Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διανόηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διανόηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

Ένα «καζάνι» που κοχλάζει γεμάτο τυφλές ορμές



Η διαταραγμένη ζωή του πολίτη τον σέρνει όσο ποτέ άλλοτε μακριά από την αληθινή ζωή, από την ίδια τη ζωή του. Τον προσαρμόζουν βίαια σ' ένα σχέδιο, και ο ίδιος, χαμένος στην ανασφάλειά του, δεν μπορεί ν' αντιδράσει. 
[...]  
Η διαύγεια είναι το ζητούμενο. Αυτό που κατατρώει τη ζωή μας είναι η θλίψη, που μας εμποδίζει να σκεφτούμε καθαρά. Τα κατάφεραν καλά εις βάρος μας - μια ομάδα αληθινά αχρείων που τους συναντάς σε όλους τους κύκλους της καθημερινής ζωής. Περνώντας στις γραμμές του κινήματος, ο πολίτης αποδεικνύει ότι η κατάσταση της διαύγειας λειτουργεί μέσα του. Μπορεί να ξεχωρίσει το πρωτότυπο από το αντίγραφο. Ο αληθινός κόσμος παλεύει - παρ' όλη τη λύπη του - να κάνει την εμφάνισή του, να τα καταφέρει. 
[...] 
Δεν μπορούμε να περιμένουμε τίποτα από την ανώριμη διανόηση, που ακολουθεί μόνο το υπερεγώ της για να αισθάνεται ασφαλής. [1]
*****
Ένα σχόλιο εδώ, με αφορμή την τελευταία φράση από τα παραπάνω.

 Η διανόηση στον καπιταλισμό, στον κυριότερο όγκο της παράγει την στρεβλή σκέψη του συστήματος, δηλαδή ένα «δήθεν»  που προσποιείται πως είναι το αναπτυγμένο μέρος της κοινωνικής συνείδησης, αλλά συνολικά ουδέποτε ανάγεται σ' αυτήν. Διότι, καταρχήν, η διανόηση συνολικά δεν συνιστά μηχανισμό αυτογνωσίας του συστήματος.  Και δεν ανάγεται σε κοινωνική συνείδηση διότι, στον κύριο όγκο της, είναι απολογητική για το σύστημα ακόμα κι όταν καμώνεται πως το βλέπει κριτικά. Η κοινωνική δύναμη που μπορεί να σταθεί σε ύψος κοινωνικής συνείδησης, στο σημερινό στάδιο εξέλιξης του καπιταλισμού, και όχι η μόνη, είναι το μέρος της διανόησης που μπορεί να δει κριτικά το σύστημα και να στραφεί σε δράση προς την ανατροπή του. Δηλαδή το επαναστατημένο μέρος της διανόησης.

Έτσι, η διανόηση γενικά στον καπιταλισμό, εννοούμενη σαν ενιαία οντότητα, δεν φαίνεται να έχει «υπερεγώ», διότι τίποτε εμφανώς δεν της υπαγορεύει συμπεριφορά, τίποτε δεν στέκει πάνω από τον εαυτό της,  απαιτώντας απ' αυτήν συμμόρφωση με κάποιον συγκεκριμένο κώδικα ηθικής. Εκτός κι αν μ' αυτό εννοούμε αντικειμενικούς περιορισμούς που προβάλλονται από το σύστημα στον διανοούμενο σαν «πρέπει» και που αφορούν όχι μία ρητή αλλά μία  άρρητη προσταγή του να στηρίξει το σύστημα, επιβιώνοντας σαν παράσιτο από αυτο. 

Μιλώντας μεταφορικά και με Φροϋδικούς όρους, η διανόηση, όσο παραμένει απολογητική ανοιχτά ή κεκαλυμμένα, δεν προσβάλλει ούτε τις επιπτώσεις του γεγονότος ότι η βασική κινητήρια δύναμη του συστήματος είναι το κέρδος, το οποίο είναι και ο λόγος ύπαρξης των κυττάρων του Καπιταλισμού, που είναι οι ιδιωτικά κατεχόμενες οικονομικές μονάδες του. Στην προσπάθεια να επιτευχθεί το κέρδος οι μονάδες αυτές συνιστούν ένα άλογο σύστημα που στην συνολική συμπεριφορά του είναι έρμαιο μιας τάσης που, προσιδιάζει αυτό που ο Φρόυντ, ανάλογα, περιέγραψε σαν "το εκείνο»  (από το λατινικό  "id"), ή,  σε μία  ελληνική εκδοχή του όρου, το «προοεγώ». Πρόκειται για  την βασική πηγή ενέργειας στη δυναμική της ψυχής (μαζί με το «Εγω» και το «Υπερεγώ»), που λειτουργεί ασυνείδητα, ανεξέλεγκτα, και χαοτικά. Ήτοι ένα καζάνι», όπως το χαρακτήρισε ο Φρόυντ, που κοχλάζει γεμάτο ένστικτα, κι επιθυμίες ανεπίδεκτες ηθικών περιορισμών και που, σαν τέτοιες, δεν συνιστούν θέληση, παρά μόνο μιαν  εν γένει τυφλή έκφραση της δύναμης που τροφοδοτείται κι υπακούει στην ανάγκη ικανοποίησης των ενστίκτων, ακόμα κι όταν αυτή η ικανοποίηση είναι επιβλαβής για το ίδιο το άτομο ή για άλλους. 

Μιλώντας με τους ίδιους όρους εδώ, Ο Φρόυντ έβλεπε στη λειτουργία του «προεγώ» να συνυπάρχουν δύο βασικές αντικρουόμενες τάσεις. Αφενός, μέσω της ικανοποίησης ορμών και  ενστίκτων, την ενέργεια που διοχετεύεται προς την αναπαραγωγή και διατήρηση της ζωής, που ονόμασε «Έρωτα»· και αφετέρου μιαν εγγενή τάση αυτοκαταστροφής του οργανισμού που ονόμασε «θάνατο». Κι οι δυο τάσεις είναι εμφανείς στο σύστημα. Απ' τη μια, με κινητήρια δύναμη την επίτευξη κέρδους, το σύστημα στις μέρες μας όχι μόνο μπορεί να ικανοποιεί ανάγκες κι επιθυμίες αλλά και να τις αναπαράγει, με τον τρόπο του. Ειδάλλως δεν θα μακροζωούσε... Συνάμα, αυτό το κάνει με χαοτικό κι ανεξέλεγκτο τρόπο και χαρακτηρίζεται από παράλογη σπατάλη και καταστροφικότητα με τεράστιο κόστος ζωής και πηγών.  Δημιουργεί καταστρέφοντας... και στο σημερινό στάδιο εξέλιξής του, καταστρέφει περισσότερο από όσο δημιουργεί. Κυριαρχεί ο θάνατος σε βάρος του έρωτα, είναι πιο έντονος ο πόνος από την ευχαρίστηση, ο φόβος συνθλίβει την ελπίδα. 

Όπως ένας οργανισμός, που στη εξελικτική του πορεία παρακμάζει και εξαφανίζεται, ο καπιταλισμός έχει όλα τα συμπτώματα μιας παρακμής, που παρά τη φαινομενική παντοδυναμία του, απειλεί την φύση από την οποία αντλεί κι εξαντλεί αλόγιστα ο,τι τον κρατά ζωντανό. Αν η διανόηση δεν μπορεί να δει και να κρίνει το σύστημα σαν καρκίνωμα της ζωής στον πλανήτη,  σαν πηγή αρρώστιας για την ανθρωπότητα, αυτό σημαίνει ότι το σύστημα έχει μια θαμπή και νοσηρή εικόνα του εαυτού του και των χαρακτηριστικών του, δηλαδή του λείπει  το αντίστοιχο με αυτό που θα χαρακτηριζόταν μεταφορικά σαν το «εγώ» του συστήματος. Κι είναι η ύπαρξη του ώριμου κι αναπτυγμένου «εγώ»  αυτό που θα συνιστούσε προϋπόθεση να αναχαιτιστεί η τάση του να είναι έρμαιο των τυφλών ορμών εγγενών σ' αυτό, δηλαδή να χαλιναγωγήσει το «υποεγώ» του, κι από την άλλη να υπερβεί μιαν υποκριτική «ηθικολογία» (τα «πρέπει» του, ήτοι το αντίστοιχο του «υπερεγώ» του), που καθιστούν το σύστημα δυσλειτουργικό και παρά φύσει. Εν ολίγοις, να απαλείψει την παράλογη κι αφύσικη σε ένταση αυτοκαταστροφικότητα κι επιθετικότητα  που σήμερα μπορεί να πάρει τη μορφή αποκαλυπτικής εντροπίας. Αν μπορούσε να το κάνει... τότε δεν θα αναγνωριζόταν το σύστημα ως καπιταλισμός.

