Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2017

Το «ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών» ως υπεκφυγή στο σήμερα


"The word theatre comes from the Greeks. It means the seeing place It is the place people come to see the truth about life and the social situation.“
 Stella Adler


Το «ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών» ως υπεκφυγή στο σήμερα

Του Θανάση Αλεξίου


Νομίζω πως σε όλους/ες αρέσει η ποίηση αν έχουν μάλιστα έναν κάπως ισορροπημένο βίο και δεν διαλύονται στις μυλόπετρες της επιβίωσης, της ανεργίας και της εξαθλίωσης. Κοντολογίς στην πεζότητα της καθημερινότητας. Εξάλλου ήταν ο ίδιος ο Μαρξ που περιγράφοντας την αταξική κοινωνία έβλεπε (στρεφόμενος κατά των εξαναγκασμών του καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας)  τους ανθρώπους το πρωί ως κυνηγούς, το μεσημέρι ως ψαράδες και το βράδυ ως κριτικούς τέχνης. Αν είχαν έτσι τα πράγματα νομίζω πως όλοι θα άφηναν την «πεζότητα» προς χάριν της τέχνης και της ποίησης, πόσο μάλλον όταν όλοι οι άνθρωποι είναι με τον τρόπο τους και στη δουλειά τους δημιουργοί (ποιητές). Μέχρι τότε όμως υπάρχει δρόμος. Υπάρχει η υπαρκτή «πεζή» πραγματικότητα, η υπέρβαση της οποίας προϋποθέτει μια λειτουργική αυτονομία με θέση και δεσμεύσεις και όχι μια αυτονομία φετιχ.
Αν οι ποιητές αναστοχάζονται για λογαριασμό της κοινωνίας, έρχονται να εκφράσουν επίσης τα αδιέξοδα, τις αντιφάσεις αλλά και τα ξέφωτα που μέλλει να φανούν. Έρχονται να εκφράσουν επίσης και εκείνες τις στιγμές, «όπου θα πραγματώνεται το αληθινό», όπως το προφήτευε ο Γερμανός ποιητής Χέλντερλιν. Όμως, όπως η συνείδηση, το νόημα, οι αντιλήψεις κ.ο.κ.,  έτσι και η ποίηση ως μια μορφή κοινωνικής συνείδησης παράγεται κοινωνικά. Αυτό σημαίνει πως οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψη, όπως το έχει θέσει ο M. Μπαχτίν, τον χρονότοπο παραγωγής του λογοτεχνικού έργου. Να έχουμε δηλαδή στο μυαλό μας, αν μιλούμε λόγου χάρη για το μυθιστόρημα Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες αυτό παράχθηκε, γράφτηκε, πόσο μάλλον όταν στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, είναι η ίδια η συνείδηση και η ψυχολογία του ήρωα που γίνεται αφηγηματικό μέσον. Επομένως ο συγγραφέας αναδεικνύει τη βιωμένη αίσθηση των πραγμάτων, όπως την έζησαν τα υποκείμενα και ο ίδιος με εξάρσεις, παλινδρομήσεις και αναλαμπές. Με αυτή την έννοια πρόκειται για μυθοπλασία και όχι για ιστορικό κείμενο.
Αντιλαμβάνεται ο καθένας πως η αυθαίρετη απομόνωση του μυθιστορήματος  από τον χρονότοπο παραγωγής τους, δηλαδή η αποσιώπηση του κοινωνικού και ιστορικού συγκείμενου, δημιουργεί την εντύπωση πως η βιωμένη αίσθηση του συγγραφέα, δεν είναι συγκυριακή (ιστορική), αλλά διϊστορική (διαχρονική). Σαν να πρόκειται δηλαδή για μια αίσθηση που δημιουργείται παντού και πάντα, έξω από το χρόνο και το χώρο παραγωγής ενός έργου, έξω από την ιστορία (Δεκέμβρης ΄44, εξορία στο Ελ Ντάμπα, υποχώρηση Δημοκρατικού Στρατού, ξερονήσια, εκτελέσεις). Συνεπώς η «καταγγελία», -απόρροια ίσως και ενός «ασκητικού αναρχισμού» που διέπει τη βιογραφία του συγγραφέα-, όλων των εξουσιών και ιερατείων, που μπορεί να βγαίνει από την ανάγνωση του Κιβωτίου (ως να πρόκειται για ιστορικό κείμενο) γίνεται εντελώς αυθαίρετη όταν προβάλλεται ως κεντρική ιδέα στη σημερινή πραγματικότητα, «διευκολύνοντας» τον καθένα/μία στις ιδεολογικές, πρωτίστως όμως  στις πολιτικές του υπεκφυγές. 
Επομένως η θέση του Άρη Αλεξάνδρου «ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών» που, επ’ ευκαιρία της θεατρικής διασκευής του Κιβωτίου (Studio Μαυρομιχάλη), αναπαράγεται σωρηδόν σήμερα χωρίς την  ιστορικότητά της, συνιστά περισσότερο εργαλειοποίηση ώστε να δικαιολογηθούν «πεζές» και απολιτίκ επιλογές.  Εξάλλου  ο ίδιος  ο συγγραφέας συμμετείχε με το αντίστοιχο τίμημα στους κοινωνικούς αγώνες της εποχής του. Επίσης ας ληφθεί υπόψη ότι ο ίδιος, ίσως και για να συμμετάσχει ενεργητικότερα (και κριτικά) στα πράγματα, άφησε την ποίηση για να στραφεί από τις αρχές του ‘70 και μετά, στη πεζογραφία. Παράγωγο αυτής της στροφής είναι και η ολοκλήρωση του Κιβωτίου.
*****
*O Θανάσης Αλεξίου είναι καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου
Image borrowed from here

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

"Οταν ο Ηλιος..."

