φαίνεται στο φεγγαρόφωτο. 

Μου λέει: «είμαι ο τελευταίος και χειρότερος επισκέπτης που θα μπορούσες να δεχτείς. Είσαι καλότυχος που βιάζομαι για τώρα. Μα θα ξαναπεράσω…» 

Σκέφτομαι να του πω: «κι αν είσαι ο Χάρος πρέπει να σου πω πως υπάρχουν και χειρότεροι επισκέπτες από σένα…» μα δεν προλαβαίνω. 

Έχει βγει στο ξέφωτο και τον βλέπω να σηκώνει τα χέρια του σαν φτερά πουλιού και να μεταμορφώνεται σε μαύρο πελαργό. Απογειώνεται φτερουγίζοντας αθόρυβα και χάνεται στην φεγγαρόλουστη νύχτα.



Από μακριά, ακούω ένα μωρό που κλαίει.  






Δευτέρα 29 Ιουνίου 2015

μάχη μεταξύ placebo και nocebo".


Μου δίνουν από ένα χάπι. Ο ένας λέει το χάπι του άλλου είναι δηλητήριο, κι ο άλλος λέει πως μόνο το δικό του είναι φάρμακο. Ξεχνώ ποιανού είναι ποιο απ' τα δυό. Είν' ίδια κι απαράλλακτα.

Συμφώνησαν πως είμαι καταδικασμένος αν δεν πιω το χάπι. Έτσι κι αλλιώς χαμένος είμαι, σκέφτομαι. Και παίρνω απόφαση να παίξω Ρωσική Ρουλέτα παίρνοντας το ένα στα τυφλά.

Τότε μια κρύα φρίκη με καταλαμβάνει. Πήρα το χάπι το μοιραίο, λέω.  Ξαπλώνω κάτω με φρικτούς πόνους. Μετά μου έρχεται ή θεία έμπνευση να πάρω τ' άλλο γρήγορα, θα είναι το αντίδοτο.

Το παίρνω πανικόβλητος, και αρχίζει ο πόνος να υποχωρεί. Λέω, ένας απ' τους δύο ήθελε να με ξαποστείλει, μα ποιος νά 'ναι; Και ποιον να εμπιστευτώ, αν χρειαστώ να πάρω κι άλλη δόση;

Δεν είχα ιδέα πως τα χάπια τους δεν είχαν δραστικότητα. Μετά, τους άκουσα τυχαία να γελούν με κάποιο άλλο θύμα, λέγοντας οτι "η μάχη, ως συνήθως, θα δοθεί μεταξύ των placebo και nocebo".

☕☕

Image borrowed from here

Κυριακή 14 Ιουνίου 2015

Μιλώντας για φίδια


Αυτόν το χαρακτήρα τον βρίσκω πολύ πιο συμπαθητικό, 
απ' τους σοσιαλ-πραματευτάδες μας

Είμαι στην Ικαρία, μετά από απουσία αρκετή ώστε το περιβόλι μου να δείχνει παραμελημένο. Το χορτάρι, ζούγκλα ανάμεσα στα δέντρα. Τα λουλούδια σε δυό στρώματα γης στα πλάγια του ντουσεμέ που οδηγεί στην είσοδο του σπιτιού, πνιγμένα σε παραφυάδες που έχουν ξεραθεί.

Επιδόθηκα με ζήλο να τα καθαρίζω, κι ένας λόγος είναι ότι φοβάμαι τα φίδια που (ομολογουμένως πολύ σπάνια) καμιά φορά μπορεί και να κρύβονται σε πυκνές φυλλωσιές στον κήπο. Πριν ξεκινήσω να καθαρίζω τα χορτάρια (συχνά στα γόνατα και ξεριζώνοντάς τα με τα χέρια, εκει που δεν μπαίνει χορτοκοπτικό εργαλείο), χτυπάω επιμελώς το χώμα μ' ένα ραβδί, σαν προειδοποίηση σε τυχόν φίδι ότι είμαι κοντά,  αν και οι διακυμάνσεις στο χώμα  απ' τα πατήματα μου είναι επαρκείς για να περάσει το μύνημα και να απομακρυνθούν.

Κυριακή 19 Απριλίου 2015

Αντί Αυτού




Το απόγευμα έφυγε απ' το σπίτι έχοντας διαφωνήσει έντονα με τον πατέρα του σε κάποιο ζήτημα που ήταν πολύ λιγώτερο σημαντικό απο την διαφωνία τους. Όταν ζούσε η μάνα του, μόλις έβλεπε πως η συζήτηση, που συνήθως κάνανε στο τραπέζι για τα πολιτικά, έπαιρνε έντονη μορφή, άλλαζε το θέμα. "Μη χαλάτε τις καρδιές σας για ψύλου πήδημα" του έλεγε όταν ήταν μονοι τους. Παρότι διαφωνούσαν, ο πατέρας του άνοιγε κουβέντα, μάλλον σαν να ήθελε πειστεί αντί να πείσει, κι εκείνος κουβέντιαζε αν και ήξερε πως δεν μπορούσε να του αλλάξει το κεφάλι. Εκνευριζόταν όμως, παρότι ο πατέρας του δεν ήταν ποτέ επιθετικός μαζί του. 

Το βράδυ γύρισε αργά και μπήκε μέσα  στο σπίτι αθόρυβα

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015

Βινιέτες απ' την Γηραιά Αλβιώνα (3)



Δυό Ανακαλύψεις

Δουλεύαμε πολλές ώρες και για λίγα λεφτά.
Ήταν ξεθεωτική δουλειά, με δύο παύσεις δυό περίπου ωρών μεταξύ του πρωινού και του μεσημεριανού και μεταξύ μεσημεριανού και δείπνου, και συχνά συνέχεια απο το πρωί μέχρι αργά, μετά τα μεσάνυχτα.