*****
1. Εδάφια  από το κείμενο "Ανάμεσα στο αντίγραφο και στο πρωτότυπο" Του Γιώργου ΚΑΚΟΥΛΙΔΗ, στον Ριζοσπάστη http://www.rizospastis.gr/story.do?id=9038715
    
Image borrowed from here

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015

Alain Badiou, ‘Η Σύγχρονη Ανικανότητα μας’

(Αναδημοσίευση)




Θεωρώ πολύ σημαντική αυτήν την παρέμβαση του Alain Badiou στον προβληματισμό για την κρίση, την κατάσταση του κινήματος στην Ελλάδα, και όχι μόνο. Έχω υπόψη μου ότι αποσπάσματα του σχετικού κειμένου ‘Our contemporary impotence’ εχουν μεταφραστει με τίτλο Η Σύγχρονη Αδυναμία μας. Θεώρησα όμως ότι θα ήταν χρήσιμο να μεταφραστει το ίδιο κείμενο στο σύνολο του στην ελληνική. Αυτό ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο το μετάφρασα από τα Αγγλικά (και πολύ λιγότερο οι κάποιες περιπτώσεις στις οποίες η ερμηνευτική προσέγγιση μου στο κείμενο διέφερε από αυτή των αποσπασμάτων του που προανέφερα – κάτι που είναι φυσικό να προκύψει σε δυο διαφορετικές μεταφράσεις του ίδιου κειμένου). Red Rock Views

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2015

είμαστε όλοι σε κίνδυνο




Η τελευταία συνέντευξη του Pier Paolo Pasolini με τον Furio Colombo (Σάββατο, 1η  Νοέμβρη 1975, το απόγευμα, και λίγες ώρες πριν την  δολοφονία του).


Διάλεξα κομμάτια απ' την συνέντευξη του μεγάλου Pasolini στα οποία απευθύνεται εν μέρει στην διανόηση, κάνοντας αναφορές στο Salo - παρεμπιπτόντως, μια ταινία  που είναι συχνά δύσκολη να την υποφέρει κι αυτός που θα στεκόταν πολύ κοντά στον Παζολίνι. Όχι για κάτι που έκανε άσχημα ο ίδιος, αλλά για μιαν ασχήμια που την μεταφέρει αριστουργηματικά, με μια ποίηση εικόνας που σε κτυπά στο στομάχι.

Τρίτη 10 Μαρτίου 2015

Ένα σύμπτωμα ψυχοπαθολογίας



Γράφει ο Στάθης:
Αν κάτι είναι κι αυτό σφόδρα πνιγηρό, είναι οι κυρίαρχες παθολογίες που παραμένουν εδραίες, σαν να μην αποπειράθηκε καν ο λαός να τις αποσείσει από πάνω του, όχι μόνον με τις επιλογές του στις τελευταίες εκλογές, αλλά και με την εν γένει στάση του κατά την τελευταία περίοδο.

Σάββατο 25 Αυγούστου 2012

Της Αρκεί που σαν Πόρνη Αμείβεται...


 



Αναφερόμενο στην προχθεσινή συνάντηση του Αντώνη Σαμαρά με τον Ζ. Κ. Γιουνκέρ, το άρθρο «Γκαστρωμένη» Τετραμηνία (στην Καθημερινή) μας πληροφορεί ότι η έξοδος από την Ευρωζώνη θα είναι σίγουρα «ολέθρια για την Ελλάδα» ενώ υπάρχει διχογνωμία για τον αντίκτυπο της στην υπόλοιπη Ευρωζώνη.
Κατ’ αρχήν, προσέχουμε το μοτίβο με το οποίο σφυρηλατείται η κοινή γνώμη στην χώρα μας κατά το οποίο η πολύ πιθανή πλέον έξοδος της Ελλάδας απο την Ευρωζώνη είναι de facto μια σίγουρη καταστροφή «για μας», ενώ ενδεχομένως «να μην επηρεάσει και τόσο τους συνεταίρους και σύμμαχους μας στην ΕΕ».
Στην συνέχεια διαβάζουμε: «Παραφράζοντας γνωστό απόφθεγμα του Χαρίλαου Φλωράκη, η τετραμηνία μέχρι το τέλος του 2012 θα είναι «γκαστρωμένη» για την Ελλάδα, για την Ευρώπη. Ίσως και για ολόκληρο τον κόσμο, εφόσον επαληθευτούν τα χειρότερα σενάρια». Αναφέρεται σε πιθανή ανάφλεξη στην  Μέση Ανατολή, σε κατάρρευση του ευρώ και διάλυση της Ευρωζώνης, και σε εξελίξεις στις ΗΠΑ μετά τις επικείμενες εκλογές, όταν το πρόβλημα των αστρονομικών ελλειμμάτων της χώρας (δεν το λέει η Καθημερινή αυτό) φαίνεται ότι θα αποτελέσει αφορμή για αμείλικτη  και άμεση επίθεση του κεφαλαίου στην εργασία των ΗΠΑ.
Και καταλήγει ότι:
«Ο πολιτικός ή οικονομικός ρόλος της Ελλάδας είναι μηδαμινός και μόνο η γεωστρατηγική θέση της σε σχέση με την κατάσταση στη Μέση Ανατολή μπορεί να ληφθεί υπ’ όψιν στη σημερινή συγκυρία από τους μεγάλους παίκτες. [...] Για την Ελλάδα, ο πρωταρχικός στόχος είναι να παραμείνει στην Ευρωζώνη και μακράν δεύτερος η αλλαγή της πολιτικής της, σε συνεργασία με άλλους. Εφόσον υπάρχει Ευρωζώνη...» [1]
Στην ουσία, η χώρα δεν έχει κανένα διαπραγματευτικό εργαλείο στα χέρια της όταν πολιτικά και οικονομικά είναι σε πλήρη παραλυσία, και η τύχη της επαφίεται στην πιθανότητα να ληφθεί στα υπόψη η γεωστρατηγική θέση της. Είναι απόλυτη η άποψη αυτή και μάλιστα θεωρεί  πως όσοι διαφωνούν «βαυκαλίζονται» και  «παραμυθιάζουν».
Μέσα σ’ αυτούς που «βαυκαλίζονται» θα συμπεριλάμβανε και τon Λυγερό ο οποίος ισχυρίζεται κάτι ανάλογο, παροτρύνοντας όμως  «να απελευθερωθούμε από τις φοβίες μας που μας παραλύουν τη σκέψη και δεν επιτρέπουν τη στρατηγική μας δράση...» Το κάτι ανάλογο είναι κατά τον ίδιο ότι «γεωστρατηγικά και τοποστρατηγικά, η ελληνική ΑΟΖ έχει τεράστια σημασία, όχι μόνο για μας, και κατ' επέκταση για όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και για τους αντιπάλους μας που προτιμούν να μην τη θεσπίσουμε καν και να μην συμπράξουμε διακρατικές συμφωνίες, διότι αυτή η αδράνεια θα τους προσφέρει μεγάλες δυνατότητες κινήσεων σ' ένα πλαίσιο, το οποίο θα είναι ελεύθερο». [2]
Έχουμε  λοιπόν απο την μια την λογική ότι τώρα που οι ιμπεριαλιστές ετοιμάζονται να κάνουν άλλη μια επιδρομή σφαγιασμού, αυτή την φορά εναντίον της  Συρίας ή και του Ιράν, και το έδαφος της Ελλάδας αποτελεί ένα απο τα ορμητήρια τους και η κυβέρνηση της έτοιμη να συνδράμει, ίσως το λάβουνε αυτό υπόψη τους όταν πάρουν απόφαση για την θέση της Ελλάδας στην Ευρωζώνη. Γιατί όμως να «βαυκαλίζονται»  αυτοί που ισχυρίζονται ότι η γεωστρατηγική αξία της χώρας έγκειται στον ορυκτό πλούτο της τον οποίο θα μπορούσε να εκποιήσει απο καλύτερη θέση με καθορισμό  της ελληνικής ΑΟΖ;  
Διότι
Η αστική τάξη δεν βλέπει εναλλακτική, ούτε στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος της, θεωρώντας αδύνατο ένα αλισβερίσι μιας οποιασδήποτε κυβέρνησής της με τα ιμπεριαλιστικά αρπαχτικά που ούτως ή άλλως ξέρουν ότι έχουν ήδη βάλει στο χέρι τον ορυκτό πλούτο του Αιγαίου, με ή άνευ καθορισμό της ελληνικής ΑΟΖ.
Ο «ρεαλισμός» αυτός έχει μακρά ιστορία. Ιδιαίτερα μετά τον εμφύλιο, με την επικράτηση του δόγματος εθελοντικής υποταγής «ανήκομεν εις την Δύσιν», η αστική τάξη χρωστάει ακόμα τα ιμπεριαλιστικά δεκανίκια της στους δυτικούς πάτρωνες της.  Η αιτία και ο λόγος ύπαρξης της είναι αυτή η σχέση υποταγής.
Αν κάποιος μπορούσε ποτέ να θέσει το ερώτημα αν η αστική τάξη, που επιμένει να κυβερνά την χώρα μας, θα μπορούσε ποτέ να βάλει πραγματικά εθνικά συμφέροντα πάνω απο τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών η απάντηση μου θα ήταν: όχι! Δεν μπορεί. Διότι, αφού ανέλαβε την υπηρεσία της πόρνης και μετέτρεψε την χώρα σε οίκο ανοχής, ξέρει καλύτερα απο μας ότι ούτε να τολμήσει να το σκεφτεί θα τις επέτρεπαν οι νταβατζήδες της. Της αρκεί που σαν πόρνη αμείβεται κι αυτή... 


