Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ «Πέντε δυσκολίες στο γράψιμο της αλήθειας» (β μερος)



 β. μερος-            
(α. μερος- εδω)

4. Η κρίση, να διαλέγεις εκείνους που στα χέρια τους η αλήθεια γίνεται αποτελεσματική
Με τις διασυνδέσεις, που εδώ και αιώνες υπάρχουν ανάμεσα στο εμπόριο και στα γραπτά, στην αγορά των απόψεων και των εξιστορήσεων, δηλαδή από το γεγονός ότι ο συγγραφέας απαλλάχτηκε από τη φροντίδα για την τύχη των πνευματικών προϊόντων του, του δημιούργησε την εντύπωση ότι ο πελάτης του ή εντολέας του, δηλαδή ο μέσος άνθρωπος, θα προωθεί τα γραπτά του στο σύνολο. Σκεπτόταν: Εγώ μιλάω και όσοι θέλουν ν' ακούσουν, με ακούνε. Στην πραγματικότητα, αυτός μιλούσε και τον άκουγαν όσοι μπορούσαν να πληρώσουν. Τα λόγια του δεν ακούγονταν απ' όλους κι αυτοί που άκουγαν, δεν ήθελαν να τα ακούσουν όλα. Γι' αυτό το θέμα έχουν ειπωθεί πολλά, αν και στην ουσία έχουν ειπωθεί ελάχιστα. Εγώ εδώ θέλω να τονίσω ότι το «γράφω σε κάποιον» έγινε γενικά «γράφω». Την αλήθεια, όμως, δεν μπορεί κανείς απλώς να τη γράφει. Πρέπει οπουδήποτε να τη γράφει για κάποιον, που μπορεί να έχει κάποια ωφέλεια απ' αυτήν. Για να κατανοηθεί η αλήθεια, πρέπει να λειτουργήσουν από κοινού οι συγγραφείς και οι αναγνώστες. Για να εκφράσεις το καλό, πρέπει να μπορείς ν' ακούς καλά και να ακούς κάτι καλό. Η αλήθεια πρέπει να λέγεται και να ακούγεται με καλοζυγιασμένο τρόπο. Και έχει μεγάλη σημασία για μας που γράφουμε, σε ποιους τη λέμε και ποιοι μας τη λένε.
Πρέπει να λέμε την αλήθεια για τις άσχημες καταστάσεις σ' εκείνους που ζουν σε πανάθλιες συνθήκες και απ' αυτούς πρέπει να τη μαθαίνουμε. Δεν πρέπει να απευθυνόμαστε μονάχα σε ανθρώπους μιας ορισμένης ιδεολογίας, αλλά και σε ανθρώπους που τα φρονήματά τους διαμορφώνονται με βάση τη θέση που έχουν στην κοινωνία. Και οι ακροατές μας συνεχώς διαφοροποιούνται. Ακόμα και οι δήμιοι παίρνουν από λόγια, όταν δεν πληρώνονται πια για τις κρεμάλες ή όταν αυξάνει πάρα πολύ ο κίνδυνος. Οι Βαυαροί χωρικοί ήταν ενάντια σε κάθε ανατροπή. Οταν όμως ο πόλεμος παρατράβηξε και όταν κάποτε γύρισαν στα σπίτια τους οι γιοι τους και δεν έβρισκαν πια δουλειά στα υποστατικά, τάχτηκαν μ' εκείνους που ήταν υπέρ της ανατροπής.
Για όσους γράφουν έχει σημασία να βρουν τον κατάλληλο για την αλήθεια τόνο. Συνήθως η αλήθεια λέγεται με ένα ήπιο, αξιοθρήνητο ύφος, που είναι το ύφος των αγαθών ανθρώπων, που δεν μπορούν ούτε μύγα να πειράξουν. Οποιος όμως ζει μέσα στην αθλιότητα κι ακούει έναν τέτοιο τόνο, νιώθει ακόμα πιο άθλιος. Είναι ο τόνος, που χρησιμοποιούν άνθρωποι, που ίσως δεν είναι εχθροί, σίγουρα όμως δεν είναι συναγωνιστές. Η αλήθεια είναι κάτι το πολεμικό, δεν πολεμάει μονάχα το ψέμα, αλλά και ορισμένους ανθρώπους που το διαδίδουν.