Η δουλειά σερβιτόρου που έκανα, παρότι σ' ενα πολυτελές ξενοδοχείο, ευτυχώς, τώρα δεν μπαίνει στο βιογραφικό μου. Όχι απο ντροπή, αλλά εχοντας αλλάξει τόσα επαγγέλματα, κάποια δεν χωράνε  μέσα.

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015

Βινιέτες απο την Γηραιά Αλβιώνα (2)




Στον Ναό

Συναντιέμαι με μια φίλη μου σ’ ένα «καθεδρικο ναο» στην κεντρική πλατεία  της πόλης.  Παρότι βρέχει και κάνει κρύο, η πλατεία είναι γεμάτη κόσμο που κινείται βιαστικά και καθόλου άσκοπα. Ψωνίζει, καταναλώνει με θρησκοληπτική αφοσίωση.

Η πλατεία ειναι το κύριο εμπορικό κέντρο της πόλης και ο «ναός» ο πυρήνας του κέντρου. Η φάτσα του «ναού» βλέπει την πλατεία και σχηματίζεται απο βιτρίνες μεγάλων καταστημάτων. Η δύο είσοδοι του οδηγούν σε στοές που περνούν ανάμεσα σε βιτρίνες και εισόδους μαγαζιών  και καταλήγουν σ’ ένα αίθριο  στο εσωτερικό του κτιρίου, σκεπασμένο απο ένα τεράστιο φωταγωγό  σε ημικυλινδρικό σχήμα.

Καθόμαστε για καφέ στο τρίτο πάτωμα,  που είναι διαμορφωμένο σαν μια μεγάλη σκεπαστή βεράντα η οποία στην άκρη της καταλήγει να είναι μπαλκόνι με θέα τα μαγαζιά στα δυο χαμηλότερα πατώματα του αίθριου, με τους κρεμαστούς, εσωτερικούς αύλιους χώρους μπροστά τους, απ' όπου περνούν οι πιστοί καταναλωτές σαν μυρμήγκια.

Εκτός από το Café όπου καθίσαμε, στο ίδιο πάτωμα στεγάζονται και δυο εστιατόρια, των οποίων όλα τα τραπέζια είναι κατειλημμένα  - όπως και εκεί που καθόμαστε – ενώ το μεσημέρι ακόμα αργεί.

Κουβεντιάζοντας με τη φίλη μου (Janet την λένε)  παρατηρώ οτι έχουν αλλάξει κάπως τη διαρρύθμιση του χώρου, και ότι κάθε φορά που, μετά απο μικρό χρονικό διάστημα απουσίας, επιστρέφω εδώ  και μπαίνω σε τούτο το χώρο, με εντυπωσιάζει η έξυπνη αρχιτεκτονική του σαν να είναι η πρώτη φορά.

«Ειναι ο καθεδρικός μας», μου λεει η Janet (απο την οποία δανείζομαι την παρομοίωση του shopping mall με ναό).

«Πράγματι», λέω, «κάποτε η μεγάλης κλίμακας, συχνά αριστουργηματική  αρχιτεκτονική, στην οποία ο λαός κατ' εξαίρεση μπορούσε να έχει πρόσβαση, ήταν ο καθεδρικός ναός. Σήμερα είναι το shopping mall».

Σ’ αυτό το σημείο η Janet με διακόπτει, δείχνοντας προς τον χαμηλότερο όροφο. Βγαίνοντας με βιασύνη απο ένα μαγαζί, κάποιος που προφανώς δεν πρόσεξε ένα μικρό μπροστά του, το παρέσυρε με τα πόδια του,  ρίχνοντας το στο πάτωμα. Αυτό τώρα τσιρίζει και όπως το σηκώνει η μάνα του, αυτός φαίνεται να της ζητά συγγνώμη, χαϊδεύοντας το κεφάλι του μικρού.

«Βιάζονται, μην τυχόν και χάσουν κάτι» παρατηρεί η Janet...

Μετά τις γιορτές, αρχίζει συνήθως μια περίοδος εκπτώσεων στα εμπορικά καταστήματα, και οι πιστοί καταναλωτές τρέχουν να προλάβουν για να αγοράσουν ότι δεν αγόρασαν πριν τα Χριστούγεννα.

Λέω στην Janet πως  ξοδεύουν σαν μην υπάρχει αύριο. Σαν να μήν τους έχει αγγίξει η κρίση εδώ. Και μου απαντά πως αυτοί που ξοδεύουν είναι μόνο αυτοί που μπορούν να ξοδεύουν. Και είναι αρκετοί για να γεμίσουν το εμπορικό κέντρο της πόλης το πρώτο Σάββατο των εκπτώσεων. Αυτοί που δεν έχουν, και είναι πολλοί, και αυξάνονται και πληθύνονται στην φτώχεια τους, κάθονται στα σπίτια τους. Δεν μπορούν να εμφανιστούν γιατί δεν μπορούν να καταναλώσουν τα απαγορευμένα φρούτα του «ναού» εδώ. Κι αυτό, συν τοις άλλοις, σημαίνει πως δεν μπορούν να κρύψουν την αλήθεια της φτώχειας τους αγοράζοντας  την κατάλληλη αμφίεση από εδώ, πράγμα που έχει καταστεί προαπαιτούμενο για να αισθανθούν  αξιοπρέπεια.

Αποφεύγουν αυτό τον «ναο», μου λέει, επειδή ντρέπονται για την φτώχεια τους.

Και, θα πρόσθετα, ντρέπονται για τη φτώχεια τους επειδή θα ήθελαν αλλά δεν μπορούν να ...
προσκυνήσουν εδώ.