********
1 (άρθρο του Άγελου Στάγκου)
2 (άρθρο του Ν. Λυγερού)

Εικόνα: Shirin Fakhim, 'Prostitutes'


Κυριακή 22 Ιουλίου 2012

Ο Καστοριάδης και το Μεταβολικό Ρήγμα





Στο παρόν κείμενο  γίνεται αναφορά σε μια θέση του Καστοριάδη για ζητήματα Οικολογίας τα οποία, κατά τον ίδιο, «o Μαρξ παραβλέπει ή περιθωριοποιεί». Η άποψη αυτή εκφράστηκε στο κείμενο με τίτλο Η επαναστατική δύναμη της Οικολογίας Μια συνέντευξη με τον Κορνήλιο Καστοριάδη (1993) που δόθηκε το 1993 στο γαλλικό περιοδικό «Πράσινος Πλανήτης», απο την οποία επιλέγω ένα μέρος. (1)

Οι λόγοι για τους οποίους αναφέρομαι σ’ αυτόν είναι τρεις:
Ο πρώτος είναι ότι η άποψη του είναι τυπική και πολύ διαδεδομένη απο οικο-αριστερούς αλλά και δυστυχώς αποδεκτή σε κάποιους που τοποθετούνται στον χώρο της κομμουνιστικής αριστεράς. 
Ο δεύτερος είναι ότι Καστοριάδης είναι «δικός μας» και οι επικλήσεις σ’ αυτόν είναι της μόδας εδώ, μιας και αποτελούν τεκμήρια ταύτισης με μια «ανοιχτά και αδογμάτιστα» αριστερή διανόηση. Και διότι πολλοί συμφωνούν με την (τα μάλα) υπρβολική εκτίμηση των συντακτών της εν λόγω συνέντευξης κατά τους οποίους

«Ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ίσως ο σημαντικότερος πολιτικός στοχαστής και φιλόσοφος του 20ου αιώνα, από το τη δεκαετία του 70’ αρχίζει να ενσωματώνει στο σύστημα της κριτικής του και το οικολογικό ζήτημα. Φαίνεται, δε, σχεδόν από όλα τα τελευταία κείμενά του ότι το οικολογικό ήταν το ζήτημα που τον απασχολούσε περισσότερο ή τουλάχιστον εξίσου πολύ με άλλα θέματα. κτλ)».(2)

Ο τρίτος και ειδικότερος λόγος είναι το γεγονός ότι στην απάντηση του Καστοριάδη που παραθέτω, ο Μαρξ εμφανίζεται αδιάφορος για σημαντικά πράγματα που αφορούν την οικολογία και κατά τον ίδιο πάντα, «το ότι ο Μαρξ 'ξεχνάει' αυτά τα πράγματα είναι περίεργο, λόγω του ότι στην εποχή του αυτή η σκέψη απασχολεί πολλούς συγγραφείς». Στο πλαίσιο αυτό αναφέρεται το όνομα Justus Liebig, κάτι που θεώρησα άξιο λόγου, όπως ελπίζω θα φανεί παρακάτω.

Μια «εφ’ όλης της ύλης κριτική» στις θέσεις του Καστοριάδη για το ζήτημα της οικολογίας δεν είναι στις προθέσεις, ούτε και θα ήταν δυνατή στο πλαίσιο ενός κειμένου όπως το παρόν. Θα σταθούμε μόνο στο ζήτημα του αφορισμού «περί του οικολογικά μη-προβληματισμένου» Μαρξ. Είναι δίκαιο να ειπωθεί εξ’ αρχής εδώ ότι αυτή η συνέντευξη δόθηκε πριν απο σχεδόν μια εικοσαετία και έκτοτε μεσολάβησε μια έντονη δραστηριότητα, κυρίως απο μαρξιστές ακαδημαϊκούς, εστιασμένη όχι μόνο σε μια στενά ιδωμένη διερεύνηση του ερωτήματος αν οι πατέρες του Μαρξισμού είχαν αναπτυγμένη οικολογική συνείδηση, αλλά και στην ανάδειξη της σχέσης κοινωνίας και φύσης στη σκέψη τους, και στο βαθμό κατά τον οποίο αυτή η σκέψη είναι ακόμα ζωντανά επίκαιρη και ικανή να οπλίσει θεωρητικά μια ποιο διεισδυτική ενατένιση και ερμηνεία της περιβαλλοντικής κρίσης που βιώνουμε. Ωστόσο, η αναφορά του Καστοριάδη στον Justus Liebig καθιστά «περίεργο» (για να χρησιμοποιήσω την δική του έκφραση) το γεγονός ότι αποσιωπάται σ’ αυτήν ή αγνοείται η άμεση σχέση του Μαρξ με τον Liebig

Ας  δούμε τι λέει:

[...]
Pascale Egre : Ποιο παραλληλισμό θα μπορούσαμε να κάνουμε ανάμεσα στην υποχώρηση του μαρξισμού και στη ραγδαία ανάπτυξη της πολιτικής οικολογίας;