5. Η μαεστρία, να διαδίδεις την αλήθεια σε πολλούς
Πολλοί, που είναι περήφανοι για το θάρρος τους να λένε την αλήθεια, ευτυχισμένοι επειδή τη βρήκαν, ίσως κουρασμένοι από τον κόπο, που έκαναν για να της δώσουν χειροπιαστή μορφή, ανυπόμονοι να δουν να την ενστερνίζονται εκείνοι των οποίων τα συμφέροντα υπερασπίζονται, δε θεωρούν απαραίτητη τη χρησιμοποίηση πονηριάς για τη διάδοσή της. Ετσι συχνά, από άποψη αποτελέσματος, πηγαίνει χαμένη όλη η δουλειά τους. Σε όλες τις εποχές έμπαινε σε εφαρμογή η πονηριά για τη διάδοση της αλήθειας, όταν άλλοι τη συγκάλυπταν και την κατάπνιγαν. Ο Κομφούκιος παραποίησε γι' αυτό το σκοπό ένα παλιό πατριωτικό ημερολόγιο, αλλάζοντας μονάχα ορισμένες λέξεις. Στη φράση «Ο άρχοντας Κουν διέταξε να θανατωθεί ο φιλόσοφος Βαν, επειδή είπε αυτό κι αυτό», ο Κομφούκιος αντικατέστησε τη λέξη «θανατωθεί» με τη λέξη «δολοφονηθεί». Εκεί που το ημερολόγιο έγραφε ότι ο τύραννος τάδε έχασε τη ζωή του σε μια εναντίον του απόπειρα, ο Κομφούκιος αντικατέστησε τις λέξεις «έχασε τη ζωή του» με τη λέξη «εκτελέστηκε». Μ' αυτό τον τρόπο ο Κομφούκιος άνοιξε το δρόμο σε μια καινούρια θεώρηση της ιστορίας. Οποιος στην εποχή μας λέει πληθυσμός αντί για λαός και κτηματική περιουσία αντί γη, καταρρίπτει πολλά ψέματα. Γιατί αφαιρεί από τις λέξεις αυτές τη σαθρή μυστικιστική τους έννοια. Η λέξη λαός σημαίνει μια ορισμένη ομοιογένεια και υποδηλώνει κοινά συμφέροντα. Θα έπρεπε λοιπόν να χρησιμοποιείται μόνον όταν γίνεται λόγος για περισσότερους λαούς, όπου μπορεί να είναι νοητή μια κοινότητα συμφερόντων. Ο πληθυσμός μιας χώρας, όμως, έχει διαφορετικά και αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα και αυτό είναι μια αλήθεια που πνίγεται. Και όποιος χρησιμοποιεί τη λέξη γη και περιγράφει τα χωράφια μιλώντας για τη μυρουδιά και το χρώμα τους, υποστηρίζει τα ψέματα των αρχόντων. Γιατί δεν πρόκειται για τη γονιμότητα του εδάφους ούτε για την αγάπη του ανθρώπου προς τη γη ούτε για την εργατικότητά του, για την τιμή των σιτηρών και την τιμή των εργατικών χεριών. Αυτοί που κερδίζουν από το έδαφος δεν είναι αυτοί που καλλιεργούν σ' αυτό τα σιτηρά κι η μυρουδιά των σβώλων της γης είναι άγνωστη στα χρηματιστήρια. Εκεί μυρίζει κάτι άλλο. Αντίθετα, η σωστή λέξη είναι η λέξη κτηματική περιουσία. Μ' αυτήν γίνεται μικρότερη η εξαπάτηση. Οπου υπάρχει καταπίεση θα έπρεπε να διαλέξει κανείς τη λέξη υπακοή αντί για τη λέξη πειθαρχία, γιατί η πειθαρχία μπορεί να υπάρξει και χωρίς άρχοντες και γι' αυτό έχει κάτι το ανώτερο από την υπακοή. Και καλύτερη από τη λέξη τιμή είναι η έκφραση ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ετσι δεν εξαφανίζεται τόσο εύκολα από το πρόσωπο της Γης το μεμονωμένο άτομο. Ξέρουμε δα τι σκυλολόι συνωστίζεται για το ποιος θα πρωτοσώσει την τιμή ενός λαού! Οπως επίσης ξέρουμε πόσο απλόχερα μοιράζουν οι χορτάτοι τιμητικές διακρίσεις σ' εκείνους, που τους χορταίνουν με τη δουλειά τους, λιμοκτονώντας οι ίδιοι. Το τέχνασμα του Κομφούκιου είναι εφαρμόσιμο και σήμερα. Ο Κομφούκιος αντικατέστησε αδικαιολόγητες κρίσεις για εθνικά γεγονότα με δικαιολογημένες. Ο Αγγλος Τόμας Μουρ περιέγραψε σε μια φαντασιοκοπία μια χώρα, στην οποία επικρατούσαν δίκαιες καταστάσεις - ήταν μια διαφορετική χώρα από εκείνη όπου ζούσε, αλλά της έμοιαζε πολύ, ακόμα και στις καταστάσεις!