«...Οταν οι μανάδες εξαντλούν τα παραμύθια των άλλων πρέπει να λένε στα παιδιά τους το δικό τους παραμύθι, το αληθινό παραμύθι. Εγώ δεν θέλω να ξεχάσω. Κι όταν τα παιδιά μου κάποια μέρα θα με ρωτάνε "μητέρα, ήσουν ποτέ μικρή;" εγώ θα γελάω και θ' απαντάω "δεν ήμουν μικρή, είμαι μικρή" και θ' ανοίγω τα βιβλία...». Ζωρζ Σαρή

 





Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

«Πούντιλα»: Το ΘΕΑΤΡΟ στην υπηρεσία του μυαλού!



«Κι όπως το θέλει η ανάγκηστο ένα χέρι το γέλιο θα κρατάμε,
Και στ' άλλο, με το τσεκούρι θα χτυπάμε.
Θα δείτε λοιπόν απόψε, αγαπητό κοινό,
ένα ζώο παμφάγο, θεριό προϊστορικό,
πνιγμένο στα ξίγκια, άχρηστο και περιττό,
ιδιοκτήτης τ' όνομά του, όλοι τον ξέρετε καλά,
Γαιοχτήμονας και βάλε, με τη σέσουλα λεφτά,
ξεδιάντροπα ξέρει μονάχα να τρώει, να πίνει, να γλεντά,
ανθρώπους βασανίζει, τους τρώει τα παιδιά,
την όμορφη πατρίδα μας σπρώχνει στη συμφορά».
*
Με τα λόγια αυτά ξεκινάει η παράσταση του έργου του Μπρεχτ «Ο αφέντης Πούντιλα και ο δούλος του ο Μάττι» που παρουσιάζεται - ήδη με μεγάλη επιτυχία - στο Θέατρο «Τζένη Καρέζη».
Η παράσταση αυτή έρχεται πραγματικά «πάνω στην ώρα». Είναι η απόδειξη του τι σημαίνει Τέχνη και πώς η Τέχνη, όταν είναι τέτοια, μπορεί και πρέπει να συλλαμβάνει τον παλμό και τις ανάγκες της εποχής.
Στο σανίδι του «Τζένη Καρέζη», από Τετάρτη μέχρι και Κυριακή, συντελείται ένα συγκλονιστικό και μεγαλειώδες πολιτιστικό γεγονός.
Ο Κώστας Καζάκος, αυτός ο τεράστιος θεατράνθρωπος, διανύει μια από τις κορυφαίες στιγμές της σπουδαίας καριέρας του. Ως γνήσιος και αυθεντικός θεματοφύλακας, και του κλίματος και του πνεύματος του «Μεγάλου μας Τσίρκου», σκηνοθέτησε, πρωταγωνιστεί και διευθύνει τον πολυπρόσωπο θίασό του, σε μια υψηλής αισθητικής ποιότητας παράσταση. Μια παράσταση λαϊκού θεάτρου, με εξαιρετικές υποκριτικές «καταθέσεις» όλων των ηθοποιών.
Ακολουθώντας το μπρεχτικό ήθος, ο Διονύσης Τσακνής μελοποίησε και ερμηνεύει ζωντανά τα τραγούδια της παράστασης, δημιουργώντας ένα κλίμα ανάτασης στους θεατές που όρθιοι χειροκροτούν και τραγουδούν μαζί.
*
Στα 115 χρόνια από τη γέννησή του και 56 χρόνια από το θάνατό του, ο λόγος του Μπρεχτ παρουσιάζεται στην Ελλάδα του 2012 - πάνω στην ώρα δηλαδή - όπως ακριβώς είναι: Σπίθα και λάβα μαζί!
Ο Μπρεχτ, μέσα από τη μαεστρία του Κ. Καζάκου, την έμπνευση του Δ. Τσακνή και τις ερμηνείες όλων των επί σκηνής συντελεστών της παράστασης, μοιάζει να ξαναγεννιέται. Παίρνει τη «σάρκα» και τα «οστά» της φωνή τού σήμερα και τού αύριο. Της φωνής που πάντα θα συνομιλεί με όλους τους εκμεταλλευόμενους ανθρώπους και λαούς.
Ο Κ. Καζάκος πέτυχε το απλό, που για να το κατορθώσεις είναι το πιο δύσκολο πράγμα: Μετέφερε ατόφιο τον Μπρεχτ, συνδέοντας πλούτο σκέψης, χιούμορ και λαϊκή απλότητα έκφρασης. Με τρόπο που μόνο ένας δάσκαλος μπορεί να καταφέρει, ο Κ. Καζάκος μετέφερε όλη την τρυφερότητα της μπρεχτικής Τέχνης χωρίς να της στερήσει το παραμικρό από την κατάδειξη και την καταγγελία της τραχύτητας του κόσμου της ταξικής βαρβαρότητας.
*
«Ο αφέντης Πούντιλα και ο δούλος του ο Μάττι» είναι τόσο παλιές και τόσο σύγχρονες, ταυτόχρονα, φιγούρες, όσο ακριβώς παλιό και σύγχρονο είναι το σύστημα της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κεφαλαίου.
Ο «Πούντιλα» του Μπρεχτ είναι ο τυπικός καπιταλιστής, αυτός που μέσα από τους αιώνες κατάφερε να αποκτήσει την ευελιξία να μπορεί να μεταμορφώνεται από το «ανθρωποφάγο» θηρίο που είναι η φύση του, στον κανονικό άνθρωπο των ιδιωτικών του στιγμών. Μόνο που τέτοιος, κανονικός άνθρωπος, γίνεται μόνο όταν... μεθάει. Αλλά και τότε, όπως μεγαλοφυώς τον σκιαγραφεί ο Μπρεχτ και όπως μαεστρικά τον αποδίδει ο Καζάκος, ο καπιταλιστής «Πούντιλα» χρησιμοποιεί τον κανονικό άνθρωπο «Πούντιλα», δηλαδή χρησιμοποιεί ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό (!), για να απορροφά τις αντιδράσεις, να ξεγελάει τα θύματά του και να επιβιώνει. Και με τα δύο προσωπεία εξυπηρετεί τα συμφέροντά του.
Στον αντίποδα του «Πούντιλα» βρίσκεται ο «Μάττι». Που έχει μεν συνείδηση του τι σημαίνει να μισθώνεις την εργασία σου σ' ένα αφεντικό, αλλά ταυτόχρονα γοητεύεται από το προσωπείο του «Πούντιλα». Ο «Μάττι», ωστόσο, έχοντας ανοιχτό μυαλό και συσσωρεύοντας πείρα, χωρίς κραυγές και χωρίς περιττά επιφανειακά συνθήματα, συνειδητοποιείται ταξικά. Εξελίσσεται.
Ο «Μάττι» του Μπρεχτ, υπό τη σκηνική καθοδήγηση του Καζάκου και την υποκριτική αρτιότητα του Θόδωρου Γράμψα που τον υποδύεται, καταφέρνει να μεταδώσει τη συνείδηση αυτή στους ανυποψίαστους, όχι με ρητορείες και δημαγωγικές κορόνες, αλλά με ζέοντα θεατρικό λόγο και πράξη. Ετσι, στη διάρκεια του έργου ο «Μάττι» οδηγείται στην αυτονόητη ρήξη. Είναι αυτός που εκπροσωπεί την προοπτική του εργατικού λαϊκού κινήματος.
*
Ο Μπρεχτ είναι ο σημαιοφόρος του αγώνα να «φωτιστεί» το μυαλό, να κινητοποιηθεί η λογική του θεατή: «Πιστεύω στον Ανθρωπο - έλεγε - δηλαδή πιστεύω στο Λογικό του Ανθρώπου... Πιστεύω στην πειστική δύναμη της Λογικής πάνω στους Ανθρώπους... Η γοητεία που αναδίνει η απόδειξη είναι πάρα πολύ μεγάλη. Οι περισσότεροι άνθρωποι της παραδίνονται αμέσως. Με τον καιρό, της παραδίνονται όλοι. Η Σκέψη είναι μια απ' τις μεγαλύτερες ηδονές του ανθρώπινου γένους».
Ο Μπρεχτ ήταν πεισμένος ότι το θέατρο πρέπει να γίνει ένα εργαστήρι στην υπηρεσία της κοινωνικής αλλαγής. Τα έργα του επαναστατικά, αντιεξουσιαστικά, οι χαρακτήρες του ανθρώπινοι σχοινοβατούν ανάμεσα στη φωτεινή και τη σκοτεινή πλευρά τους.
«Σκοπός του θεάτρου μου - έλεγε - είναι να ξυπνήσει στον θεατή την επιθυμία να καταλάβει την κοινωνία στην οποία ζει και να μεθοδέψει σ' αυτόν το μεράκι να πάρει μέρος στην αλλαγή της».
Είναι πραγματική ευτυχία για όλους εμάς, είναι πραγματικό δώρο - και θα το νιώσουν όλοι όσοι δουν τον «Πούντιλα» - ειδικά αυτές τις δύσκολες ώρες, που ο Καζάκος, ο Τσακνής και όλος ο θίασος, προσφέρουν στον ελληνικό λαό την έννοια «θέατρο», με όλη της την ομορφιά και σε όλο της το βάθος.
Με μια παράσταση που δεν είναι τίποτα λιγότερο από τη μαρξιστική φιλοσοφία και την κομμουνιστική θεωρία, πάνω στο σανίδι.

Γράφει:
ο Νίκος ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