Κορνήλιος Καστοριάδης: Η σχέση τους είναι προφανώς περίπλοκη. Πρώτα απ’ όλα, πρέπει κανείς να παρατηρήσει ότι ο Μαρξ μετέχει πλήρως του καπιταλιστικού φαντασιακού: σύμφωνα με αυτόν, όπως και με την κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής του, τα πάντα εξαρτώνται από την αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων. Όταν η παραγωγή φθάνει σε ένα αρκετά υψηλό επίπεδο είναι κανείς σε θέση να μιλήσει για μια αληθινά ελεύθερη κοινωνία, για μια κοινωνία ισότητας και πάει λέγοντας. Δεν βρίσκει κανείς στον Μαρξ καμία κριτική της καπιταλιστικής τεχνικής, είτε όσον αφορά την μέθοδο παραγωγής είτε όσον αφορά τον τύπο και τη φύση των προϊόντων που παράγονται. Για αυτόν, η καπιταλιστική τεχνική και τα προϊόντα της αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της διαδικασίας της ανθρώπινης προόδου. Ούτε ασκεί κριτική στην εργασιακή διαδικασία του εργοστασίου. Επικρίνει, βεβαίως, μερικά «υπερβολικά» στοιχεία αλλά, υπό αυτήν τη μορφή, αυτή η οργάνωση φαίνεται για αυτόν να αποτελεί μια πραγμάτωση της ορθολογικότητας, χωρίς την προσθήκη εισαγωγικών. Το βασικό κομμάτι της κριτικής του έχει να κάνει με την χρήση αυτής της τεχνικής και αυτής της οργάνωσης: πως, δηλαδή, από αυτές επωφελείται μόνο το κεφάλαιο και όχι η ανθρωπότητα ως σύνολο. Δεν εντοπίζει την ανάγκη να γίνει μια εσωτερική κριτική στην τεχνική και την οργάνωση της καπιταλιστικής παραγωγής.
Το ότι ο Μαρξ «ξεχνάει» αυτά τα πράγματα είναι περίεργο, λόγω του ότι στην εποχή του αυτή η σκέψη απασχολεί πολλούς συγγραφείς. Ας θυμηθούμε, για να αναφερθούμε σε ένα γνωστό παράδειγμα, τους Άθλιους του Βίκτωρ Ουγκό. Όταν, με σκοπό να σώσει τον Μάριο, ο Γιάννης Αγιάννης τον κουβαλάει μέσα από τους υπονόμους του Παρισιού, ο Ουγκό παραδίδεται σε μία από τις πολυαγαπημένες παρεκβάσεις του. Βασισμένος, χωρίς αμφιβολία, στους υπολογισμούς των μεγάλων χημικών της εποχής, πιθανόν του Justus Liebig, λέει πως από το Παρίσι καταλήγει στην θάλασσα κάθε χρόνο, μέσω των υπονόμων του, χρηματικό ποσό ίσο με 500 εκατομμύρια χρυσά φράγκα. Αυτό το αντιπαραβάλλει στη συμπεριφορά των κινέζων αγροτών, οι οποίοι λιπαίνουν το χώμα με τα δικά τους περιττώματα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μας λέει ουσιαστικά ότι το έδαφος της Κίνας είναι τόσο εύφορο όσο ήταν και την πρώτη μέρα της Δημιουργίας. Γνωρίζει πως οι παραδοσιακές οικονομίες ήταν οικονομίες ανακύκλωσης, ενώ η σημερινή είναι μια οικονομία σπατάλης.
Ο Μαρξ όλα αυτά τα παραβλέπει ή τα περιθωριοποιεί. Και αυτό επρόκειτο να παραμείνει, μέχρι το τέλος, η τοποθέτηση του μαρξιστικού κινήματος. Αρχίζοντας από το τέλος της δεκαετίας του 50’, αρκετοί παράγοντες θα ενώνονταν προκειμένου να αλλάξει αυτή η κατάσταση. (3)

Η θέση αυτή του Καστοριάδη αδικεί έντονα τον Μαρξ. Η έκφραση αυτής της άποψης θα χαρακτηριζόταν περιγέλαστη σήμερα. Ο John Bellamy Foster  γράφει ότι: «Μετά από δεκαετίες έρευνας στις συνεισφορές του Μαρξ σε οικολογικούς διαλόγους και την δημοσίευση των επιστημονικών-τεχνικών σημειωματάριών του, δεν μπαίνει πλέον ερώτημα αν ο Μαρξ καταπιάνεται με την φύση, και αν το έκανε σε όλη τη ζωή του». (4)  Προφανώς διότι το ερώτημα έχει απαντηθεί απο έναν αυξανόμενο αριθμό σύγχρονων θεωρητικών – εκτός απο τον John Bellamy Foster, και απο πολλούς άλλους, όπως οι Paul Burkett,  Fred Magdoff , Brett Clark, Richard York, David Harvey, Ricardo Dobrovolski, Jason W. Moore Erik Swyngedouw (η λίστα δεν εξαντλείται εδώ) οι οποίοι έχουν καταπιαστεί συστηματικά με σοβαρότητα και κύρος με το θέμα αυτό.

Ο κύριος κορμός του παρόντος κειμένου συνίσταται απο μεταφορά και παρουσίαση βασικών παρατηρήσεων στο ίδιο ζήτημα που έχουν γίνει σε άρθρα μερικών απο τους προαναφερθέντες θεωρητικούς.  Πέραν της σύνθεσης τους εδώ, σαν αντιπαράθεση και σαν απάντηση στον  αφορισμό του Καστοριάδη σε σχέση με τις «παραβλέψεις» του Μαρξ,  στα ελάχιστα που προσθέτω συμπεριλαμβάνεται η διαπίστωση ότι η διάλυση αυτής της προκατάληψης αλλά και ο εμπλουτισμός του μαρξιστικού προβληματισμού για το περιβάλλον και την σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με την φύση, εάν είναι όσο θα έπρεπε πλατιά γνωστά στον ελληνικό χώρο της Μαρξιστικής αριστεράς (πράγμα που ομολογώ μου είναι άγνωστο), τουλάχιστον δεν φαίνεται να την απασχολεί με την ένταση που αρμόζει στο θέμα αυτό.

Μια πλήρης ανάγνωση του έργου του Μαρξ, εστιασμένη στην ανάδειξη αυτής της σημαντικής πλευράς της σκέψης του που αφορά τον βαθύ και απαράμιλλο για την εποχή του προβληματισμό του για τη σχέση κοινωνία–φύση, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Διότι ο προβληματισμός αυτός διαποτίζει ολόκληρη την σκέψη του, είναι βασικό συστατικό της. Και σίγουρα κάποιες απο τις προκαταλήψεις που έχουν εξαπλωθεί, προερχόμενες κυρίως απο τον «πράσινο», στην ουσία σοσιαλδημοκρατικό, χώρο, μπορεί να είναι αδιάβαστες αναπαραγωγές απο ψευδο-διατριβές λειψά καταρτισμένων "διανοούμενων". Άλλες προέρχονται απο μια κάστα γραφιάδων που κάνουν καλοπληρωμένη καριέρα την προσπάθεια να βγάλουν τον Μαρξ άσχετο και στο θέμα της οικολογίας.

Κάποιοι, πιο ραφιναρισμένα αναγκάζονται τώρα να ομολογήσουν ότι ο Μαρξ ναι μεν είχε υπόψη του το περιβαλλοντικό πρόβλημα της εποχής του, αλλά ισχυρίζονται ότι οι εκτιμήσεις του ήταν υποταγμένες σ’ ένα Προμηθεανισμό (5), δηλαδή σε μια έντονη έμφαση στην αναγκαιότητα της βιομηχανικής ανάπτυξης την οποία θεωρούσε προϋπόθεση της ανθρώπινης χειραφέτησης, και η οποία ήταν αναγκαίο να πραγματοποιηθεί (υποτιθεται) ανεξάρτητα απο το περιβαλλοντικό κόστος της.  Έτσι, κατά την ίδια κριτική στον Μαρξ,  προβάλλεται η άποψη ότι δεν έδειξε έναν οικολογικό προβληματισμό επαρκή για να ωθήσει μια περαιτέρω ανάπτυξη σε μεταγενέστερες γενιές μαρξιστών, και άρα δεν συνείσφερε στην επακόλουθη διαμόρφωση της  Οικολογίας. Άλλοι τον «δικαιολογούν» ότι έγραψε πριν την ανάπτυξη της οικολογίας.   

Η αλήθεια όμως είναι ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς (όπως γράφει ο John Bellamy Foster)

είχαν το πλεονέκτημα ότι έζησαν σε μιαν εποχή όπου η μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό εξακολουθούσε ακόμα να πραγματοποιείται, ή να είχε συμβεί στην πρόσφατη μνήμη. Ως εκ τούτου, τα ερωτήματα που έθεσαν για την καπιταλιστική κοινωνία, ακόμη και για τη σχέση μεταξύ της κοινωνίας και της φύσης ήταν συχνά πιο θεμελιώδη από αυτά που χαρακτηρίζουν την κοινωνική και οικολογική σκέψη, ακόμη και στην αριστερά, σήμερα.