Ο Λένιν, που βρισκόταν κάτω από την απειλή της τσαρικής αστυνομίας, θέλησε να περιγράψει την καταπίεση και την εκμετάλλευση, που ασκούσε η ρωσική μεγαλοαστική τάξη στη νήσο Σαχαλίνη. Αντί για τις λέξεις Ρωσία και Σαχαλίνη χρησιμοποίησε για το σκοπό του τις λέξεις Ιαπωνία και Κορέα. Οι μέθοδοι που ακολουθούσε η γιαπωνέζικη μεγαλοαστική τάξη θύμιζαν στον αναγνώστη τις μεθόδους της ρώσικης μεγαλοαστικής τάξης στη νήσο Σαχαλίνη. Ομως, το βιβλίο δεν απαγορεύτηκε επειδή η Ιαπωνία βρισκόταν σε εχθρικές σχέσεις με τη Ρωσία. Και τώρα πολλά, που δεν μπορούν να ειπωθούν στη Γερμανία για τη Γερμανία, λέγονται δήθεν για την Αυστρία.
Υπάρχουν πολλών ειδών πονηριές, με τις οποίες μπορεί κανείς να ξεγελάσει ένα φιλύποπτο κρατικό μηχανισμό.
Ο Βολταίρος πολέμησε την εκκλησιαστική πίστη στα θαύματα γράφοντας ένα ερωτικό ποίημα για την Παρθένα της Ορλεάνης. Περιέγραφε σ' αυτό τα θαύματα, που αναμφισβήτητα θα έπρεπε να είχαν γίνει για να μείνει ως το τέλος παρθένα η Ιωάννα, παρά τη διαβίωσή της μέσα σε έναν ολόκληρο στρατό, σε μια βασιλική Αυλή και ανάμεσα σε καλόγερους. Με το κομψό του ύφος εξιστόρησε ερωτικές περιπέτειες από τη φιλήδονη ζωή της άρχουσας τάξης, έτσι που η τάξη αυτή δελεάστηκε τόσο, ώστε να εγκαταλείψει ανυπεράσπιστη μια θρησκεία, που ωστόσο της προμήθευε τα μέσα για την έκλυτη ζωή της. Ετσι κατάφερε να δημιουργήσει τη δυνατότητα να φθάνουν με παράνομο τρόπο τα έργα του στα χέρια εκείνων, για τους οποίους προορίζονταν. Οι πολιτικά ισχυροί αναγνώστες του διευκόλυναν ή ανέχονταν τη διάδοση των έργων του. Ετσι αγνόησαν την αστυνομία, η οποία ωστόσο υπεράσπιζε τις διασκεδάσεις τους. Και ο μεγάλος Λουκρήτιος τονίζει κατηγορηματικά ότι για τη διάδοση του επικούριου αθεϊσμού του χρωστάει πολλά στην ομορφιά των στίχων του.