Αλλά, παραδόξως, η ανταγωνιστική σχέση του καπιταλισμού με το περιβάλλον, η οποία βρίσκεται στον πυρήνα της σημερινής κρίσης μας, ήταν κατά κάποιο τρόπο πιο εμφανής στους σοσιαλιστές του 19ου και 20ου αιώνα, από ότι είναι στην πλειοψηφία των πράσινων στοχαστών της εποχής μας.(6)


Ας επιστρέψουμε στo επίδικο: την αποσιωπημένη ή  αγνοουμένη (απο τον Καστοριάδη) σχέση Μαρξ με τον Liebig. Ο Justus von Liebig, μεγάλος Γερμανός χημικός, είναι  γνωστός για την έντονη κριτική που άσκησε στον ανορθολογισμό της αγροκαλλιέργειας και ειδικά στις εντατικοποιημένες μεθόδους της βρετανικής γεωργικής παραγωγής της εποχής του, τις οποίες χαρακτήρισε ως ένα «σύστημα ληστείας». Περιέγραψε λεπτομερώς την σοφία παλαιότερων κοινωνιών οι οποίες αυτά που έπαιρναν απο την φύση με την παραγωγική τους δραστηριότητα τα επέστρεφαν σ’ αυτήν σε μορφή λιπαντικών συστατικών απαραίτητων για ανακύκλωση στη γη, διατηρώντας μιαν ισορροπία μεταξύ της φύσης και της αγροκαλλιέργειας.  Η κριτική αυτή αναπτύχθηκε στο πρωτοποριακό επιστημονικό έργου του, Organic Chemistry in its Application to Agriculture and Physiology (Οργανική Χημεία και η Εφαρμογή της στην Γεωργία και την Φυσιολογία) που εκδόθηκε το 1840.

Με το ξεδίπλωμα της βιομηχανικής επανάστασης, η μείωση του πληθυσμού των αγροτικών περιοχών σήμανε την προλεταριοποίηση μέρους της αγροτιάς που οδήγησε επίσης στην συγκεντροποίηση της ιδιοκτησίας γης. Συνάμα διαφοροποιήθηκε δραματικά η πόλη απ' το χωριό, αναστέλλοντας την παράδοση ανακύκλωσης. Τρόφιμα και φυτικές ίνες αποστέλλονταν από την ύπαιθρο σε μακρινές αγορές. Στο πλαίσιο αυτό, τα θρεπτικά συστατικά του εδάφους, όπως άζωτο, φώσφορο και κάλιο,  μεταφέρονταν από τη ύπαιθρο στην πόλη, όπου μετατρέπονταν  σε συσσωρευμένα ανθρώπινα και ζωικά απόβλητα και σε  ρύπανση των πόλεων, αντί να επιστρέψουν στο έδαφος για την ανακύκλωση τους.

Μια «λύση» που βρήκαν οι καπιταλίστες στην αρχή του 19ου Αιώνα ήταν η ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου γκουανό, νιτρικών αλάτων. Το γκουανό ήταν ένα από τα καλύτερα λιπάσματα για αύξηση της αγροτικής παραγωγής με εμπλουτισμό του εδάφους.  Πρόκειται για την ονομασία περιττωμάτων θαλάσσιων πτηνών που κατοικούν σε μεγάλες αποικίες στα νησιά ανοικτά των ακτών του Περού. Το γκουανό έχει υψηλές ποσότητες συγκεντρωμένων φωσφορικών ενώσεων και αζώτου. Εκείνη την εποχή, αυτό το νέο λίπασμα προκάλεσε  ενα διεθνή ανταγωνισμό για την διεκδίκηση των νησιών που είχαν αποθέματα γκουανό. Εκατομμύρια τόνοι γκουανό σκάφτηκαν για  εξαγωγές στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη. Οι  εργάτες που το έσκαβαν ήταν κινέζοι "κούληδες" μεταφερμένοι σαν σκλάβοι στο Περού, για να δουλεύουν εκεί χειρότερα απο σκλάβους... (7)


Πέραν τούτου, πηγή λιπασμάτων αποτελούσαν και τα οστά ανθρώπων και ζώων τα οποία είχαν επίσης καταστεί αντικείμενο ληστρικής εκμετάλλευσης. Πρωταγωνιστές ήταν οι Άγγλοι αποικιοκράτες και καπιταλίστες. Φυσικά κάποιες χώρες κυριολεκτικά γδέρνονταν απο τα θρεπτικά συστατικά του εδάφους τους. Αυτό ώθησε τον Liebig  να δηλώσει ότι η Μεγάλη Βρετανία

... Στερεί όλες τις χώρες από τις συνθήκες της γονιμότητας τους. Έχει σαρώσει τα πεδία των μαχών της Λειψίας, του Βατερλώ και της  Κριμαίας! Έχει καταναλώσει τα οστά πολλών γενεών συσσωρευμένα  στις κατακόμβες της Σικελίας! Και τώρα καταστρέφει κάθε χρόνο το φαγητό για μια μελλοντική γενιά από τριάμισι εκατομμύρια ανθρώπων. Όπως ένας βρικόλακας, που κρέμεται στο στήθος της Ευρώπης, και  του κόσμου ακόμα, ρουφά το αίμα της  ψυχής του, χωρίς καμία πραγματική ανάγκη ή μόνιμο όφελος για τον εαυτό του. (8)

Σε αντίθεση με τον Καστοριάδη, ο John Bellamy Foster, διακρίνει ότι ο Μαρξ είχε πλήρη γνώση της εργασίας του Liebig την οποία μελέτησε την ίδια περίοδο που έγραφε τον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, και απο την οποία πληροφορήθηκε  το Κεφάλαιο. Ο Μαρξ παρακολούθησε τις διαλέξεις του Liebig στο Λονδίνο, όπως και διαλέξεις των Moleschott και Huxley.  (9) Κάθε άλλο παρά «παραμελώντας και παραβλέποντας μια εσωτερική κριτική στην τεχνική και την οργάνωση της καπιταλιστικής παραγωγής», όπως σχολίασε σε επιστολή στον Ένγκελς το 1866, η εντατική μελέτη της νέας γεωργικής χημείας, «ιδίως των Liebig και Schönbein, ήταν πιο σημαντική για αυτό το θέμα από όλων των οικονομολόγων μαζί». (10) Χαρακτήρισε μάλιστα την ανάδειξη, μέσω της φυσικής επιστήμης, της καταστροφικής πλευρά της καπιταλιστικής ανεπτυγμένης γεωργικής καλλιέργειας ως μια «αθάνατη τιμή» στον Liebig.

Ο Μαρξ ξεκινώντας απο θέσεις του Liebig προχώρησε πιο πέρα απο αυτές. Η καταστροφή του κύκλου ανακύκλωσης των συστατικών της φύσης απαραίτητων για την αναπαραγωγή της και η ανισορροπία που δημιουργείται ορίζεται ως «Μεταβολικό Ρήγμα».   Αιτία αυτού του φαινομένου είναι το γεγονός ότι ο καπιταλισμός έχει δημιουργήσει μια «μεταβολική αλληλεπίδραση» μεταξύ  ανθρώπων και γης η οποία μορφοποιείται απο τους όρους της παραγωγής που επέβαλε. Επισημαίνει την αναγκαιότητα για «συστηματική αποκατάσταση» αυτού του ρήγματος η οποία αποκατάσταση θα πρέπει να λειτουργήσει ως «ρυθμιστικός νόμος της κοινωνικής παραγωγής».  Ωστόσο η μεγάλης κλίμακας καπιταλιστική ανάπτυξη της γεωργίας και του εμπορίου οξύνει το Μεταβολικό Ρήγμα. Αποτέλεσμα είναι η σπατάλη θρεπτικών συστατικών του εδάφους που μετατρέπονται σε ρύπανση και απόβλητα της πόλης. «Το Λονδίνο,» έγραψε, «δεν μπορεί να βρει καμία καλύτερη χρήση για την απέκκριση των τεσσεράμισι εκατομμυρίων ανθρώπων από το να μολύνει τα Τάμεση». (11)  Η μεγάλης κλίμακας βιομηχανία εντείνει την εν λόγω καταστροφική διαδικασία εξάντλησης του εδάφους.

Ο Μαρξ βλέπει  το Μεταβολικό Ρήγμα σε σχέση με το χάσμα που δημιουργείται ταυτόχρονα μεταξύ πόλης και χωριού. Ενώ μειώνεται ο αγροτικός πληθυσμός, αυξάνεται ο πληθυσμός στοιβαγμένος στις πόλεις

«Με αυτόν τον τρόπο παράγει τις συνθήκες που προάγουν ένα ανεπανόρθωτο ρήγμα στην αλληλεξάρτηση διαδικασία του κοινωνικού μεταβολισμού, ένα μεταβολισμό που προβλέπεται από τους φυσικούς νόμους της ίδιας της ζωής. Το αποτέλεσμα αυτού είναι μια διάβρωση της ζωτικότητας του εδάφους, η οποία πραγματοποιείται από το εμπόριο πέρα ​​από τα όρια μιας μόνο χώρας». (12)

[...]

«διαταράσσει  τη μεταβολική αλληλεπίδραση μεταξύ του ανθρώπου και της γης, δηλαδή εμποδίζει την επιστροφή στο έδαφος των στοιχείων που το συνθέτουν και καταναλώνονται από τον άνθρωπο με τη μορφή των τροφίμων και των ειδών ένδυσης? Ως εκ τούτου παρεμποδίζει τη λειτουργία της αιώνιας φυσικής συνθήκης για τη διαρκή γονιμότητας του εδάφους». (13)

[...]

«Όλη η πρόοδος της καπιταλιστικής γεωργίας αποτελεί μια πρόοδο στην τέχνη, όχι μόνο της καταλήστευσης του εργάτη, αλλά της καταλήστευσης της γης. Όλη η πρόοδος στην αύξηση της γονιμότητας του εδάφους για μια δεδομένη χρονική στιγμή αποτελεί μια πρόοδο προς τον αφανισμό των μακροχρόνιων πηγών αυτής της γονιμότητας ... Η καπιταλιστική παραγωγή, επομένως, αναπτύσσει τις τεχνικές και το βαθμό συνδυασμού της κοινωνικής διαδικασίας της παραγωγής μόνο ταυτόχρονα με την υπονόμευση των  πρωταρχικών πηγών όλου του πλούτου, του εδάφους και του εργάτη». (14)


Η ενατένιση του προβλήματος απο τον Μαρξ φαίνεται να έχει μακρά ακτίνα ορατότητας όταν διαπιστώνει ότι αυτό το πρόβλημα δεν μπορεί να βρει λύση παρά μόνο με την υπέρβαση του καπιταλισμού, καθόσον σήμερα το βρίσκουμε ακόμα μπροστά μας με πολλαπλάσια ένταση, χωρίς καμία προοπτική επίλυσης του στα όρια του συστήματος. 

Η υπονόμευση της αέναης φύσης απο τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις της ανθρώπινης ύπαρξης θέτει προοπτικά υπό αμφισβήτηση την βιωσιμότητα του πλανήτη.   Δεν φαίνεται να υιοθετεί ο Μαρξ μια συνεχόμενη και άνευ όρων βιομηχανική ή οικονομική ανάπτυξη (δεν πάσχει καθόλου απο «Προμηθεανισμό», όπως έχει κατηγορηθεί) όταν γράφει:

Από τη σκοπιά ενός ανώτερου κοινωνικό-οικονομικού σχηματισμού, η ιδιωτική ιδιοκτησία γης απο συγκεκριμένων άτομα θα φαίνεται τόσο παράλογη όσο η ιδιωτική ιδιοκτησία άλλων ανθρώπων απο έναν άνθρωπο. Ακόμη και μια ολόκληρη κοινωνία, ένα έθνος, ή όλες οι ταυτόχρονα υπάρχουσες κοινωνίες μαζί, δεν είναι ιδιοκτήτες της γης. Είναι απλά οι κάτοχοί της, οι δικαιούχοι της, και πρέπει να την κληροδοτήσουν σε μια βελτιωμένη κατάσταση στις επόμενες γενιές όπως οι Boni patres Familias [καλοί επικεφαλής του νοικοκυριού](15)




 
1 Η επαναστατική δύναμη της Οικολογίας Μια συνέντευξη με τον Κορνήλιο Καστοριάδη (1993)
2 ibid (στο ίδιο)
3 ibid (στο ίδιο) ολόκληρο το κείμενο της συνέντευξης εδώ

4 John Bellamy Foster Marx’s Ecology In Historical Perspective From International Socialism 2:96, Autumn 2002.
5, 6
ibid (στο ίδιο)

8 Εδάφιο απο John Bellamy Foster Marx's ecology in historical perspective, (με αναφορά στο ίδιο:  «The translation of this passage from the introduction to the 1862 edition of Liebig’s work follows Erland Mårold in Everything Circulates: Agricultural Chemistry and Recycling Theories in the Second Half of the Nineteenth Century, Environment and History 8 (2002), p. 74»

10 K Marx, Capital, vol 3 (New York, 1981), pp948-950, 959. ; Απο εδάφιο στο Marx's ecology in historical perspective, John Bellamy Foster

11 ibid (στο ίδιο)
δείτε επίσης Ν. ΤΡΙΑΝΤΗΣ, Κ. ΜΑΡΞ – Φ. ΕΝΓΚΕΛΣ κείμενα για τις πόλεις, για την γη, για την Αρχιτεκτονική σελ. 128


13 ibid (στο ίδιο), δείτε επίσης John Bellamy Foster and Brett Clark, “Ecological Imperialism,” in Leo Panitch and Colin Leys, ed., Socialist Register 2004 (London: Merlin Press, 2003); Jason W. Moore, “The Modern World-System as Environmental History,” Theory and Society 32, no. 3 (2003): 307–77; Marx, Capital, vol. 1, 637.

14 Marx, Capital, vol. 1, 638 (εδάφιο απο Brett Clark and Richard York, Rifts and Shifts: Getting to the Root of Environmental Crises).

15 K Marx, Capital, vol 1 (New York, 1976) p911.

Η μετάφραση στην ελληνική απο την αγγλική όλων των εδαφίων πλην του Καστοριάδη δικη μας.



Μ. Φλυτζάνης   (Brighton- Ικαρία, Ιούλιος 2012) 

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

Το Μυστήριο Μιας «Εξαφάνισης» κι η Ιστορική Ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ



Μια εισαγωγική νότα

Παρακολούθησα με ενδιαφέρον διάφορες αναλύσεις στις σελίδες  του Ριζοσπάστη και σε φιλικά-συντροφικά ιστολογια. Με τις περισσότερες, π.χ. με αυτές που εκφράζουν τους συντάκτες στο Lenin Reloaded (*)  και  Praxis συμφωνώ με ελάχιστες ενστάσεις. Σε τούτο το κείμενο επιχειρώ να αναδείξω, κάτι που, αν έχει υπονοηθεί, δεν έχει ειπωθεί ηχηρά ακόμα, ότι την κύρια ευθύνη για την μη εκλογή μιας αντιμνημονιακής (με ή χωρίς εισαγωγικά) κυβέρνησης την έχει ο αυτός που παραπονείται πιο φωναχτά απο όλους για χαμένες ευκαιρίες: ονομαστικά, ο  ΣΥΡΙΖΑ. Ένα κόμμα μόνο έλαμψε δια της απουσίας του απο την κακόφωνη αντιπαράθεση στην βάση του μνημονίου για τούτο και δεν γίνεται αναφορά σ’ αυτό.