Πραγματικά, ένα υψηλό λογοτεχνικό επίπεδο μπορεί να χρησιμεύσει σα μέσο προστασίας μιας μαρτυρίας. Πολλές φορές, όμως, κινεί και την υποψία. Σ' αυτή την περίπτωση απαιτείται ένα σκόπιμο λασκάρισμα στις βίδες του. Αυτό γίνεται, λόγου χάρη, αν στην περιφρονημένη μορφή του αστυνομικού μυθιστορήματος παρεμβάλλει κανείς σε ανυποψίαστα σημεία περιγραφές κακών συνθηκών ζωής. Τέτοιες περιγραφές θα δικαιολογούνταν απόλυτα σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Ο μεγάλος Σαίξπηρ για πολύ λιγότερο ουσιαστικούς λόγους κατέβασε το επίπεδο στη σκηνή, όπου η μητέρα του Κοριολανού αντιμετωπίζει το γιο της, που στρέφεται ενάντια στην πατρίδα του. Εδωσε επίτηδες άτονο το λόγο της μητέρας, γιατί ήθελε να παρουσιάσει τον Κοριολανό να παραιτείται από το σχέδιό του, όχι για λόγους πραγματικούς ή από βαθιά συγκίνηση, αλλά από μια νωθρότητα, που του ήταν παλιά συνήθεια. Στον Σαίξπηρ βρίσκουμε και ένα άλλο παράδειγμα αλήθειας, που δίνεται με πονηριά: Είναι το σημείο όπου ο Αντώνιος εκφωνεί λόγο μπροστά στο πτώμα του Καίσαρα. Αδιάκοπα τονίζει σ' αυτόν ότι ο δολοφόνος του Καίσαρα, ο Βρούτος, είναι ένας άνθρωπος άξιος τιμής, αλλά περιγράφει και την πράξη του. Και η περιγραφή αυτής της πράξης είναι πιο εντυπωσιακή από την περιγραφή της προσωπικότητας του δράστη. Ετσι, ο ρήτορας αφήνει να τον νικήσουν τα ίδια τα γεγονότα. Τα κάνει να μιλούν πιο εύγλωττα από «αυτόν τον ίδιον». Μια παρόμοια μέθοδο χρησιμοποίησε ένας Αιγύπτιος ποιητής, που έζησε πριν από τέσσερις χιλιάδες χρόνια. Ηταν μια εποχή μεγάλων ταξικών αγώνων. Η μέχρι τότε άρχουσα τάξη αμυνόταν με δυσκολία απέναντι στον αντίπαλό της, στο τμήμα του λαού που μέχρι τότε την υπηρετούσε. Στο ποίημα, λοιπόν, παρουσιάζεται στην Αυλή του ηγεμόνα ένας σοφός, που παροτρύνει σε αγώνα ενάντια στους εσωτερικούς εχθρούς. Περιγράφει για πολλή ώρα και με πολλή έμφαση την τροπή της τάξης, που προκλήθηκε από την εξέγερση των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Αυτή η εξιστόρηση είναι ως εξής:
Κι όμως έτσι είναι: Οι εκλεκτοί θρηνούν και οι παρακατιανοί χαίρονται. Σε κάθε πόλη λένε: Ας διώξουμε τους ισχυρούς απ' τα πόδια μας.
Κι όμως έτσι είναι: Τα δημόσια γραφεία παραβιάζονται και αρπάζονται τα χαρτιά τους. Οι σκλάβοι γίνονται αφέντες.
Κι όμως έτσι είναι: Των επιφανών οι γιοι αγνώριστοι έγιναν. Και της αρχόντισσας το παιδί γίνεται γιος της σκλάβας της.
Κι όμως έτσι είναι: Τους διαλεχτούς πολίτες έβαλαν ανάμεσα στις μυλόπετρες. Κι αυτοί, που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα, βγήκαν στο φως της μέρας.
Κι όμως έτσι είναι: Τα εβένινα κιβώτια της ελεημοσύνης χίλια κομμάτια γίνονται. Και το υπέροχο ξύλο του τσέσνεμ το πελεκάνε για κρεβάτια.
Κοιτάξτε, μέσα σε μια ώρα γκρεμίστηκε από τα θεμέλιά του το αρχοντικό.
Κοιτάξτε, οι φτωχοί της χώρας έγιναν πλούσιοι.
Κοιτάξτε, αυτοί, που ούτε ένα κομμάτι ψωμί δεν είχαν, έχουνε τώρα ολόκληρη σιταποθήκη. Και τους σιτοβολώνες τους γεμίζουν με το βιος των άλλων.
Κοιτάξτε, νιώθουν οι άνθρωποι καλά, όταν γεμίζουν το στομάχι.
Κοιτάξτε, αυτοί, που ούτε ένα σπειρί δεν είχανε δικό τους, σιταποθήκες έχουνε τώρα. Κι αυτοί που μάζευαν το στάρι ζητιανεύοντας, τώρα μοιράζουνε ελεημοσύνες σε άλλους.
Κοιτάξτε, εκείνοι, που δεν είχαν ούτε ένα ζευγάρι βόδια, ολόκληρα κοπάδια έχουνε τώρα. Κι εκείνοι, που ούτε ένα ζώο για το όργωμα δεν είχαν, έχουνε τώρα ολόκληρα κοπάδια.
Κοιτάξτε, αυτοί, που ούτε μια κάμαρα δεν καταφέρνανε να χτίσουν για τον εαυτό τους, έχουνε τώρα τέσσερις τοίχους για να μείνουν.
Κοιτάξτε, τις αποθήκες αναζητάνε τώρα οι μυστικοσύμβουλοι για στέγη. Κι εκείνοι, που ούτε έναν τοίχο δεν είχανε για να ακουμπήσουν, τώρα αναπαύονται πάνω σε κρεβάτια.
Κοιτάξτε, αυτοί που ούτε μια βάρκα δεν μπορούσαν για τον εαυτό τους να σκαρώσουν, έχουνε πλοία τώρα. Κοίταξέ τα εσύ, παλιέ ιδιοκτήτη, δεν είναι πια δικά σου.
Κοιτάξτε, αυτοί, που είχαν τα ωραία ρούχα, τώρα σε κουρέλια είναι τυλιγμένοι. Κι εκείνοι, που δεν υφαίνανε ποτέ για τον εαυτό τους, το πιο λεπτό λινό δικό τους έχουν τώρα.
Ο πλούσιος διψασμένος τώρα πάει για ύπνο. Και πίνουν τώρα δυνατό ποτό, εκείνοι, που άλλοτε έπιναν ό,τι είχε απομείνει στα ποτήρια.
Κοιτάξτε, τώρα έχει στην κατοχή του άρπα, εκείνος, που από άρπα ιδέα δεν είχε πρώτα. Και επαινεί τη μουσική τώρα εκείνος, που μπροστά του κανείς δεν τραγουδούσε.
Κοιτάξτε, εκείνος που οι ατέλειές του τον έστελναν μονάχο στο κρεβάτι, βρίσκει τώρα γυναίκες όσες θέλει. Κι εκείνη, που μέσα στο νερό μονάχα κοιτούσε τη θωριά της, έχει τώρα δικό της καθρέφτη.
Κοιτάξτε, οι πρώτοι της χώρας τρέχουνε, τώρα ψάχνοντας για δουλειά, μα πουθενά δε βρίσκουν.
Αυτός, που ήταν αγγελιοφόρος, στέλνει τώρα έναν άλλον... Κοιτάξτε, να πέντε άντρες, που έστειλαν τα αφεντικά τους. Λένε: Κάντε εσείς το δρόμο τώρα. Εμείς φτάσαμε.
Είναι ολοφάνερο ότι πρόκειται για την περιγραφή μιας ανατροπής της κοινωνικής τάξης, που δείχνει μια πολύ επιθυμητή κατάσταση για τους καταπιεσμένους. Κι όμως δύσκολα γίνεται αντιληπτό το πνεύμα του ποιητή. Γιατί φαίνεται να καταδικάζει κατηγορηματικά αυτές τις καινούριες συνθήκες ζωής, ενώ με τη δήθεν αδεξιότητά του κάνει το αντίθετο.
Ο Τζόναθαν Σουίφτ πρότεινε σε μια μπροσούρα του, να βάζουν στην άρμη τα παιδιά των φτωχών και να τα πουλάνε για κρέας, έτσι ώστε να φθάσει σε ευημερία η χώρα. Και ανέφερε ακριβείς υπολογισμούς, που απόδειχναν ότι πολλά μπορεί κανείς να εξοικονομήσει, αν είναι αδίσταχτος σε όλα.
Ο Σουίφτ υποκρινόταν τον αφελή. Παρουσιαζόταν σα φλογερός και εμβριθής υποστηρικτής ενός ορισμένου τρόπου σκέψης, που του ήταν μισητός, σε ένα θέμα, όπου όλη η χυδαιότητα αυτού του τρόπου σκέψης γινόταν φανερή στους πάντες. Γιατί ο καθένας μπορούσε να φανεί εξυπνότερος από τον Σουίφτ ή τουλάχιστον πιο ανθρώπινος σ' αυτό το θέμα, ιδιαίτερα όποιος δεν είχε ως τότε ερευνήσει ορισμένες απόψεις μέχρι και τα συμπεράσματα, που προέκυπταν απ' αυτές.