Το Μυστήριο Μιας «Εξαφάνισης» κι η Ιστορική Ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ

Ένα απο τα «μυστήρια» της διπλής εκλογικής αναμέτρησης που πρόσφατα βιώσαμε ήταν η «εξαφάνιση»  της αντιπαράθεσης «μνημονιακών» - «αντι-μνημονιακών». Αυτή η ως δια μαγείας «εξαφάνιση» στο διάστημα μεταξύ της 6ης  του Μάη και της 17ης του Ιούνη δεν σήμανε απλά μια ριζική μεταμόρφωση του πολιτικού περιεχομένου της αντιπαράθεσης, αλλά και διαμόρφωσε μιαν ατμόσφαιρα που ευνόησε την τελική επικράτηση της κεντροδεξιάς.   

Η «εξαφάνιση» αυτή ήταν ένα «έργο τέχνης» (σχεδόν αποκλειστικά) του ταχυδακτυλουργού ΣΥΡΙΖΑ, παρότι βοηθήθηκε κι απο τους ακροδεξιούς ψευτο-Ανεξάρτητους Έλληνες. Ας πιάσουμε λοιπόν τους τελευταίους πρώτα. Η περίφημη επιστολή του Καμένου στην προεδρία και, αμέσως μετά την δημοσιοποίηση της, η άρνηση του ότι την έστειλε, και η περαιτέρω σιωπηλή παραδοχή ότι όντως την έστειλε, πέραν του τραγελαφικού της όλης πλοκής, ήταν αποκαλυπτική - παρά την ελπίδα ή την παρανόηση του συντάκτη της ότι θα έμενε απόρρητη. Μιλάμε για θέση-πρόταση συνταγματικής δικτατορίας απο την οποία θα απουσίαζε η «αντί-δοσίλογη» ρητορική αλλά όχι φυσικά και η μνημονιακή πολιτική.

Αποκαλυπτική  και απο τον αντίκτυπο που είχε στα μέσα ενημέρωσης που θα μπορούσαν να είχαν κυριολεκτικά γδάρει τον Καμένο και μόνο για τον λόγο ότι υπονόησε ηλίθια και αστήρικτα ότι επρόκειτο για σκόπιμη προβοκάτσια που ενέπλεκε και τον πρόεδρο της δημοκρατίας. Δεν το έκαναν, και σύντομα αφού «έκαναν γαργάρα» το όλο ζήτημα, τον άφησαν να συνεχίσει ανενόχλητος το παιγνίδι που έπαιζε και παίζει. Τα μέσα δεν φάνηκαν διατεθειμένα να καταστρέψουν αυτό το ανάχωμα, διότι ο ρόλος του ήταν και είναι η αναχαίτιση μετακίνησης ενός απογοητευμένου μέρους του εκλογικού σώματος απο το χώρο της παραδοσιακής δεξιάς προς τ’ αριστερά και διότι η χρησιμότητα του δεν είχε ακόμα (ούτε έχει) εξαντληθεί. Το ουσιώδες είναι ότι το κοινά γνωστό μυστικό του μορφώματος αυτού ήταν ότι οι αντιμνημονιακοί λεονταρισμοί του θα ετίθετο ανεπιφύλακτα στο πλάι προκειμένου να σχηματιστεί κυβέρνηση, με κορμό την κεντροδεξιά,  εάν η άθροιση των «κουκιών» ήταν τέτοια που θα επέβαλε και την δική του συνδρομή σ’ αυτό, πράγμα που ήταν διατεθειμένος να κάνει μόνο με τον χαρακτηρισμό της ως κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης. Απλά για να μην ξεφτιλισθεί εντελώς, όπως ο Κουβέλης , «καλή του ώρα», ο οποίος φαίνεται πιο αναλώσιμος για το σύστημα σε τούτη την φάση.

Οι αποκαλυφθείσες διαθέσεις του Καμένου συνέβαλαν στο ξέφτισμα του ξεκάθαρου  αντιμνημονιακού διακυβεύματος της πρώτης εκλογικής αναμέτρησης, μα ήταν πολύ μικρότερης σημασίας σε σύγκριση με την στάση των μεγάλων «κομμουνάρων» της Ευρωπαϊκής «επανάστασης». Ήταν ολοφάνερο, αμέσως μετά την 6η του Μάη, ότι η καθοδήγηση του ΣΥΡΙΖΑ της οποίας ο πλέον ρεαλιστικός στόχος ήταν να μειώσει την εκλογική δύναμη του ΚΚΕ και να επωφεληθεί απο αυτήν  βγαίνοντας τουλάχιστον ισχυρότερη στην βουλή, βρέθηκε σε μεγάλη αμηχανία εν όψει του αποτελέσματος. Τα ψέματα τελείωσαν: η πιθανότητα να αναδειχτούν σε πρώτο κόμμα, τους έθετε εξ’ αντικειμένου μπροστά στο δίλημμα: ή να παραδώσουν το αντιμνημονιακό προϊόν που υποσχέθηκαν, πράγμα που όπως αμέσως φάνηκε ήταν αδιανόητο γι αυτούς, ή να κάνουν μια όσο λιγότερο θεαματική αλλά και όσο περισσότερο ουσιαστική υποχώρηση απο τις αρχικές τους θέσεις. Να κάνουν δηλαδή την ιστορικής σημασίας «κωλοτούμπα» τους. Και την έκαναν.

Γνωστά και κοινότυπα: οι καινούριες επεξηγηματικές δηλώσεις του αρχηγού και των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, επιστολή διαπιστευτηρίων στο Ευρωπαϊκό Ιερατείο, συνεντεύξεις και αναλύσεις απο σοφολογιότατους θεωρητικούς - ένα ολόκληρο επικοινωνιακό καρναβάλι που βγήκε στην γύρα να μας πει ότι αυτό που θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι να διασώσει την νοσούσα ευρωζώνη, να διατηρήσει το ευρω, να προτείνει μια αγωγή εξυγίανσης του Ευρωπαϊκού καπιταλισμού.
Τα μέσα ενημέρωσης έπιασαν αμέσως τα μήκη κύματος: το μήνυμα ήταν «τέρμα οι αθώες αντιμνημονιακές ελπίδες». Φάνηκαν έτοιμα για τον αγώνα δρόμου, στην γραμμή της «ύσπληγας». Κι ο αγώνας δρόμου που δόθηκε ήταν για να αλλάξει ο τρόπος που σκέπτεται το εκλογικό σώμα μέσα σε έξι βδομάδες μέχρι το τέρμα του στις 17 Ιούνη, αλλάζοντας απαρχής το περιεχόμενο της αντιπαράθεσης μεταξύ των δυο υπό διαμόρφωση πόλων. Είναι σημαδιακό να δούμε ότι και ο διεθνής τύπος συνέβαλε,  ιδιαίτερα ο αγγλόφωνος, στον οποίο η περιγραφή της αντιπαράθεσης έκανε χρήση του όρου «bailout» («διάσωση»), αν αγαπάς... σε αντικατάσταση του όρου «μνημόνιο» το νοηματικό αντίστοιχο του οποίου θα ήταν (όχι το ανόητο memorandum αλλά) ο όρος moratorium που ταιριάζει πιότερο για διακρατικές συμφωνίες σε καταστάσεις πολέμου ή έκτακτης ανάγκης. Έχει σημασία για τους αστούς πως εκφράζονται... 

Η νέα «οραματική πίστη» και κατεύθυνση ήταν το παντού διάχυτο «παμε για μια πραγματιστική διαπραγμάτευση». Μια μαύρη σακούλα πολικού «ρεαλισμού», όπως ευφημισμοστικά αποκαλείται η πολιτική αγυρτεία και απάτη, στο εξής θα χωρούσε ότι είδους αντιμνημονιακή σαβούρα μπορούσε κάποιος να φανταστεί πριν πεταχτεί στον κάδο πολιτικών απορριμμάτων. Απο κει και πέρα θα είχαμε για πούλημα σ’ ένα πάγκο λαϊκής αγοράς τις εκδοχές συνθηκολόγησης, τις εκδοχές άμβλυνσης της πρώτης λαϊκής ετυμηγορίας. Με τα νέα αποκλειστικά προϊόντα στον πάγκο ο λαός καλείτο απο το σύστημα (χωρίς έκκληση όπως αυτή της Παπαρήγα) να «διορθώσει» την αντιμνημονιακη ψήφο του (όχι πως η καταγγελία του μνημονίου θα ήταν πανάκεια) και την επιλογή που ήδη έκφρασε  και να αγοράσει νηφαλιότητα. Κι αυτό το απορροφούσε στην κοινή του γνώμη συνειδητά και ασυνείδητα.  Γιατί; Διότι η  ελπίδα έγινε λεπίδα φόβου. 