Η προπαγάνδα υπέρ της σκέψης, σε όποιον τομέα κι αν γίνεται, ωφελεί πάντοτε την υπόθεση των καταπιεσμένων. Σε καθεστώτα που υπηρετούν την εκμετάλλευση, η σκέψη θεωρείται απασχόληση ταπεινή. Κάθε τι, που ωφελεί εκείνους, που οι κρατούσες συνθήκες κρατάνε χαμηλά, θεωρείται ποταπό. Ποταπή θεωρείται η μόνιμη έγνοια για να χορτάσει κανείς. Η περιφρόνηση των τιμών, που επιδείχνονται στους υπερασπιστές της χώρας, τη στιγμή που αυτοί πεινάνε. Η αμφισβήτηση του αρχηγού, όταν αυτός οδηγεί στη δυστυχία. Η αποστροφή προς τη δουλειά, που δεν τρέφει το δουλευτή. Η απέχθεια για τον εξαναγκασμό, που οδηγεί σε παρανοϊκή συμπεριφορά. Η αδιαφορία προς την οικογένεια, που γίνεται πολυμελής από συμφέρον. Οι πεινασμένοι κατηγορούνται σαν άσωτοι, που δεν έχουν τίποτα δικό τους να υπερασπίσουν. Σαν άνανδροι, που αμφιβάλλουν για τον καταπιεστή τους και τις ατομικές δυνάμεις τους. Σαν ακαμάτηδες, όσοι θέλουν να πληρώνονται για τη δουλειά τους και τα λοιπά. Σε τέτοια καθεστώτα, η σκέψη υπολογίζεται μηδαμινά και δυσφημίζεται. Δε διδάσκεται πια πουθενά και όπου εμφανιστεί καταδιώκεται. Κι όμως, εξακολουθούν να υπάρχουν τομείς, όπου μπορεί κανείς να αναφέρεται στις επιτυχίες της σκέψης χωρίς να τιμωρείται. Είναι οι τομείς στους οποίους η σκέψη είναι απαραίτητη για τις δικτατορίες. Ετσι μπορεί κανείς να μιλάει για τις επιτυχίες της σκέψης στην πολεμική επιστήμη και τεχνολογία. Αλλά και η εφεύρεση τεχνητών πρώτων υλών σε αντικατάσταση του μαλλιού για να επεκταθούν τα αποθέματά του, χρειάζεται τη σκέψη. Η νόθευση των ειδών διατροφής, η εκπαίδευση των νέων για τον πόλεμο, όλα αυτά απαιτούν σκέψη: Αυτή η σκέψη μπορεί να περιγράφεται. Ο έπαινος του πολέμου, του αστόχαστου σκοπού αυτής της σκέψης, μπορεί να αποφεύγεται με πονηριά, έτσι η σκέψη, που γεννάει το ερώτημα «ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος διεξαγωγής ενός πολέμου;» μπορεί να οδηγήσει στο ερώτημα, αν αυτός ο πόλεμος έχει κανένα νόημα και να χρησιμοποιηθεί για το ερώτημα, ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για ν' αποφευχθεί ένας παράλογος πόλεμος;
Φυσικά, το τελευταίο αυτό ερώτημα είναι δύσκολο να διατυπωθεί δημόσια. Δεν μπορεί λοιπόν ν' αξιοποιηθεί η σκέψη, που θα έχει κανείς προπαγανδίσει; Δηλαδή να διαμορφωθεί έτσι που να αποτελεί παρέμβαση; Μπορεί. Σε μια εποχή σαν τη δική μας, όπου η καταπίεση, που εξυπηρετεί την εκμετάλλευση ενός (του μεγαλύτερου) τμήματος του πληθυσμού από ένα άλλο (το μικρότερο), χρειάζεται μια ορισμένη βασική στάση του πληθυσμού, που πρέπει να επεκταθεί σε όλους τους τομείς. Η ανακάλυψη του Δαρβίνου στον τομέα της ζωολογίας, π.χ., θα μπορούσε να γίνει ξαφνικά επικίνδυνη για το καθεστώς της εκμετάλλευσης. Ωστόσο μονάχα η εκκλησία νοιάστηκε ένα χρονικό διάστημα γι' αυτήν, ενώ η αστυνομία δεν είχε ακόμα αντιληφθεί τίποτα. Οι έρευνες των φυσικών οδήγησαν τα τελευταία χρόνια σε πορίσματα στον τομέα της λογικής, που θα μπορούσαν να γίνουν επικίνδυνα για μια σειρά αξιώματα, που εξυπηρετούν το καθεστώς της καταπίεσης. Ο Πρώσος φιλόσοφος Χέγκελ, που έκανε βαθιές έρευνες στον τομέα της λογικής, πρόσφερε μεθόδους ανεκτίμητης αξίας στους κλασικούς της προλεταριακής επανάστασης Μαρξ και Λένιν. Η εξέλιξη των επιστημών γίνεται σε αλληλεξάρτηση, αλλά ασύμμετρα και το κράτος δεν είναι σε θέση να