Στο μεσοδιάστημα φάνηκε καθαρά ότι το αρχικό θέατρο διερευνητικών διαβουλεύσεων για δήθεν σχηματισμό κυβέρνησης μετά την 6η του Μάη ήταν για να μην φανεί απροκάλυπτη η απόφαση της άρχουσας ελίτ να ξαναβάλει τον λαό στην προκρούστια κλίνη νέων εκλογών, αυτή την φορά χωρίς «αντιμνημονιακή» εναλλακτική, η απουσία της οποίας εναλλακτικής θα αντικαθίστατο απο απροκάλυπτο εκβιασμό με στόχο την επικράτηση της κεντροδεξιάς.

Το εύλογο ερώτημα είναι γιατί δεν επέλεξε η ελίτ ΣΥΡΙΖΑ, αφού ουδείς απο τους δυο πόλους αποτελεί κίνδυνο, ούτως ή άλλως; Μια πλήρης απάντηση σε τούτο το ερώτημα απαιτεί πολύ περισσότερο χώρο απ’ αυτόν που θα χωρούσε στο παρόν κείμενο και είναι ένα νέο θέμα. Επιγραμματικά, θα πω ότι η  καπιταλιστική ελίτ που μας εξουσιάζει δεν έχει λύση στο πρόβλημα που αντιμετωπίζει διεθνώς και στην χώρα μας. Εναποθέτει τις ελπίδες της για ουσιαστική ανάκαμψη της αγοράς στον χρόνο. Η επιλογή της κεντροδεξιάς για τώρα είναι μέσα στα πλαίσια του εξαγοράσματος χρόνου. Πρέπει να καεί το ένα χαρτί πρώτα πριν κάψουν το άλλο. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα σχημάτιζε κυβέρνηση τώρα διότι εξακολουθεί να τροφοδοτεί καποιες αυταπάτες ότι μπορεί να κάνει κάτι καλύτερο απο την ΝΔ, έστω και λίγο. Αυτές οι αυταπάτες αποτελούν την συστημικη εφεδρεία. Ξέρανε πολύ καλά ότι η λογική που λεει ότι είναι «λίγο καλύτερος» θα κρατούσε και θα αύξανε τους ψηφοφόρους του. Παρεμπιπτόντως,  η ΝΔ άρχισε να ανασυγκροτείται με φρενήρη ταχύτητα, και με δοσμένο την εντατική επισκευή του κεντροδεξιού σκάφους, δεν έμπαινε καν ερώτημα απο που θα έπαιρνε τους επιπρόσθετους επιβάτες στο δικό του πλοίο ο ΣΥΡΙΖΑ.  Το όνομα αυτού του οποίου το εκλογικό σώμα θα αποδεκατιζόταν ήταν γνωστό. Δεν ήταν;

Μια μερίδα του λαού είπε «άσε να τους δούμε κι αυτούς, δώσε τους την ευκαιρία να κάνουν κάτι», ενώ η ελίτ τους ορμήνευε «όχι! όχι ακόμα». Είτε υποχωρούσε είτε όχι ο ΣΥΡΙΖΑ, οι κάποιες εναπομείναντες ελπίδες θα πέθαιναν δύσκολα. Συνάμα, είτε υποχωρούσε είτε όχι, η συστημική προπαγάνδα θα ήταν η ίδια: οποιαδήποτε πολιτική αμφισβητήσει την σχέση της χώρας με ΕΕ και ευρώ ισούται με χάος.

Το πρώτιστο και αναμφισβήτητο γεγονός, και σ' αυτό το σημείο έγκειται η δική του, καταδική του ιστορική ευθύνη, ήταν η υποχώρηση του απο θέσεις καταγγελίας-κατάργησης  του περιβόητου μνημονίου σε θέση  αναδιαπραγμάτευσης του. Αυτή η ταχυδακτυλουργία του τον μεταμόρφωσε και τον κατέστησε πολιτικά συγγενή του μνημονιακού φάσματος το οποίο μέχρι πριν λίγο αντιμαχόταν - ουσιαστικά τον ενσωμάτωσε σ΄ αυτό το ίδιο φάσμα. Η άμεση υποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ απο τις θέσεις του τον μετάλλαξε απο κύριο πόλο έλξης των ψηφοφόρων που μαύρισαν το μαύρο μέτωπο σε πόλο συμβιβασμού, σε πόλο της ραγιάδικης λογικής «και μη χειρότερα» που εκλογικεύει το κακό ως αναγκαίο. Η ειδοποιός διαφορά του ΣΥΡΙΖΑ απο τους εκπρόσωπους του μαύρου μετώπου ουσιαστικά εξαλείφθηκε. Η ιστορική κωλοτούμπα του άφησε το «αντιμνημονιακο μέτωπο» ξεκρέμαστο. Το διέλυσε πριν ακόμα υπάρξει.

Μια παράπλευρη συνέπεια, ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία απ’ όλες, είναι ότι η εγκατάλειψη της αντιμνημονιακής εναλλακτικής απο τον ΣΥΡΙΖΑ άφησε και το φασισταριό να λαϊκίζει κατά της κυβέρνησης των «κακών τραπεζιτών» και κατά του μνημονίου σαν να ήταν ο μόνος παίκτης στο γήπεδο. Σήμερα το «επίΧρυσο Αυγό μας πληροφορεί ότι «από την κυβέρνηση Παπαδήμου περάσαμε στη νέα μνημονιακή συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ, που μοναδικός της στόχος είναι η εξυπηρέτηση του χρέους των παγκόσμιων τοκογλύφων» και εξακολουθεί να «το παίζει».

Σε μια σοβαρότερη διάσταση, όμως, η υπαναχώρηση και υποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ απο τα διακηρυγμένα του τον κατέστησε αφερέγγυο και αναξιόπιστο, δίνοντας στην παραδοσιακή δεξιά προπαγανδιστική λαβή να προβάλει το δικό πρόσταγμα σαν πιο «παστρικό», πιο συνεπές και ξεκάθαρο για να πείσει και να αυξήσει τους ψηφοφόρους της. Ο κωλοτούμπα του ανακούφισε την ΝΔ.  Έτσι, φρενάρισε την τάση ψηφοφόρων της κεντροδεξιάς να εκφραστούν «αντιμνημονιακά» στρεφόμενοι και προς αυτόν. Το μεγάλο χέρι βοηθείας του ΣΥΡΙΖΑ στην προσπάθεια ισχυροποίησης της καθεστηκυίας τάξης έγκειται στο ότι «τακτοποίησε την ακροδεξιά στην θέση της και συνάμα ώθησε τους κεντροδεξιούς στους δικούς τους,  πιο γνήσιους εκφραστές αυτής της πραγματικότητας παρά σε αυτούς που μόλις την αποδέχτηκαν ξυπνώντας πριν χορτάσουν ύπνο με «εξεγερσιακά» όνειρα. Ο ΣΥΡΙΖΑ συνέβαλε αντικειμενικά ως ισχυρότατος αρωγός στη νίκη του αντίπολου του και, με αναμφίβολη ανακούφιση στο ηγετικό επιτελείο του,  πήρε την θέση της «υπεύθυνης» αντιπολίτευσης.

Τελικά, δικαιολογημένη η ναυτία και αναγούλα κάποιων... Ακόμα κι η φραστική, ρητορική υπεράσπιση αυτού του σακάτικου «οράματος» τους έπεφτε πολλή και άβολη σε σύγκριση με την οικεία γι αυτούς φλυαρία που πάντα δικαιολογεί τον χρόνιο συμβιβασμό και συνθηκολόγηση τους με ένα καταχρασμένο και υπέρβασανισμένο «εφικτό». 

  
Σημ.  
(*)http://leninreloaded.blogspot.gr/2012