έχει το μάτι του παντού. Οι πρόμαχοι της αλήθειας μπορούν να διαλέξουν μετερίζια, που δε φυλάγονται καλά. Το βασικό είναι να διδαχθεί ένας σωστός τρόπος σκέψης, που να εξετάζει σε όλα τα πράγματα και τα περιστατικά την προσωρινότητα και τη μεταβλητότητά τους. Οι κυρίαρχοι έχουν μεγάλη απέχθεια στις βαθιές αλλαγές. Θα προτιμούσαν να μείνουν τα πράγματα όπως είναι, για χίλια χρόνια. Γι' αυτούς μακάρι να μην κουνιόταν το φεγγάρι και να μην ξανάβγαινε ποτέ ο ήλιος! Ετσι κανένας πια δε θα πεινούσε και δε θα ζητούσε να φάει για βράδυ. Οταν αυτοί έχουν πυροβολήσει, πρέπει να μην μπορούν πια οι αντίπαλοι να πυροβολήσουν, ο δικός τους πυροβολισμός θα πρέπει να είναι και ο τελευταίος.
Ενας τρόπος θεώρησης, που τονίζει ιδιαίτερα το εφήμερο του κάθε πράγματος, είναι ένα καλό μέσο για την ενθάρρυνση των καταπιεσμένων. Επίσης, το ότι για κάθε πράγμα και για κάθε κατάσταση εμφανίζεται και αναπτύσσεται μια αντίφαση, είναι κάτι που πρέπει να αντιπαρατεθεί στους νικητές. Μια τέτοια θεώρηση (όπως είναι η διαλεκτική, η θεωρία της ροής των πραγμάτων) μπορεί να εφαρμοστεί κατά την έρευνα θεμάτων και για ένα χρονικό διάστημα να ξεφύγει από την προσοχή των κυβερνώντων. Μια τέτοια μέθοδος είναι εφαρμόσιμη στη βιολογία και στη χημεία. Αλλά και στην περιγραφή της μοίρας μιας οικογένειας είναι εφαρμόσιμη, χωρίς κίνδυνο να κινήσει υποψίες. Η σκέψη πως το ένα πράγμα εξαρτιέται από πολλά άλλα, που κι αυτά αδιάκοπα αλλάζουν, είναι σκέψη επικίνδυνη για τις δικτατορίες και μπορεί να διαδοθεί με πολλούς τρόπους, χωρίς να δώσει αφορμή για επέμβαση της αστυνομίας. Με μια ολοκληρωμένη περιγραφή των περιστατικών και των διαδικασιών, που έχει ν' αντιμετωπίσει ένας άνθρωπος για να ανοίξει ένα καπνοπωλείο, μπορεί να δοθεί ένα δυνατό πλήγμα στη δικτατορία. Ο καθένας, που έχει μυαλό για να σκεφτεί λιγάκι, θα βρει το γιατί. Οι κυβερνήσεις, που οδηγούν τις ανθρώπινες μάζες στην εξαθλίωση, πρέπει ν' αποτρέψουν τις μάζες από το να σκεφτούν ότι οι κυβερνήσεις είναι υπεύθυνες γι' αυτήν. Γι' αυτό μιλούν πολύ για τη μοίρα. Ισχυρίζονται ότι αυτή φταίει για την ανέχεια, όχι εκείνες. Οποιος αναζητάει την αιτία της ανέχειας, πιάνεται από την αστυνομία, προτού φθάσει με την έρευνά του μέχρι την κυβέρνηση. Είναι όμως δυνατό να αντικρουστούν γενικά τα όσα λέγονται για τη μοίρα. Μπορεί κανείς να αποδείξει ότι η μοίρα του ανθρώπου προετοιμάζεται από ανθρώπους. Και πάλι μπορεί με πολλούς τρόπους να δοθεί αυτή η απόδειξη. Μπορεί, λόγου χάρη, να γίνει με την ιστορία ενός αγροκτήματος, ας πούμε μιας ισλανδικής φάρμας. Αυτό το κτήμα το βαραίνει μια κατάρα. Σ' ένα πηγάδι του πνίγηκε μια γυναίκα και από ένα δέντρο του κρεμάστηκε μονάχος του ένας χωρικός. Μια μέρα ο γιος αυτού του χωρικού παντρεύεται μια κοπέλα, που παίρνει για προίκα μερικά χωράφια. Και η κατάρα φεύγει από το κτήμα. Το χωριό διχάζεται στις κρίσεις του για την αιτία της ευχάριστης αυτής μεταβολής. Αλλοι την αποδίδουν στο τυχερό ριζικό του νεαρού χωριάτη κι άλλοι στα χωράφια, που πήρε για προίκα η νεαρή γυναίκα, που από τα εισοδήματά τους ορθοπόδισε το κτήμα. Αλλά και μ' ένα ποίημα, που περιγράφει ένα τοπίο, μπορεί κανείς να πετύχει ανάλογο αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, όταν ο ποιητής ενσωματώσει στη φύση, όσα δημιούργησαν τα χέρια του ανθρώπου.
Χρειάζονται τεχνάσματα για τη διάδοση της αλήθειας.

Ανακεφαλαίωση
Η μεγάλη αλήθεια της εποχής μας (που ακόμα δεν έχει συνειδητοποιηθεί πέρα για πέρα, αλλά και χωρίς τη συνειδητοποίησή της καμιά άλλη αλήθεια με βάρος δεν μπορεί να βρεθεί), είναι ότι η ήπειρός μας βυθίζεται στη βαρβαρότητα, επειδή η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής διατηρείται με τη χρήση της βίας. Τι ωφελεί να γράφουμε με τόλμη, ότι η κατάσταση στην οποία βυθιζόμαστε είναι βάρβαρη (και είναι αλήθεια), όταν δε λέμε καθαρά ποια είναι η αιτία που μας οδηγεί στην κατάσταση αυτή; Πρέπει να πούμε ότι γίνονται βασανισμοί, γιατί πρέπει να διατηρηθούν οι σχέσεις ιδιοκτησίας. Βέβαια, λέγοντάς το αυτό, χάνουμε πολλούς φίλους, φίλους κηρυγμένους ενάντια στα βασανιστήρια, που όμως πιστεύουν ότι και χωρίς αυτά θα μπορούσαν να διατηρηθούν οι σχέσεις ιδιοκτησίας (πράγμα που είναι αλήθεια). Για τις συνθήκες βαρβαρότητας που επικρατούν στη χώρα μας πρέπει να πούμε την αλήθεια, δηλαδή, ότι μπορεί να γίνει αυτό, που θα εξαφανίσει αυτές τις συνθήκες, δηλαδή αυτό, με το οποίο θα αλλάξουν οι σχέσεις ιδιοκτησίας.
Επιπλέον, πρέπει να την πούμε σ' εκείνους, που υποφέρουν περισσότερο απ' όλους τους άλλους κάτω από το σύστημα της ατομικής ιδιοκτησίας και που η μεταβολή του τους αφορά περισσότερο από όλους, δηλαδή στους εργάτες. Και σ' εκείνους, που μπορούμε να τους φέρουμε για συμμάχους, γιατί κι εκείνοι δεν έχουν καμία ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, έστω κι αν συμμετέχουν στα κέρδη.
Και, πέμπτον, πρέπει να ενεργούμε με πονηριά.
Και τις πέντε αυτές δυσκολίες πρέπει να τις ξεπεράσουμε ταυτόχρονα. Γιατί δεν μπορούμε να διερευνούμε την αλήθεια για τις συνθήκες βαρβαρότητας, χωρίς να σκεφτόμαστε εκείνους που υποφέρουν κάτω απ' αυτές. Κι ενώ - καταπολεμώντας την κατά καιρούς στιγμιαία δειλία μας - αναζητάμε συνεχώς τις σωστές διασυνδέσεις προς εκείνους που είναι πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν τις γνώσεις τους, πρέπει ταυτόχρονα να σκεφτόμαστε να τους διοχετεύσουμε την αλήθεια με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να γίνει όπλο στα χέρια τους. Kι αυτό να γίνει με τέτοια μαεστρία, που να μην το ανακαλύψει ο εχθρός και το εμποδίσει.
Ολα αυτά απαιτούνται, όταν απαιτείται από το συγγραφέα να γράφει την αλήθεια.
Γράφτηκε στα 1935

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου