Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναφορές στον Μάρξ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναφορές στον Μάρξ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2016

Περί πορνείας 2


[Συνέχεια. Δείτε προηγούμενο εδω]

Β

Μια Διαχρονική Συνθήκη Εκπόρνευσης 

Άλλαξε κάτι ουσιαστικό στις συνθήκες που, κατά τη διάρκεια της Βικτωριανής εποχής, οδηγούσαν γυναίκες στην επιλογή της πορνείας ως επάγγελμα;

Σίγουρα ναι. Οι γυναίκες της εποχής μας, σε καθεστώς αστικής δημοκρατίας και σε χώρες ανεπτυγμένου καπιταλισμού, έχουν σίγουρα περισσότερο έλεγχο του σώματός τους και του τρόπου με τον οποίο συναντούν το αντίθετο φύλο συνάπτοντας ερωτική ή και απλά σαρκική σχέση. Το ίδιο ισχύει γενικά και σε αναφορά με οποιονδήποτε σεξουαλικό προσανατολισμό. Ανάλογα, η θέση της γυναίκας στην παραγωγή έχει βελτιωθεί και, με αγώνες, έχει υποχωρήσει, ως ένα σημαντικό βαθμό, η ανισότητα μεταξύ φύλων. Περισσότερη ανεξαρτησία, συνεπώς, χαίρεται και στη θέση που κατέχει μέσα στην οικογένεια, ή απλά σε μία μόνιμη σχέση, γαμήλια ή μη.

Μεσολάβησαν το φεμινιστικό κίνημα και η λεγόμενη "επαναστάση" της σεξουαλικής απελευθέρωσης, που μπορεί μεν να θεωρηθεί ότι συνέβαλλαν ώστε ν'  αλλάξει η θέση της γυναίκας στο αναπτυγμένο καπιταλιστικό σύστημα, αλλά και ότι ήταν πολιτιστικό γνώρισμα αλλαγών που ήδη είχαν δρομολογηθεί. Δεν παραγνωρίζεται ότι από χρόνους αμνημόνευτους η θέση ανισοτιμίας της γυναίκας ήταν, κι εξακολουθεί να είναι, όχι απλά αφύσικη, μα συνάμα και βίαια καταπιεστική και καταχρηστική προς εξεινην. Ούτε, συνεπώς, πως αυτή η ίδια η φύση της ανισοτιμίας ήταν ο λόγος για το οποίο δόθηκαν μάχες για να κερδηθούν τα όποια δικαιώματα χαίρει η γυναίκα στις μερες μας και σε κάποιους τόπους. Ωστόσο, υποθέτω, πως λιγότερα θα είχαν κερδηθεί αν δεν ήταν και συμβατά  με την τάση του αναπτυσσόμενου καπιταλισμού - πρώτο, να ενσωματώσει ολοένα και περισσότερες γυναίκες στην παραγωγή - σε όλα τα επίπεδα δομής και ιεραρχίας, που σήμανε και ανάγκη εξύψωσης του μορφωτικού επιπέδου της, και δεύτερο, σε συνδυασμό με το πρώτο, να μετριάσει την ανδροκρατική τάση που επέβαλε και διατηρούσε συνθήκες στις οποίες η γυναίκα παρέμενε κάτι λιγότερο από "πολίτης δευτέρας κατηγορίας"... Το δεύτερο, σαν κατάλοιπο της ακραίας πατριαρχίας, που συνδυάστηκε με την εμφάνιση και άνοδο της ατομικής ιδιοκτησίας και της κυριότητας και κατοχής των μέσων παραγωγής, και που είναι εμφανές από τουλάχιστον την εποχή της Γεωργικής Επανάστασης (περίπου πριν δέκα χιλιάδες χρόνια), λειτουργούσε  πλέον σαν τροχοπέδη για την ανάπτυξη του καπιταλισμού.

Επιγραμματικά: για να ενταχθεί χωρίς εμπόδια στην παραγωγή, η γυναίκα έπρεπε να αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο πρωτίστως στο σώμα της. Το σώμα της έπρεπε να είναι λιγώτερο διαθέσιμο αποκλειστικά στον "άντρα του οίκου της" και να γίνει πιο διαθέσιμο γενικά  στον "άντρα του δήμου της". Η λεγόμενη "σεξουαλική απελευθερωση", που καθόλου παραδόξως επηρρεάσε τη συμπεριφορά της γυναίκας περισσότερο από αυτή του άντρα (και με την έννοια ότι έγινε πιο δικαιωματικό για τη γυναίκα να διεκδικεί και να πράττει όπως κι ο άντρας χωρίς η δική της πράξη, και μόνο η δική της, σαν γυναίκα να θεωρείται ανήθικη - αίφνης, να συνάπτει προ-γαμιαίες ή και εξωγαμιαιες σχέσεις), κατά μία θεώρηση, κατέστησε ευκολότερο το να "τη βάλει στο χέρι" κι ο καπιταλιστής στο χώρο της παραγωγής (κι όχι μόνο).

Οι προαναφερθείσες αλλαγές στον αναπτυγμένο καπιταλισμό, να προστεθεί εδώ, έγιναν και με φόντο τη θέση της γυναίκας στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, όπου η ισοτιμία της γυναίκας κατοχυρώθηκε και θεσμικά. Η ανατροπή του σοσιαλισμού έθεσε σε κίνηση μία παγκόσμια διαδικασία αφαίρεσης δικαιωμάτων που εθεωρούντο δεδομένα σαν κατακτήσεις. Τίποτε, λοιπόν, δεν μας δίνει σιγουριά ότι τα κεκτημένα, σε ό,τι αφορά τη θέση της γυναίκας, δεν θα προσβληθούν όταν όλα δείχνουν πως, αν αυτή η αγριότητα συνεχιστεί, οδηγούμαστε πίσω σε μία νέα, εντονότερα εφιαλτική κοινωνία με χαρακτηριστικά μεσαίωνα.

Αλλά όποιες αλλαγές κι αν έγιναν, το ερώτημα παραμένει: άλλαξε κάτι ουσιαστικά στη συνθήκη εκπόρνευσης της γυναίκας η οποία, γενικά, έχει να κάνει με τη φύση ενός συστήματος που είναι δομημένο και διαχέεται από την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο; Έπαψε η αθλιότητα, που το ίδιο το σύστημα προκαλεί, να χρησιμοποιείται και σαν οπλο για την βίαια εμπορευματοποίηση κι αυτών που το σύστημα παρουσιάζει ως όσια και ιερά;
Ας απαντήσει  μία εργαζόμενη στη βιομηχανία του σέξ της σημερινής Βρετανίας:
"Η ιστορία μου είναι η ίδια όπωςως αυτές που αφορούν πολλές χιλιάδες ανθρώπων που αδυνατούν να βρουν σταθερή, αξιοπρεπώς αμειβόμενη εργασία. Η ιστορία μας είναι ιστορία λιτότητας, είμαστε παντού, τρεφόμαστε με πενιχρά επιδόματα, σε εργασία μερικής απασχόλησης και μερικές περιστασιακές δουλειές. Μερικοί από εμάς ανοίγουν μία δουλειά  σαν αυτοαπασχολούμενοι. Κάποιοι από εμάς κάνουν ιστοσελίδες, κάποιοι από εμάς επισκευάζουν αυτοκίνητα, και ορισμένοι από εμάς κάνουν σεξουαλική εργασία.
Μπήκα στην εργασία του σεξ, μαζί με τόσα άλλα άτομα, ως απλή λύση στους φρικτούς κινδύνους της φτώχειας. Δεν είμαι εργαζόμενη του σεξ εξαιτίας μιας οδυνηρής ιστορίας. Δεν είμαι εργαζόμενη του σεξ, επειδή είμαι ψυχικά ασθενής, ή επειδή έχω ιστορικό κακοποίησης, ή επειδη έχω θέματα  μπαμπά, ή γιατί θέλω να τραβήξω την προσοχή άλλων σε μένα. Μερικές φορές είναι υπέροχο και μερικές φορές είναι δύσκολο, και δεν είναι μια δουλειά για όλους, αλλά το έργο του σεξ είναι η δουλειά μου. Είναι μια δουλειά που μπορώ να κάνω, είμαι καλή σ' αυτό. Παρέχει για μένα. Όταν πουλώ τη σεξουαλικότητά μου ως προϊόν, η μόνη διαφορά ανάμεσα σε μένα και καποιον άλλον εργαζόμενο υπηρεσίας, ή άλλον ερμηνευτή στην βιομηχανία ψυχαγωγίας, έγκειται στη σεξουαλική φύση της εργασίας. Φυσικά, η σεξουαλική εργασία μπορεί να είναι έντονη και επικίνδυνη, και φυσικά το να καθίσταται παράνομη δεν κάνει τίποτα για να ανακουφίσει αυτούς τους παράγοντες. Η ακτιβίστρια Τζένη Περλ, του αγγλικου Συλλόγου πόρνων, [English Collective of Prostitutes] είπε:
 Βγαίνω έξω στη δουλειά τώρα λόγω των οικονομικών πιέσεων. Τα επιδόματα δεν καλύπτουν το κόστος του φυσικού αερίου, ηλεκτρικό, τα τέλη του νερού, την αντικατάσταση του εξοπλισμού των νοικοκυριών. Δεν μπορώ να ζήσω με τα επιδόματα μακροπρόθεσμα. Όταν χρειαζομαι ν' αγοράσω ένα παλτό ή παπούτσια, δεν μπορώ να το κάνω. Τα περισσότερα από τα άλλα κορίτσια ή γυναίκες που συναντώ στο δρόμο είναι εκεί για πολύ παρόμοιους λόγους, καθαρά για να κρατήσουν τις οικογένειές τους μαζί τους, για να μην καταλήξουν τα παιδιά τους σε κρατική πρόνοια. Τους δίνει ένα μικρό βαθμό ελέγχου σχετικά με το πότε πρέπει να έχουν θέρμανση στο σπίτι ή όχι, αντί να αναγκάζονται να μείνουν στο κρεβάτι κάτω απ' τα σκεπάσματα για να μην κρυώνουν. Βγαίνουν έξω για μια ώρα και κάνουν αρκετά χρήματα για να πληρώσουν έναν λογαριασμό. Μερικές φορές αυτό είναι το μόνο που ελέγχουμε, η μόνη επιλογή που έχουμε στη ζωή μας. Μπορούμε να μείνουμε στο κρεβάτι, να ζούμε σε εξαθλίωση, επιβιώνοντας  με ψωμί και μαρμελάδα, αλλά προσωπικά αισθάνομαι ότι μου αξίζει περισσότερο απ' αυτό, και το ίδιο και η κόρη μου. Γιαυτό επιλέγω να πάω στο δρόμο και να κερδίσω κάποια χρήματα, γιατί θέλω μια καλύτερη ζωή. Αυτό που κάνω δεν είναι ανέντιμο. Είναι σκληρή δουλειά. Εγώ δεν θα το έκανα αν είχα άλλη επιλογή. Αλλά τώρα που έχω αποκτήσει ποινικό μητρώο ως πόρνη, είναι η μόνη δουλειά που μπορώ να κάνω που μου επιτρέπει να κερδίσω κάποια χρήματα χωρίς να παραμελώ την κόρη μου. Λόγω της αναπηρίας της κόρης μου, όταν πάω έξω οφείλω να κερδίσω  60 λίρες μόνο για την κάλυψη της πληρωμής αυτού που την συμπαραστέκεται όταν λείπω, παρότι είναι είκοσι πέντε ετών, προτού βγάλω χρήματα για να πληρώσω τους λογαριασμούς".[1]
Το αφήγημα της γυναίκας που εργάζεται ως "υπηρέτρια του σεξ" μιλά για την εκπόρνευση της, μέσω της επιβεβλημένης οικονομικής της εξαθλίωσης, από την οποία προσπαθεί να αποδράσει μ' αυτό τον τρόπο. Όταν οι οικονομικές συνθήκες οδηγούν την γυναίκα να ενοικιάζει το σώμα της για επ' αμοιβή σεξουαλική χρήση και συχνά κατάχρηση απο έναν άλλον, τον οποιονδήποτε άλλον, που δεν την βλέπει παρά σαν σαρκικό αντικείμενο,  όσο κι αν η εργάτρια του σεξ προσπαθεί να το δει αυτό απενεχοποιημένα (και όντως η ενοχή γι αυτήν την συνθήκη δεν είναι δική της), η αλήθεια είναι ότι ότι η ίδια έχει γίνει θύμα μιας βαθιάς ηθικής εξαθλίωσης (πέραν της οικονομικής) την οποία το ίδιο το σύστημα που την εξαθλιώνει διατηρεί και εκφράζει, ως μία διεστραμμένη εκδοχή ηθικολογίας, σαν όρο για την αξιολόγησή της σαν άνθρωπο. Αυτή η διεστραμμένη εκδοχή ηθικολογίας χαρακτηρίζει την νοοτροπία  του αστού που κατακρίνει ως έκπτωτη κι ανήθικη την γυναίκα της οποίας το σεξουαλικότητα αγοράζει, και συνουσιάζεται μ' αυτήν σε ωμά ζωώδες επίπεδο,  απενεχοποιημένα δήθεν, παραβλέποντας εντούτοις την βαθύτερη δική του ηθική κατάπτωση· δηλαδή το να θεωρεί τα πάντα εμπορεύσιμα κι εκμετάλλευσιμα, και άρα οτι τα πάντα μπορεί να τ' αγοράσει προς όφελος και τέρψη του, φτάνει να έχει το χρήμα, κι ότι ο ίδιος, άμεσα ή έμμεσα, στις συνθήκες που αυτός επιβάλει, την βγάζει στην αγορά για να την πουλά. Κι αν ο αστός θεσμοθετεί ενίοτε κατά της πόρνης, το κάνει για να την διατηρήσει μέσα σε διαχειρίσιμο κι ελεγχόμενο πλαίσιο, που καθαυτό είναι επιβεβαίωση του χαρακτηρισμού της ως "έκπτωτης γυναίκας".

Ο αστός με τη διεστραμμένη ψευτο-ηθική του λοιπόν,, "κάνει τα στραβά μάτια" στο γεγονός ότι το "φυσικό ενδιαίτημα", μέσα στο οποίο εμφανίζεται η πόρνη που καταδικάζει ως ανήθικη, είναι ο εκμαυλισμός κάθε πτυχής της ζωής με την  αρχή της της ανταποδοτικότητας που επιβάλει σε κάθε συναλλαγή μεταξύ ανθρώπων. Έτσι, αυτή η βαθύτερη ηθική κατάπτωση διαβρώνει τη σχέση του αστού εν γένει με την γυναίκα . Την βλέπει αντιφατικά, ταυτόχρονα σαν "Μαντόνα και/ή σαν πουτάνα". Τη σύζυγό του, υποκινούμενος από μία αρρωστημένη κτητικότητα, τη θέλει να είναι η "αγνή Μαντόνα", ενώ είναι πανέτοιμος να εκμαυλίσει την σύζυγο, ή την κόρη του άλλου, η οποία καθίσταται από τον ίδιο αυτόματα "πουτάνα" επειδή δέχτηκε να παίξει το ίδιο  παιχνίδι μαζί του. Μα ήδη στο δικό του γάμο, που συχνα είναι γάμος βολέματος, έχει εκπορνεύσει τη σχέση του. Όπως έγραφε ο Engels: "ο γάμος βολέματος  [marriage of convenience], καταλήγει συχνά σε γάμο πορνείας - μερικές φορές και για τους δυό συντρόφους, αλλά περισσότερο κοινά για την γυναικα". [2]

Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, οι Μαρξ και Ενγκελς γράφουν:
"Ο αστός βλέπει τη συζυγο του σαν εργαλείο παραγωγης. [...] Οι μπουρζουάδες, δεν είναι ευχαριστημένοι που έχουν στη διάθεσή τους γυναίκες και κόρες των προλετάριων, για να μη μιλήσουμε για κοινές πόρνες, παίρνουν και τη μεγαλύτερη ικανοποίηση να αποπλανούν ο ένας την γυναίκα του άλλου". [3]
Η γυναίκα λοιπόν, σαν εργαλείο ή σαν εμπόρευμα, είναι αναπόφευκτη συνθήκη στον καπιταλισμό. Όσο πιο οικουμενική καθίσταται αυτή η βασικά και χυδαία οικονομική συνθήκη, τόσο η φύση της ανθρώπινης σχέσης θα αλλοιώνεται προς  αυτό που σβήνει τη διαφορά του ανθρώπου από το ζώο, προς μιαν αποκτήνωση.  Φανταστείτε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι δεν σχετίζονται παρακινούμενοι από φυσική και συναισθηματική ανάγκη, αλλά μόνο ψυχρά υπολογιστικά και "ανταποδοτικά". Φανταστείτε τη μάνα να μη θηλάζει το μωρό της παρά μόνο αν βλέπει το γάλα που του δίνει σαν εμπόρευμα και τον θηλασμό σαν επι πληρωμή υπηρεσία, ή τελικα, σαν "δάνειο" το οποίο απαιτεί να επιστραφεί σε είδος ή σε μορφή χρήματος και με τόκο!

Τη βαθύτερη σχέση της πορνείας με το σύστημα που στέκει πάνω στην χρήση και κατάχρηση ανθρώπου από άνθρωπο την εξέθεσε ο Μαρξ, γράφοντας:
 "ή πορνεία είναι μονάχα μία  ειδική έκφραση της γενικότερης πορνείας του εργάτη, και εφόσον είναι μια σχέση στην οποία εμπίπτει όχι μόνο η πόρνη, αλλά κι αυτός που την εκπορνεύει - και η αποστροφή προς τον τελευταίο είναι ακόμα μεγαλύτερη - κι ο καπιταλιστής πέφτει κάτω από την ίδια επικεφαλίδα".[4]

Η σχέση "πόρνη - πελάτης" θα  είναι πάντα "αφορισμένη", γιατί με τον αφορισμό της διαγράφεται η βαθύτερη σχέση της πορνείας με το σύστημα, ενώ συνάμα  γίνεται διαχειρήσιμη και ελεγχόμενη από το ίδιο σύστημα. Και όχι διότι στον αντίποδά της  βρίσκεται το ιδανικό της ανθρώπινης σχέσης όπου ο έρωτας (το σαρκικό) δεν διαχωρίζεται τεχνητά από την αγάπη (συνδυασμένη επίσης με σεβασμό και γνησιότητα) μεταξύ δύο ανθρώπων, κι όπου τα δυο συνιστούν ενα αδιαχώριστο σύνολο, που καθιστά την επαφή στην  ανθρώπινη σχέση δώρο κι όχι αγοραπωλησία.


✴✴✴✴✴

1. Magpie Corvid, Marxism for Whores ://salvage.zone/corvid_all.html

2. F. Εngels, The Origin of the Family, Private Property, and the State,
https://www.marxists.org/archive/marx/works/1884/origin-family/

3. K. Marx and F.Engels, The Manifesto of the Communist Party, 1848,
https://www.marxists.org/archive/marx/works/1848/communist-manifesto/

4.  K.Marx, Economic and philosophical manuscripts, 1844.
 http://www.marxists.org/archive/marx/works/1844/manuscripts/comm.htm”[2]



Δευτέρα 20 Ιουνίου 2016

Περί πορνείας


Α

Η Πορνεία στην Βικτωριανή Εποχή

 Της Lyra RADFORD [1]

Η πορνεία είναι, αν όχι το αρχαιότερο, ένα από τα αρχαιότερα επαγγέλματα στην ιστορία. Ωστόσο, η πορνεία με τη σύγχρονη έννοια θεωρείται ότι πραγματικά αναπτύχθηκε στη βικτοριανή εποχή, όταν υπήρχαν περίπου 80.000 γυναικών που εργάζονταν ως πόρνες μόνο στο Λονδίνο.

Όπως και τα ρούχα τους, εκείνη την εποχή η συμπεριφορά των γυναικών ήταν επίσης ασφυκτικά περιοριστική. Οι γυναίκες ενθαρρύνονταν να αποφεύγουν το σεξ, εκτός από αυστηρά εντός των ορίων του γάμου και μόνο για την παραγωγή των παιδιών. Μόλις παντρευόταν μια γυναίκα γινόταν  ένα «ανύπαρκτο-πρόσωπο" στα μάτια του νόμου. Οι γυναίκες παραιτούνταν από τα δικαιώματά τους, ακόμη και το δικό τους εισόδημα, και καθίσταντο κτήμα του συζύγου τους. Από τις γυναίκες ήταν αναμενόμενο, αφού παντρευτούν να φροντίσουν τα παιδιά τους, και να μην δουλεύουν. Αν ήθελαν να εγκαταλείψουν τους συζύγους τους, θα έπρεπε να μείνουν χωρίς τίποτε δικό τους. Αυτές που εργάζονταν, ήταν συνήθως εκπαιδευτικοί, οικιακές βοηθοί, ή πωλήτριες. Ακόμη και οι μορφωμένες γυναίκες με δεξιότητες σε δακτυλογραφία και στενογραφία δεν έβγαζαν αρκετά χρήματα για να στηρίξουν μια οικογένεια.  Για μερικές γυναίκες, αυτό ήταν αρκετό για να ξεσηκώσει μια επιθυμία τους για οικονομική ανεξαρτησία με κάθε μέσο.

Η πορνεία αναδείχτηκε σε  προσοδοφόρα εργασία, ειδικά για ανύπαντρες γυναίκες μεταξύ των ηλικιών 18 και 22. Μιά πόρνη μπορούσε να βγάλει τα διπλά χρήματα στο μισό χρόνο, χωρίς να εξαρτάται από έναν άνδρα να την στηρίζει και μπορούσε ακόμα να σταματήσει τη δουλειά αυτή και να εγκατασταθεί κάπου αλλού χωρίς να εξοστρακιστεί  από την κοινωνία. Η πορνεία μπορούσε να θεωρηθεί μεταβατικό στάδιο και πολλές νεαρές γυναίκες επέλεγαν να υποστούν τον ρολο της "Pretty Woman", για να εξοικονομήσουν αρκετά χρήματα για μερικά χρόνια ώστε στη συνέχεια να παντρευτούν και μάλλιστα συχνά έως κι  έναν από τους πελάτες τους.

Δεν ήταν όλες οι πόρνες ανύπαντρες και δεν ήταν όλοι οι συζυγοι κτητικοί. Μερικοί άνδρες κάλιστα προσαρμόζονταν στην ιδέα της συχνής σαρκικής συνδιαλλαγής της συζύγου τους με άλλους άνδρες για έξτρα μετρητά  από τη διαδικασία.


Μερικά ζευγάρια κατέληγαν στην πορνεία αυστηρά για οικονομικούς λόγους, και εκτιμάται ότι οι μισοί των μικροπωλητών είχαν συζύγους ως λαθραίες πόρνες μόνο για να κρατήσουν την οικογένειά τους να επιπλέει οικονομικά.

Τις εργαζόμενες σε πορνείο θεωρούσαν τη  χαμηλότερη τάξη.  Είχαν κακές συνθήκες διαβίωσης και δεν τους δινόταν καμία επιλογή στη λίστα των πελατών τους. Αυτές οι γυναίκες έπρεπε να αποχωριστούν ένα ποσοστό των αμοιβών τους προς όφελος της μαστροπού και μαντάμ του οίκου ανοχής,  ή του νταβατζή. Υπήρχαν ανεξάρτητες πόρνες που εθεωρούντο μεσαία τάξη. Επέλεγαν τους δικους τους πελάτες,  ζούσαν μόνες τους και δεν μοιράζονταν τα χρήματά τους με κανέναν. Η υψηλότερη κατηγορία αποτελείτο από μορφωμένες και με πολιτικές διασυνδέσεις γυναίκες, που εξυπηρετούσαν μια πολύ πλούσια και υψηλού κοινωνικού-ταξικού  προφίλ πελατειακή βάση. Συχνά, αυτές οι γυναίκες εξυπηρετούσαν μόνον έναν άνδρα, τον οποίο και κατεληγαν να παντρεύονται.

Δεν ήταν μόνο η πορνεία εννηλικων νόμιμη, αλλά και η παιδική πορνεία. Η ηλικία της συναίνεσης ήταν αυτή των 13 ετών, αλλά πολλές οικογένειες χαμηλού εισοδήματος πουλούσαν τα παιδιά τους ηλικίας μόλις 11 και 12 ετών για επιπλέον εισόδημα.


Και  ήταν το 1885 το έτος που η ηλικία συναίνεσης αυξήθηκε και καθιερώθηκε ως αυτή των 16 ετών. Αυτό προέκυψε αφότου ένας δημοσιογράφος, ονόματι W.T. Stead, πήγε μυστική αποστολή για να εκθέσει το γκροτέσκο φαινόμενο της σεξουαλικής εκμετάλλευσης των παιδιών. Έχει εκδώσει ένα άρθρο στο Pall Mall Magazine, που τεκμηρίωνε το πόσο εύκολο ήταν να αγοράσει κάποιος την παρθενιά ένος δεκατριάχρονου. Το άρθρο αναφέρεται λεπτομερώς στο  ότι ένας ιατροδικαστής, αφού επιβεβαίωσε πρώτα την παρθενιά του παιδιού, στη συνέχεια  έδωσε συνταγή για τη χρήση του χλωροφορμίου ώστε να αποτρέψει τον [άβολα για τον πελάτη του] αγωνιώδη πόνο του κοριτσιού κατά τη διάρκεια των σεξουαλικών πράξεων. Φυσικά η κατακραυγή του κοινού είχε ως αποτέλεσμα την Τροποποίηση της νομοθεσίας με την  Πράξη 1885 στο Βρετανικό Ποινικό Δίκαιο. Ο Stead στη συνέχεια κέρδισε το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης και θεωρείται ήρωας στον αγώνα για τα δικαιώματα των γυναικών.

Σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα  ήταν διαδεδομένα, ειδικά μεταξύ των στρατιωτικών  που σύχναζαν σε οίκους ανοχής. Το 1864, ο πρώτος νόμος περί Λοιμωδών Νόσων  ψηφίστηκε σε μία προσπάθεια για την πρόληψη της εξάπλωσης αφροδισίων νόσων.  Αυτό επέβαλε υποχρεωτικές ιατρικές εξετάσεις να εκτελούνται σε όλες τις πόρνες ή σε οποιαδήποτε γυναίκα που θα μπορούσε να φέρει μια μολυσματική ασθένεια στον εγγύτερο χώρο μιας στρατιωτικής βάσης. Οι γυναίκες που αρνιόνταν, υποβάλλονταν σε κράτηση, αναγκαστική εξέταση και, αν είχαν μολυνθεί, τις κρατούσαν κλειδωμένες σε ένα νοσοκομείο έως και τρεις μήνες.
Ο από 1869, ο νόμος περί Λοιμωδών Νόσων επέβαλε σ' όλες τις πόρνες εγγραφή σε μητρώα και διατήρηση κάρτας, αυξήθηκαν επίσης οι σταθμοί ελέγχου, και το χρονικά διάστημα που νόμιμα μπορούσε να κρατηθεί μία γυναίκα σε νοσοκομειακή φυλάκιση από τρεις σε ενιά  μήνες.

Το "ορθόδοξο"  σεξ απλά δεν ήταν συναρπαστικό αρκετά, και δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για οίκους ανοχής ώστε να ξεκινήσει  ειδίκευση σε διάφορα ταμπού της εποχής. Το "S & M" [σαδομαζοχισμός] και μαστίγωση επί πληρωμή σε οίκους ανοχής ήταν πολύ δημοφιλή "προϊόντα. Οίκοι ανοχής για γκέι άντρες  σύντομα άνοιξαν, και για τους φυσιολάτρες τύπους, μερικές πόρνες ήταν πρόθυμες να εκτελούν σεξουαλικές πράξεις ανοιχτά στο πάρκο για ένα μικρό ποσό.

Παρότι την έβλεπαν με αποστροφή, η πορνεία είχε γίνει ευρέως αποδεκτή ως αναγκαίο κακό.  Οδηγοί Τσέπης  πορνείων εκδίδονταν και διατίθεντο για ευρύ κοινό, και περιείχαν περιγραφές των φυσικών προσόντων των γυναικών και των χαρακτήρων τους, με τιμολόγηση και, γενικά, πληροφορίες ως προς τι θα μπορούσε να περιμένει ο πελάτης από το προιόν προς πώληση. Αντιμετώπιζαν την πορνεία ακριβώς όπως και κάθε άλλη υπηρεσία σε ένα ταξιδιωτικό οδηγό,  τοποθετώντας οδηγίες σχετικά με αυτήν - αίφνης δεξιά και κατά μήκος της πλευράς σχετικής με το χαρτοπαίγνιο, το ποτό, ή τον δείπνο σε εστιατόρια.  Στον οίκο ανοχής, ήταν σύνηθες να έχουν καταλόγους των γυναικών για τους άντρες πελάτες [με μεγέθη και άλλες λεπτομέρειες] ώστε να παραγγέλνουν αυτό που τους πάει, ειδικά και πληροφορημένα, όπως θα έκαναν αγοράζοντας παπούτσια.



Ο παγκόσμιας φήμης τότε συγγραφέας και δημοσιογράφος, Charles Dickens, συμμετείχε ενεργά  σε μια φιλανθρωπική προσπάθεια, μαζί με την Angela Georgina Burdett-Coutts, για να δημιουργηθεί το ίδρυμα Urania Cottage - ένα μέρος όπου πόρνες, ή "έκπτωτες γυναίκες» όπως ονομάζονταν, θα μπορούσαν να πάνε για να ξεφύγουν από την βιομηχανία του σεξ, να μάθουν μία νέα τέχνη, και να κάνουν  μια νέα αρχή για μια "καθως πρέπει" ζωή. Ο Ντίκενς έδειχνε ενδιαφέρον και συμπάθεια για τις συνθήκες ζωης αυτών των γυναικών από τις οποίες έπαιρνε συνεντεύξεις, και οι ιστορίες τους συνέβαλαν στην  έμπνευση μέρους της  γραφής του.


Θρησκευτικές ομάδες άρχισαν την ίδρυση αναμορφωτηρίων που χρησίμευσαν για την αποκατάσταση των "έκπτωτων γυναικών" και την "ηθική θεραπεία τους από τις κακές συνήθειές τους". Αυτές οι γυναίκες έπρεπε να παραμείνουν σ' ένα αυστηρό πρόγραμμα εντατικής εργασίας και έντονης προσευχής για περίπου δύο χρόνια πριν θεωρηθούν  αξιόπιστες για να επανενταχθούν στην κοινωνία και να αρχίσουν να ζουν μιαν  ενάρετη ζωή.


***


[Συνεχίζεται]

✴✴✴✴✴


1] Από το άρθρο  "things you probably didnt know about prostitution during the victorian era".
Εκτεταμένη σύνοψη και ελεύθερη απόδοση στην ελληνική απο Red Rock Views, εικόνες από την ίδια πηγή: All Day.






Πέμπτη 19 Μαΐου 2016

Τα σταφύλια του Ζεύξιδος και το Νεκροζώντανο [5]

5


[Προηγούμενα: μέρος 1, μέρος 2, μέρος 3, μέρος 4]

Επιστρέφω στην παρατήρηση κι εκτίμηση που εκφράστηκε πιο πάνω, ότι η έννοια και η αίσθηση της απώλειας  εκφραζόμενη μέσω του νεκροζώντανου, που απαντάται στην ψυχαναναλυτική θεώρηση του βρυκόλακα, μπορεί να αποβεί χρήσιμη σε μία μαρξιστική προσέγγιση του νεκροζώντανου. Η αίσθηση της απώλειας διαπερνάει το προσωπικό επίπεδο και καθίσταται κοινό βίωμα στην πλειονότητα των ανθρώπων του σήμερα. Σαν γνώρισμα ενδημικής κατάθλιψης, αγανάκτησης ή θρήνου, αγγίζει όλους αυτούς από τους οποίους συστηματικά αφαιρείται ή απειλείται η δυνατότητα για επιβίωση. Μέσα στο πλαίσιο της εντεινόμενης κοινωνικής αντίθεση,ς η έννοια είναι διαλεκτικά συνδεδεμένη με το αντίθετό της: ήτοι, με την έννοια, της απόκτησης. Εν προκειμένω, η έκφραση της αντίθεσης αυτής που μορφοποιείται  στην κουλτούρα συγκεκριμένα με τα αρχέτυπα του βρυκόλακα και του ζόμπι, υπονοεί πως μία μεγάλη βιωματική απώλεια καταρχήν αφορά και τις δύο πλευρές του κοινωνικού σχίσματος. Αυτό που χάνεται είναι συνολικά η φύση του ανθρώπου σαν οντότητα. Πιο ειδικά, στο εν λόγω , ο βρυκόλακας μπορεί μεν να παίρνει, ή να ωφελείται ρουφώντας το αίμα του θύματος του, μα σε αυτή την απόκτηση της ζωτικότητας που αφαιρεί από τον άλλον, ο ίδιος έχει ήδη χάσει κάτι απ' την ανθρώπινη φύση του. Πιο εκτεταμένη βέβαια είναι η απώλεια του ζόμπι. Η ζημία και απώλειά του, σαν θύμα, είναι απόλυτη. Το ζόμπι δεν "αποκτά" άλλο από την επιβεβλημένη αβουλία του με τη μετατροπή του σε σακατεμένο  νεκροζώντανο.  Πίσω από το δράμα των νεκροζώντανων υπάρχει κρυμμένη η  διάκριση των εκμεταλλευτών από τους εκμεταλλευόμενους, κι όσο εντείνεται  διαφοροποίηση των μεν απ' δε, τόσο κι οι δυο απομακρύνονται από τη φύση τους, τόσο και οι δύο θα υφίστανται διαστροφή. Οι μεν, θα μετατρέπονται σε ανθρωποειδή αρπακτικά κτήνη, κι οι δε, σε άβουλα ζώα προορισμένα να συνιστούν βορά και πηγή ενέργειας για τους μεν.

Το ίδιο ισχύει αν δούμε τη σχέση ως την αντίθεση μεταξύ ζημιάς και κέρδους.  Στο κέρδος οφείλεται λειτουργικότητα καπιταλισμού, μα με παράδοξο τρόπο. Το κέρδος (πριν την έλευση του  κομμουνισμού,  ή μετά την πρωτόγονη εκδοχή του) είναι ο ο λόγος ύπαρξης της οικονομικής μονάδας  - δηλαδή της επιχείρησης που συνιστά το μόριό του συστήματος εννοούμενου ως οργανισμό. Μόνο μέσω αυτού επιτυγχάνεται η συσσώρευση κεφαλαίου και μόνο μέσω αυτού επιζεί σαν σύστημα, αλλά για να το επιτύχει αυτό πρέπει το ένα μόριο να έχει την τάση να κανιβαλίσει το άλλο. Και είναι αυτό το παράδοξο που παίρνει αξιακό χαρακτήρα  με το όρο "ανταγωνιστικότητα". Εκτενέστερα, μέσα σε τούτο το κοινωνικό σχίσμα, η ζημία που οι κάτοχοι του κεφαλαίου, σαν βρυκόλακες, προκαλούν στα θύματά τους, σημαίνει κέρδος για τους ίδιους. Κι όσο οι μεν παρακινούνται από την αναγκαιότητα επίτευξης κέρδους, τόσο οι δε προορίζονται να παίζουν το ρόλο αυτού που στο τέλος της λογιστικής υποφέρει τη ζημιά... και, εν τέλει, τοσο  η σχιζοφρένεια του συστήματος εντείνεται κι αυξάνεται.

Αυτή η αντίθεση είναι βέβαια προγενέστερη του καπιταλισμού. Κέρδος υπήρχε και πριν την άνοδό του. Ανάλογα,  η παρομοίωση του καπιταλιστή με βρυκόλακα δεν είναι νέα. Σαν τέτοια, όμως, εμφανίζεται στη σκέψη με ιδιαίτερη ένταση απ' εξαρχής του καπιταλισμού. Kαι αυτό δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Αίφνης,  στο Φιλοσοφικό  Λεξικό του, ο Βολταίρος [1] αφιερώνει ένα κεφάλαιο στον Βρυκόλακα και ιχνηλατεί την καταγωγή της  ιδέας του ως την Ελλάδα. Αλλά όχι την Ελλάδα του Αριστοτέλη, του Πλάτωνα και του Επίκουρου, μα εκείνη της εποχής του Σχίσματος της Χριστιανικής Εκκλησίας. Ο ίδιος απορεί πώς στον 18ο αιώνα που γράφει μπορούσαν να πιστεύουν ότι Βρυκόλακες υπάρχουν. Παρατηρεί πως η δεισιδαιμονία αυτή είναι διαδεδομένη στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη, ενώ σε πόλεις όπως το Λονδίνο και το Παρίσι δεν ακούγεται λέξη γι "αυτά τα πτώματα που έβγαιναν απ' τους τάφους τους την νύχτα για να ρουφάνε το αίμα των ζωντανών".  Εκεί, όπως γράφει, υπήρξαν μόνο "χρηματιστές τοκογλύφοι κι επιχειρηματίες, που έπιναν το αίμα των ανθρώπων στο φως της μέρας, μα δεν ήταν νεκροί, μολονότι διεφθαρμένοι. Αυτοί οι αληθινοί αιμοπότες δεν κατοικούσαν σε νεκροταφεία αλλά σε πολύ ευχάριστα παλάτια".

Ο Βολταίρος γράφει στον παρατατικό, λέγοντας πως οι Βρυκόλακες καπιταλιστές "έπιναν" αίμα, και "κατοικούσαν" σε παλάτια, σαν να ήταν παραμύθι περασμένης εποχής. Όμως η αιμόποση του βρυκόλακα συνεχίζεται, και η ένταση της εκμετάλλευσης, αλλά και της αυξανόμενης καταστρεπτικότητας του τρόπου με τον οποίο ασκείται  εμφανίζει τα θύματά του τώρα συμβολικά με το νέο αρχέτυπο του ζόμπι - μιας σωματικά και διανοητικά ακρωτηριασμένης ανθρώπινης ύπαρξης που αδυνατεί να αντισταθεί. Το φαινόμενο, φυσικά, απασχολεί τη σύχρονη σκέψη και σήμερα, αλλά, όπως προειπώθηκε, με ποικίλους τρόπους.

Ο Henry A. Giroux [2] στο βιβλίο του  “Zombie Politics and Culture in the Age of Casino Capitalism” [ζόμπι πολιτική και πολιτισμός στην εποχή του καζινο-καπιταλισμού], παρατηρεί μιαν εμμονή στη μαζική κουλτούρα με την "σκοτεινή και τρομακτική εικόνα του ζόμπι. [...] Το φαινόμενο είναι τώρα κάθε βράδυ στην οθόνη της τηλεόρασης μαζί με ατελείωτα παραδείγματα της καταστροφής που εκτυλίσσεται σε πραγματικό χρόνο. [...]  Η μακάβρια παράλληλη κίνηση των «νεκρών που περπατούν» και εκείνων που είναι ζωντανοί, αλλά πεθαίνουν, και ο πόνος που προκαλείται δεν μπορεί να νοηθεί εκτός του καζινο-καπιταλισμού, που διαμορφώνει πλέον κάθε πτυχή της κοινωνίας κατ' εικόνα και ομοίωσή του [...]  που γιορτάζει τον πόλεμο ως επέκταση της πολιτικής και νομιμοποιεί έναν αδίστακτο Κοινωνικό Δαρβινισμό στον οποίο συγκεκριμένα άτομα και ομάδες απλά θεωρούνται  περιττά, μιας χρήσης, τίποτα περισσότερο από ανθρώπινα απόβλητα".

Αλλά, ως ζόμπι του εικοστού πρώτου αιώνα ο  Giroux χαρακτηρίζει και το πολιτικό προσωπικό της ελίτ που κυβερνά την αμερικανική κοινωνία, και δίπλα της όλους όσοι απερίσκεπτα συμβάλουν στην μετατροπή της οικονομίας σε "καζίνο", λειτουργώντας έτσι ως θεράποντες ή φερέφωνα της ελίτ. Τα νέα ζόμπι, εκτός από αυτούς  στις υψηλότερες βαθμίδες της κυβέρνησης, είναι και οι παρατρεχάμενοί τους που κατοικούν στα πλούσια περίχωρα της Wall Street και μπαινοβγαίνουν  στις αίθουσες "των χρυσωμένων μνημείων της απληστίας" όπως της Goldman Sachs (που ο ίδιος κατονομάζει), καθώς επίσης και μια εξαγορασμένη διανόηση που επανδρώνει και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης όπου, με την τεράστια οικονομική υποστήριξη από την εταιρική ελίτ, επεξεργάζονται το νέο πρόσωπο ενός πολιτισμού διαποτισμένου από την ιδεολογία της αγριότητας και του μίσους. Αυτό συμπίπτει με την άνοδο του αυταρχισμού, κατά τον ίδιο συγγραφέα, που αντανακλά μιαν αλόγιστη φιλαυτία σε αντίστιξη με την αλαζονική κυριαρχία στην αγορά μέσω της οποίας ασκούν πρωτοφανή εξουσία  - στην αμερικανική κοινωνία κι επέκεινα. Αυτή η Φούγκα, παραλογισμού, απληστίας, τρόμου και βίας, κατά τον δόκτορα Giroux, ανάγεται στο σκάνδαλο του καζίνο-καπιταλισμού.  Η δε, σφαγή ακολουθεί αναπόφευκτα την καταστροφή καθώς η τρέχουσα πολιτική του θανάτου έχει φτάσει σε νέα ύψη και απειλεί να μετατρέψει μιαν αδύναμη δημοκρατία σε ένα ολοκληρωτικό, αυταρχικό κράτος. Η κοινωνική δικαιοσύνη, η κοινωνική ευθύνη, τα ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα, η εξάλειψη φυλετικών ή άλλων διακρίσεων, η οργάνωση της εργασίας, ο ελάχιστος μισθός, η κοινωνική ασφάλιση, υγεία, πρόνοια - κι όλα όσα συνιστούν την ύφανση μιας αξιοπρεπούς ζωής για την πλειονότητα, θα πρόσθετα - προσβάλλονται και υποχωρούν, ενώ οι επικλήσεις στις ψευδεπίγραφες αξίες οικογένεια, πατρίδα, θεός αυξάνονται με το ίδιο τέμπο,  όπως κι ο αυταρχισμός, η βία, ο σωβινισμός, ο ρατσισμός, η φτώχια...

Στα ζόμπι βέβαια περιλαμβάνει και τις παθητικές μάζες που παίρνουν το ρόλο του θύματος ενός τόσο αμείλικτου Κοινωνικού Δαρβινισμού. Στην εποχή της ζόμπι-πολιτικής υπάρχει λίγη οργή και  αντίσταση, μας λέει, αντί να βλέπουμε τεράστια, μαζική διαμαρτυρία του αμερικανικού κοινού που βομβαρδίζεται με  "ατέλειωτη επίδειξη πλούτου, απληστίας και εξουσίας. Στρατιές από ζόμπι αποζητούν μία διασκέδαση φορτωμένη με κουτσομπολιό, παιχνίδι, "ριάλιτι tv", αποσβολωμένοι με την κενή γοητεία μιας κουλτούρας διασημοτήτων".

Ο λόγος του Giroux είναι αναμφισβήτητα μία κατακραυγή. Και είναι σημαντική η επισήμανσή του ότι η ένταση με την οποία το ζόμπι στοιχειώνει την σύγχρονη κουλτούρα συμπίπτει με την νέα τάξη που επιβάλει το παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο, και την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού. Είναι, ωστόσο, αναγκαία μία παρατήρηση σχετικά με την ανάλυσή του: Είναι διακριτό  σαν πρόβλημα ότι καταρχήν η έννοια "ζόμπι" χάνει την οξύτητα που έχει, εφόσον σχηματικά περιλαμβάνει εκμεταλλευτές κι εκμεταλλευόμενους. Στην ανάγνωση του φαινομένου από αυτόν, το ζόμπι δεν είναι μόνο ένας κατεστραμμένος, νεκροζώντανος οργανισμός, που χωρίς σκέψη και θέληση λειτουργεί σαν έρμαιο, όπως συνήθως κατανοείται σαν έννοια. Ως ζόμπι χαρακτηρίζεται κι ο ταγός της αγοράς που τρέχει μπροστάρης σε αυτόν τον αλλόφρονο καλπασμό των "αλόγων" προς τον γκρεμό. Μα έτσι, αυτοί που στις συγκεκριμένες συνθήκες του "καζινο-καπιταλισμού"οδηγούν, "στα τυφλά" υπονοείται,   μπορεί να αποκτήσουν ελαφρυντικά, λόγω μειωμένης ευθύνης... Κατά συνέπεια, και το σύστημα μπορεί να κρίνεται με επιείκεια, εφόσον καθοδηγείται από ανεύθυνους...  Τελικά, η αναγωγή της κακοδαιμονίας στο γεγονός ότι έχουμε οδηγηθεί σε τούτη τη φρίκη λόγω της έλλειψης ελέγχου του αδηφάγου χρηματοπιστωτικού συμπλέγματος , μπορεί να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι, με έναν ορθολογικό έλεγχό του, ή άλλως, ότι με διαφορετικό μείγμα πολιτικών, η κατρακύλα ενδεχομένως θα αναχαιτιστεί, κι ότι δηλαδή αυτή η τρομακτική μηχανή που λειτουργεί εκτός ελέγχου, από μια πιο φωτισμένη δεσποτεία, επιδέχεται επισκευή και επιδιόρθωση.

Ως προς αυτό, πιο σαφής είναι ο αμερικανός πολιτικός και οικονομικός αναλυτής,  Matt Taibbi - γνωστός ως πολέμιος του νεοφιλελευθερισμού ο οποίος, όπως έχει γράψει, "έχει αναλώσει τη ζωή του για χρόνια τώρα στον  αγώνα κατά της διαφθοράς στην Wall Street" [3]. Με τρόπο παρόμοιο με αυτόν του Giroux, βάλλει κατά του συστήματος στο οποίο ο νεοσυντηρισμός, κι η κατρακύλα προς μιαν αποσάθρωση του κοινωνικού ιστού που επιφέρει, συνδιάζεται με  απληστία, απάτη και βία. Καλεί προς έλεγχο του μεγάλου τραπεζικού κεφαλαίου. Όπως διευκρινίζει, όμως, η έκκληση, η δική του και άλλων, για θέσπιση νομοθεσίας που να επιβάλει τη διάσπαση των μεγα-τραπεζών και μονοπωλίων σε μικρότερες μονάδες "δεν είναι κάποιο είδος σοσιαλιστικής προκήρυξης του τέλους του καπιταλισμού"[4]. Κι όταν ο ίδιος κατονομάζει την Goldman Sachs, ως "τη μεγαλύτερη επενδυτική τράπεζα  που, σαν τεράστια σουπιά- βρυκόλακας τυλιγμένη στο πρόσωπο της ανθρωπότητας, ανελέητα ρουφά το αίμα της για να το μεταγγίσει σε οτιδήποτε βρωμάει χρήμα" [5], δεν καλεί για ανατροπή του συστήματος, κι αν βλέπει γενικά την άνοδο του μονοπωλίου  ως πηγή της κακοδαιμονίας, δεν φαίνεται να αποδέχεται και πως είναι συστημική, εγγενής στον καπιταλισμό της απληστίας που καταγγέλλει. Ούτε πως ο βαμπιρισμός του συστήματος χρειάζεται μία μάζα καθυπότακτων χωρίς ουσιαστική βούληση και ικανότητα να αντισταθούν.

Σε τέτοιες αναλύσεις αγανάκτησης, σ' ό,τι αφορά τη χρήση της μεταφοράς του νεκροζώντανου, απουσιάζει μια ανάγνωση του δίπολου "βρυκόλακας-ζόμπι", με τέτοιο τρόπο ώστε συμβολικά να μπορεί να εκφράσει τα δύο άκρα ενός πλέγματος σχέσεων, με κυριότερη σχέση αυτή που βρίσκεται στον πυρήνα του καπιταλισμού: εννοώ τη σχέση εκμεταλλευτή με εκμεταλλευόμενο και τον ρόλο αυτού που, κατέχοντας τα μέσα παραγωγής, κατέχει και μία φαινομενικά υπερφυσική δύναμη που του επιτρέπει να καταχραστεί το σώμα και την ψυχή του συνανθρώπου του,  κυριολεκτικά πίνοντάς του το αίμα, αφαιρώντας του τη ζωτικότητα του σώματος του και μετατρέποντάς τον σε νεκροζώντανο που στερείται και την ικανότητα να κρίνει. Αυτού που κατέχει την εξουσία που του επιτρέπει από το να ακρωτηριάσει έως και να αφανίσει το σώμα και την ψυχή των καθυπότακτων που εξουσιάζει. Απουσιάζει και η επίγνωση ότι,  αναγκαστικά, για να λειτουργήσει συστηματικά αυτή η σχέση θα πρέπει το θύμα αυτής της φρικτής κατάχρησης να πάρει τα χαρακτηριστικά του άβουλου έρμαιου που, όπως ειπώθηκε, άγεται και φέρεται σ' ένα όργιο εκμετάλλευσης, καταπίεσης, αιματηρής βίας και καταστροφής. Το θύμα αυτό, ετσι, δεν εκπροσωπείται από το σύγχρονο αρχέτυπο του ζόμπι χωρίς μια σύγχυση.

Είναι προφανές ότι οποιαδήποτε προσέγγιση του φαινομένου του νεκροζώντανου τέρατος, είτε πρόκειται, απλά ή συνθετα, για μία μεταφορική σχηματοποίηση της πραγματικότητας, όπως στο παράδειγμα του Giroux, είτε σαν ερμηνευτική ανάγνωση του φαινομένου ως έκφραση του φόβου από τη βίαια κατάχρηση ανθρώπου από άνθρωπο, όπως αυτή του ΜcΝally, ούτως ή άλλως, στην καλύτερη περίπτωση συνιστά θεωρία. Ωστόσο, εφόσον η θεωρία δεν ανάγεται σε θεώρημα, το ζητούμενο ίσως είναι να δούμε ποιά προσέγγιση οδηγεί πλησιέστερα στην κατανόηση του φαινομένου και στη λύση του προβλήματος που βιώνεται ως συστημική φρικωδία εκφραζόμενη στο φαινόμενο. Σε τούτο το πλαίσιο, αν δηλαδή η επιδίωξη είναι να κατανοηθεί το πρόβλημα για να λυθεί , μια προσέγγιση του τέρατος όπως αυτή του McNally, είναι χρησιμότερη για τρεις τουλάχιστον λόγους. Ο πρώτος είναι ότι ερμηνεύοντας το φαινόμενο το ανακρίνει προσπαθώντας να δει τι κρύβεται πίσω του και στην πορεία διακρίνει πραγματικούς και υπαρκτούς φόβους που πηγάζουν από τον έκδηλο κίνδυνο και την απειλή που συνεχώς εγκυμονεί η καπιταλιστική αγορά  κατά της σωματικής και ψυχικής ακεραιότητας του σύγχρονου ανθρώπου. Ο δεύτερος είναι ότι, ακριβώς επειδή δεν παραβλέπει την βαθύτερη αντίθεση που κρύβεται πίσω από τη επιφάνεια, πράγματι αποκαλύπτει με δραματικά ανάγλυφο τρόπο αυτήν την κατηγορία ανθρώπων που μετατρέπονται ή που προορίζονται να μετατραπούν σε ζόμπι, και απέναντί τους τις δυνάμεις που επιδιώκουν να επιφέρουν αυτή τη μετατροπή. Κατά συνέπεια, αναδεικνύει και το ποιες δυνάμεις έχουν συμφέρον και υποχρέωση να αποτρέψουν αυτή την μετατροπή που απειλεί την ίδια τη φύση τους. Ο τρίτος λόγος είναι ότι μία τέτοια προσέγγιση συνιστά και ένα διδακτικό παράδειγμα που αφορά την αναγκαιότητα αποκωδικοποίησης των πολιτιστικών γεγονότων και δείχνει πώς η θεωρία  μπορεί επωφεληθεί από αυτό. Το επόμενο αναγκαίο βήμα είναι, εκτός απο ευριστική, να αποκτήσει και πρακτική χρησιμότητα. Και σ' αυτό θα εστιάσουμε παρακάτω.

Το θέμα άπτεται και του προβληματισμού για το πώς μπορεί να είναι γενικά η θεωρία, και ειδικά πως πρέπει να είναι η γλώσσα των επαναστημένων και για την αναγκαιότητα η γλώσσα αυτή, και τότε που πρέπει να  παίρνει αυστηρά επιστημονικό χαρακτήρα (στην περίπτωσή μας,  εστιάζοντας στην κοινωνικη, οικονομική και πολιτική δομή αυτού που πραγματεύεται), δεν επαρκεί απλά να μην παραβλέπει, πρέπει και να εκφράζει συνάφεια με την πολιτισμικο γίγνεσθαι εμπλουτιζόμενη από τη ανάγνωση του. Τι θα κερδίσει από αυτό;

Ειρήσθω εν παρόδω, έχει πολλάκις παρατηρηθεί πως η θεωρία του Freud, που μας απασχόλησε κι εδώ, και που έχει στοιχειώσει την σκέψη του εικοστού αιώνα, έχει τέτοια δύναμη γιατί είναι και αισθητικά πολύ ωραία. Δεν περιγράφει απλά, σωστά ή λάθος, την δυναμική της ψυχής, έχει αναφαίρετα ενσωματωμένο κι ένα αρχαίο μύθο, εμπλουτιζόμενη απ' τη δραματική δύναμη του - τον μύθο του Οιδίποδα. Οι κλινικές περιπτώσεις ψυχανάλυσης που ο ίδιος ο Freud χειρίστηκε και κατέγραψε, διαβάζονται επίσης και σαν λογοτεχνία. H ψυχανάλυση ήταν δημιούργημα, πρώτιστα τολμώ να πω, ενός μεγάλου μάστορα του λόγου.

Δεν είναι απλά θέμα αισθητικής, και είναι προφανές ότι με αυτό τον τρόπο εμπλουτίζεται η γλώσσα με στοιχεία που της επιτρέπουν να εκφράσει πιο συγκεκριμένα ή ζωντανά το ανθρώπινο δράμα και στην έκφραση αυτή να γίνει πληρέστερη και η κατανόησή του. Αυτή η στάση είναι προφανής στο έργο των κλασσικών του μαρξισμού. Δεν θα είμαι ο πρώτος, προφανώς, ούτε ο τελευταίος που θα παρατηρήσει ότι το κεφάλαιο του Μαρξ μπορεί να διαβαστεί με διάφορους τρόπους, ένας από τους οποίους είναι και σαν ανθολογία πάμπολων αναφορών σε ένα ευρύ φάσμα τού πολιτισμού και της γραμματείας διαθέσιμης στον ίδιο  [6], πέραν από αυτό που αφορά την συστηματική μελέτη και κριτική της πολιτικής οικονομίας. Αυτό δεν συνιστά μονάχα ένα κείμενο με επιπρόσθετη αισθητική αξία, με την έννοια ότι επιτρέπει την ανάγνωσή του  και σαν λογοτεχνία, αλλά το εμπλουτίζει με τρόπο που καθιστά την εικόνα του κόσμου που αποκαλύπτει πληρέστερη. Αίφνης, η πολυαναφερόμενη φράση του Μαρξ, "το κεφάλαιο είναι νεκρή εργασία, και σαν βρυκόλακας, ζει ρουφώντας ζωντανή εργασία, και ζει περισσότερο όσο περισσότερη εργασία ρουφάει" [7], είναι ταυτόχρονα μια αναφορά σ' ένα πολιτισμικό αρχέτυπο της εποχής του, και μία ποιητική μεταφορά. Για να μπορέσει να συλλάβει μία τέτοια έκφραση (πράγμα που γενικότερα είναι ενδεικτικό του ύφους της γραφής του) ο Μαρξ, εκτός από το ότι θα έπρεπε να έχει ευαίσθητη αντίληψη του πολιτισμικού γίγνεσθαι της εποχής του, να έχει διαβάσει ειδικά και ποίηση, (κι είναι γνωστό πως, όχι μόνο διάβασε, αλλά έγραψε και ποίηση). Μα δεν μένει εκεί - ένα αποτέλεσμα αυτής της στάσης και τακτικής είναι ότι η φρικωδία της κεφαλαιοκρατίας μεταφέρεται με την δέουσα έμφαση.

Τέλος, κάτι πολύ σημαντικό: είναι δοσμένο ότι ο σοσιαλισμός θα χτιστεί με ανακυκλώσιμα υλικά του αποδομημένου καπιταλισμού και, απαραίτητα, μετά την ολική κατεδάφιση του κράτους του. Μα θα πρέπει να θεωρείται επίσης δοσμένο πως για να σταθεί είναι αναγκαία η διάλυση και επανασύνθεση του πλέγματος που κληρονομεί από τον καπιταλισμό, το οποίο μετατρέπει οικονομικές αναγκαιότητες σε πολιτισμό). Άρα, η ένδειξη ότι οι επαναστατημένοι έχουν επίγνωση, όχι γενικά  και σχηματικά του τρόπου με τον οποίο η κουλτούρα αντανακλά τη δομή και το θεμέλιο, αλλά με λεπτομερή εικόνα του πώς, ενώ  στέκει πάνω απ'  τα θεμέλια του συστήματος, συνάμα το πληροφορεί, σημαίνει πως είναι ανταπόκριση σε μια επιτακτική ανάγκη: να διακρίνει στον πολιτισμό αυτό που αξίζει να διατηρηθεί και, για να κάνει αυτή την διάκριση, πρέπει να το γνωρίζει. Η κριτική  προσέγγιση αυτής της σχέσης λέει και κάτι πολύ σημαντικό για το τί είδους πολιτισμό φανταζόμαστε να χτίζεται πάνω στην νέα βάση της κοινωνίας. Κι ίσως αυτό, το πιο έκδηλο, δηλαδή η εικόνα του πολιτισμού (σε σύγκριση με το σχήμα της οικονομικής βάσης), να προσελκύει ή να αποκρούει με μεγαλύτερη δύναμη αυτούς που πρέπει να κάνουν υπόθεσή τους την θεμελίωση, ανέγερση και συντήρηση ενός νέου κοινωνικού κτίσματος. Φυσικά, αν πρόκειται για μία αλληλεπίδραση των δύο, της βάσης με το εποικοδόμημα, τότε για να είναι ζωτική και αληθινή αυτή η επίγνωση της αλληλεπίδρασης πρέπει κι από τώρα να φαίνεται στην σκέψη και τον λόγο των επαναστατημένων ο αμφίδρομος χαρακτήρας της.

***

Σημειώσεις


1. Voltaire,  Philpsophical Dictionary,  VAMPIRES
https://ebooks.adelaide.edu.au/v/voltaire/dictionary/chapter463.html

2.  Henry A. Giroux, Zombie Politics and Culture in the Age of Casino Capitalism”, Peter Lang Publishing,  2010
3.Matt Taibbi, My Advice to the Occupy Wall Street Protesters: 
Hit bankers where it hurts, Rolling Stone, 12 Oct. 2011, 
http://www.rollingstone.com/politics/news/my-advice-to-the-occupy-wall-street-protesters-20111012#ixzz492E2TSHf

4. Matt Taibbi, Why the Banks Should be Broken up, Rolling Stone,  8 April 2016
http://www.rollingstone.com/politics/news/why-the-banks-should-be-broken-up-20160408#ixzz48RXlPgkC

5. Matt Taibbi, The Great American Bubble Machine, Rolling Stone, 5 April, 2010
http://www.rollingstone.com/politics/news/the-great-american-bubble-machine-20100405#ixzz49K6WSyRc


6. Robert Paul Wolff , Moneybags Must Be So Lucky: On the Literary Structure of Capital, 
Society for Philosophy & Culture, Wellington, 2013, first published, The University of Massachusetts Press, Amherst, 1988 

7. Karl Marx. Capital, Volume I, chapter 10, section 1. [Trans. Ben Fowkes. London: Penguin Books\]

Κυριακή 8 Μαΐου 2016

Τα σταφύλια του Ζεύξιδος και το Νεκροζώντανο [4]



4
[Προηγούμενα: μέρος 1, μέρος 2, μέρος 3. τελευταίο, μέρος 5]
***



Σε μια προσπάθεια να ξεκλειδωθεί η κρίσιμη ενέργεια που ο David McNally βλέπει να κρύβεται μέσα σε φανταστικές αφηγήσεις του μυστηρίου, το οποίο περιβάλλει σαν αδιαφανές πέπλο τη δημιουργία και συσσώρευση πλούτου στη σύγχρονη κοινωνία, υιοθετεί και συνιστά αναγνώρισή των ως συμβολισμούς, θα έλεγα, της τερατουργίας που απαντάται σε διαφορετικές πτυχές του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Και καλεί αυτά τα παραμύθια να χρησιμοποιηθούν ως μέσο για τη χαρτογράφηση των αινιγματικών συναλλαγών του παγκόσμιου κεφαλαίου με τα ανθρώπινα σώματα, οι οποίες καθορίζουν την εποχή μας. Αλλά, αναγνωρίζει πως αυτή η κρίσιμη στρατηγική δεν είναι χωρίς τις δυσκολίες της, ακριβώς λόγω των πανταχού παρόντων  τεράτων σήμερα, που αυξάνονται και πληθύνονται σε όλη την μαζική κουλτούρα - και συχνα αντανακλώνται με ανεπαρκή τρόπο στην πολιτισμική θεωρία.

 Οι τρέχουσες κοινωνικές επιστήμες ακολουθούν μία μακρά παράδοση χαρακτηρισμού τέτοιων παραμυθιών ως δεισιδαιμονίες μιας παρωχημένης εποχής. Αλλά, παραδόξως, μία τέτοια αντιμετώπισή τους υποστηλώνει την μυστικοποίησή αυτού που κρύβεται πίσω τους, αρνούμενη δηλαδή να τα δει στη σχέση τους με τις συστηματικές επιθέσεις στη σωματική και ψυχική ακεραιότητα του σύγχρονου ανθρώπου που χαρακτηριζουν την οικονομική υποδομή της νεωτερικότητας, και δη την καπιταλιστική αγορά. Και είναι τόσο κανονικοποιημένος ο καπιταλισμος στις κοινωνικές επιστήμες, όπως παρατηρεί ο ίδιος συγγραφέας, και τόσο "φυσικοποιημένες"  οι ιστορικά μοναδικές μορφές της ζωής σ' αυτόν, ώστε η κριτική θεωρία απαιτεί ένα οπλοστάσιο τεχνικών απο-εξοικείωσης, και μια σειρά διαλεκτικων μεθοδολογιών που να εμφανίζουν ανάγλυφα τον τρόπο που λειτουργεί, διαλύοντας την φανταστική και μυστήρια επίφαση του. Διότι ως πολιτιστικά φαινόμενα, αυτές οι ιστορίες και οι θρύλοι μιλούν για την πραγματική κοινωνική πρακτική μέσω "συμβολικών μητρώων" στα οποία καταγράφονται υπαρκτές ανησυχίες και φοβοι που γεννώνται εξαιτίας της συνεχούς και εντεινόμενης φρικωδίας στο σύγχρονο καπιταλιστικό περιβάλλον μας.

Ενα παραδειγμα που χρησιμοποιείται είναι η αγοραπωλησία ζωτικών οργάνων του ανθρώπινου σώματος. Η πρακτική αυτή, νομότυπα  ή παράνομα προμηθεύει τις ιδιωτικές κλινικές, το εκτεταμένο δίκτυο των οποίων έχει καταστεί βιομηχανία,  με "πρώτη ύλη" τα κομμμάτια από το ανθρώπινο σώμα. Η συγκομιδή και εμπορευματοποίηση αυτού ενόργανου "υλικού" σημαίνει ότι, με ωμή βία ή με έμμεσο εξαναγκασμό που ασκεί η επιβεβλημένη φτώχια της πλειονότητας των ανθρώπων  στο Νότιο  ημισφαίριο, αυτοί υφίστανται ληστεία ή υφαρπαγή κομματιών από το σώμα τους τα οποία πωλούνται φτηνά στους εύπορους ανθρώπους από το βόριο ημισφαίριο.

Θα συμπλήρωνα εδώ ότι αυτή η φρικώδης εκμετάλευση του νότου από τον βορά, που εκτίθεται στην εν λόγω μελέτη δεν λέει κάτι μόνο για τη φύση του ιμπεριαλισμού και την αντίθεση μεταξύ της ιμπεριαλιστικής έδρας (η οποία συνιστά μία κρατική κοινοπραξία πολυεθνικών μεγαπωλiων που κατακρεουργούν τη σάρκα της ανθρωπότητας) και των δορυφόρων κρατών-θυμάτων της που ελέγχονται από αυτήν, λέει και κάτι για τον ακραιφνή ταξικό χαρακτήρα αυτού του φρικτού βαμπιρισμού. Δεν ισχύει πια μόνο το μεταφορικό της έκφρασης "οι καπιταλιστές κλέβουν τον ιδρώτα των εργαζομένων", τώρα ισχύει η παρατήρηση ότι εχει τέτοια ένταση η εκμετάλλευση που ασκεί το κεφάλαιο που φτάνει στο σημείο, εκτός από το να αφανίζει ή να τα καταστρέφει με τη θηριωδία του συνεχούς πολέμου του στα πλάτη της γης, και κυριολεκτικά να ληστεύει τα ζωτικά όργανα απ' το σώμα των εργατών και να τα εμπορεύεται.

Να θυμηθούμε εδώ ότι αυτή η μακάβρια φρικωδία έχει σαν πρόγονό της μια πρακτική της αρπαγής των οστών του ανθρώπινου σώματος και την παρασκευή από αυτά λιπασμάτων αγροκαλιέργειας, για την οποία εξανίσταται ο μεγάλος επιστήμονας Liebig από τον οποίο, παρεμπιπτόντως, είχε διδαχτεί ο Μαρξ πριν την σύλληψη της πρωτοποριακής έννοιας του " Μεταβολικού Ρήγματος"
Παραθέτω από σχετικό άρθρο :http://fromredrock.blogspot.gr/search/label/Μεταβολικό%20Ρήγμα,]
'Πηγή λιπασμάτων αποτελούσαν και τα οστά ανθρώπων και ζώων τα οποία είχαν επίσης καταστεί αντικείμενο ληστρικής εκμετάλλευσης. Πρωταγωνιστές ήταν οι Άγγλοι αποικιοκράτες και καπιταλίστες. Φυσικά κάποιες χώρες κυριολεκτικά γδέρνονταν απο τα θρεπτικά συστατικά του εδάφους τους. Αυτό ώθησε τον Liebig  να δηλώσει ότι η Μεγάλη Βρετανία
"... Στερεί όλες τις χώρες από τις συνθήκες της γονιμότητας τους. Έχει σαρώσει τα πεδία των μαχών της Λειψίας, του Βατερλώ και της  Κριμαίας! Έχει καταναλώσει τα οστά πολλών γενεών συσσωρευμένα  στις κατακόμβες της Σικελίας! Και τώρα καταστρέφει κάθε χρόνο το φαγητό για μια μελλοντική γενιά από τριάμισι εκατομμύρια ανθρώπων. Όπως ένας βρικόλακας, που κρέμεται στο στήθος της Ευρώπης, και  του κόσμου ακόμα, ρουφά το αίμα της  ψυχής του, χωρίς καμία πραγματική ανάγκη ή μόνιμο όφελος για τον εαυτό του"'.
Όμως, η αποστροφή που προκαλούν αυτές οι συναλλαγές, οπως γραφει o McNally, δεν εκτείνεται ώστε να αφορά  " το πολύ ευρύτερο φάσμα της τερατώδους εμπειρίας που αρχίζει με την καθημερινή πώληση της ενέργειας του σώματος [και του πνεύματός μας], για ένα μισθό ο οποίος καθορίζει τη ζωή μας στην καπιταλιστική κοινωνία". Και βέβαια, αυτό ισχύει τόσο για τις κοινωνικές επιστήμες, όσο και την πολιτισμική κριτική θεωρία εν γένει. Διότι, πράγματι, σχεδόν πουθενά στη ζύμωση του λόγου πάνω στο θέμα της τετρατουργιας δεν θα βρούμε την κατονομασία του καπιταλισμού ως ένα τερατώδες σύστημα, που από φύσει απειλεί συστηματικά την ακεραιότητα της ανθρώπινης φύσης. Κάτι που παίζει κεντρικό ρόλο στην εν λόγω μελέτη όπου τα τέρατα της αγοράς από ένα  παράξενο, αλλοτινό και φαντασιακό "κάτω κόσμο", αυτα το οντα των οποίων η ανατροφή και η διατήρηση βασίζεται στην βρώση ανθρώπινου αίματος και σάρκας, εμφανίζονται ως σημάδια του καιρού μας που κουβαλούν πολλαπλές "φαντασιώσεις των κινδύνων για τη σωματική ακεραιότητα που ενυπάρχουν σε μια κοινωνία όπου η ατομική επιβίωση του ανθρώπου απαιτεί την πώληση της ζωτικης  ενέγειές του στον άνθρωπο της αγοράς". Δεν φαινεται ότι αυτα τα πολιτιστικά φαινόμενα ειναι ενδημικά στον καπιταλισμό, και μέρος της φαινομενολογίας της αστικής ζωής. Αλλά, επειδή η κυρίαρχη  φιλελεύθερη ιδεολογία αρνείται συνήθως την φρίκη στην  καθημερινότητα μας, οι ανησυχία ή το άγχος από τα τερατουργήματα της αγοράς που έχουν πάρει χαρακτήρα "φυσικότητας", τείνουν να βρουν καταφύγιο λόγου στη λαογραφία, τη λογοτεχνία, σε βίντεο και φιλμ, με συχνά μία α-πολιτική πλοκή, θα έλεγα. Μα μόλις στραφούμε προσεκτικότερα σε αυτά τα μέσα, συνειδητοποιούμε ότι τα τέρατα της αγοράς λειτουργούν σε κάθε πλευρά ενός σώματος σε κατάσταση πανικού και τρόμου, που ανήκει στον άνθρωπο που βιώνει το σύγχρονο αγοραίο δράμα είτε σαν δράστης είτε σαν θύμα.

Στην μία πλευρά ενός πεδίου μάχης, λοιπόν, έχουμε αυτά τα τερατώδη όντα με μορφή βρυκόλακα - οι κακοί και κυνικοί γιατροί, οι φαρμακευτικές εταιρείες,  οι ληστές ανθρωπίνων σωμάτων,  που φέρνουν την συγκομιδή  από ανθρώπινα κομμάτια στην αγορά. "Στο στρατόπεδο των θυμάτων, θα βρούμε αυτά τα παραμορφωμένα, ακρωτηριασμένα πλάσματα, που συχνά απεικονίζονται ως ζόμπι", τα οποία έχουν μετατραπεί σε απλούς κι ανεγκέφαλους φορείς υλικού απο σάρκα,  αίμα, μύες, κόκκαλα, μεδούλι και δέρμα.

Στο βιβλίο του, ο David ΜcNally μελετά μια πληθώρα απο εμφανίσεις των τεράτων που συχνά παίρνουν την μορφή του νεκροζώντανου, του παρά φύσει, αυτού που επιφανειακά δείχνει να είναι βυθισμένο σε μία εξωπραγματική φενάκη δεισιδαιμονίας, από ένα ευρύ λαογραφικό και πολιτιστικό εν γένει πεδίο, από τόπο σε τόπο.  Και διαχρονικά το βλέπει να εμφανίζεται από την αρχή της εξελιξης του καπιταλισμού και πιο πριν, έως τις μέρες μας: Από τον Σαίξπηρ στον Ντίκενς, από την Mary Shelley στον Ben Okri. Ξαναδιαβάζει το Κεφαλαιο του Καρλ Μαρξ, μεταξύ άλλων, ως ένα ένα αφήγημα τρόμου και μυστηρίου - στο οποίο  αναζητά και ξεσκεπάζει τα κρυφά τοπία στα οποία οι οργανισμοί (σώματα και ψυχές) τραυματίζονται και ακρωτηριάζονται από το κεφάλαιο. Σε όλες αυτές τις αναγνώσεις, δείχνει πώς και γιατί οι φόβοι για την ακεραιότητα των ανθρώπινων σωμάτων είναι τόσο πανταχού παρόντες στη σύγχρονη κοινωνία.

Σε ριζική διάσταση με μία μεταμοντέρνα οπτική, εκθέτει την ανεπάρκεια, σε πολιτιστικές μελέτες, όπου τα τέρατα θεωρούνται ως ενδεικτικά πρότυπα αυτών που δεν συμμορφώνονται, και ως εκ τούτου η διαφορετικότητά τους χαρακτηρίζεται ως  διαστροφή. Όλους εκείνους που έχουν περιθωριοποιηθεί από τη δεσπόζουσα πολιτισμική ζύμωση και στερούνται κοινωνικής ή ηθικής  αξίας, ακριβώς επειδή δεν συμμορφώνονται με τους συμβατικούς της κώδικες που αφορούν τη γλώσσα, τη σεξουαλικότητα ή το χρώμα του δέρματος, κτλ. Έτσι,  μια μεταμοντέρνα θεωρία τείνει να γιορτάζει τα τέρατα, βλέποντας τα να μη  δεσμεύονται απο το κυρίαρχο ιδεολογικο δίπολο που αφορά την ταυτοποίηση με το "φυσιολογικο" και κακανονιστικό και την δαιμονοποίηση της διαφοράς ή αντίθεσης προς αυτό.  Ωστόσο, αυτό απλώς συνιστά  κατάρρευση του τερατώδους σε ένα είδος μονοδιάστατης σκέψης, λέει ο ΜcNally. Αντί να βλέπουμε το χώρο της τερατουργίας ως τόπο αμφισβήτησης αυτού που στη πραγματικότητα είναι τερατώδες, αντί να αναγνωρίζεται ότι στην εικονογραφία του τέρατος και του νεκροζώντανου υπάρχει μία φόρτιση από αυτό που βρίσκεται στο φόντο της και πίσω από αυτό, και που είναι τερατώδες, το φαινόμενο γιορταζεται σαν έκφραση του πεδίου στο οποίο το "νορμαλ" απλά έρχεται σε αντίθεση με τις διαφορετικές αποχρώσεις της αμφισβήτησής του. Δηλαδή μειώνεται σε αντίθεση αξιών που δεν φτάνουν σε αμφισβήτηση αυτού του ίδιου του συστήματος.

Χωρίς να παραγνωρίζει τις διαφορές ταυτότητας (φυλετική, ή ταυτότητα σεξουαλικού προσανατολισμού, κ.α.) και τον βιωματικό ή υπαρξιακό φόρτο της, παρατηρεί πως με το να τιμάμε το τέρας ως ασυμβίβαστη έκφραση της διαφορετικότητας αδυνατούμε να διακρίνουμε τον ψυχοπαθή που τερατουργεί από το θύμα του.  Θα μπορούσε να προστεθεί εδω, πως το "κάτι ουσιώδες, που αναμφισβήτητα στερείται μια προσέγγιση που δεν μπορεί να διακρίνει στις διαφορετικές μορφές του το τερατούργημα", όπως σωστά  παρατηρεί οMcNally, είναι και ότι δεν μπορούν να κατανοήσουν ή παραβλέπουν τους τρόπους με τους οποίους οι  υποδεέστερες κοινωνικές ομάδες στην καπιταλιστική κοινωνία,  ως στερεότυπες εικόνες καθορίζονται ιδεολογικα απο καταπιεστικές δυνάμεις και ως αυτές που γεννούν το "αλλοτινό" και "αλλόκοτο" τέρας, και τοιουτοτρόπως οι ίδιες δυνάμεις μετατοπίζουν την αντίθεση από ένα τόπο που βρίσκεται στον κοινωνικό και οικονομικό πυρήνα του συστήματος, σαν αντίθεση, σ' ένα χώρο κουλτούρας όπου τείνει να εξομαλύνει την ανωμαλία του συστήματος αντί να το αντιμάχεται. Δηλαδή λειτουργεί επιδιωρθωτικά κι όχι ανατρεπτικά έναντι του συστήματος.

[Συνεχίζεται - (Σημειώσεις και βιβλιογραφία στο τελευταίο μέρος)]


✴✴✴✴✴


Image borrowed from here

Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

Τα σταφύλια του Ζεύξιδος και το Νεκροζώντανο [3]




[Προηγούμενα: μέρος 1, μέρος 2. Επόμενο: μέρος 4, μέρος 5]
***

Παρακάτω παραθέτω βασικές, κατά την κρίση μου, ιδέες από το βιβλίο του David McNally,  Monsters of the Market: Zombies, Vampires and Global Capitalism (Τερατα της Αγορας: Ζομπι, Βρυκόλακες και Παγκοσμιοποιημένος Καπιταλισμός) [1] το οποίο, παρεμπιπτόντως, στο σύνολό του συνιστά μία μελέτη βαθιάς και ευρείας σκοπιάς του φαινομένου που φωτίζει πτυχές του.

Καταρχήν, είναι προφανές ότι μία αποκλειστικά ψυχολογική και ειδικά μία αποκλειστικά ψυχαναλυτική ερμηνεία εμφανίζεται ως έντονα ανεπαρκής, αν όχι αυθαίρετη. Και είναι εν μέρει αυτό - η αίσθηση ανεπάρκειας -  που δίνει τόπο στη διαφωνία μου με την πεποίθηση του εν λόγω συγγραφέα ότι η ψυχανάλυση, σαν ερμηνευτικό παράδειγμα, μπορεί να αποτελέσει συστατικό στοιχείο μιας συνολικής, μαρξιστικής θα πρόσθετα, προσέγγισης του φαινομένου, συγκεκριμένα, όταν σαν τέτοια αυτή διδάσκει πως την ίδια ώρα που απωθούμε τα πράγματα που εκφράζουν την φρικτή και τερατώδη φύση του καπιταλισμού, "επιθυμούμε συνάμα και να τα γνωρίσουμε, και πραγματικά πρέπει να να τα γνωρίσουμε, αν είμαστε διατεθειμένοι ν' αλλάξουμε τους εαυτούς μας και τον κόσμο".

Η αλήθεια είναι ότι, αυτό που η ψυχανάλυση περιγράφει συχνά με σχολαστική λεπτομέρεια ως δυναμική εσωτερικών αντιθέσεων, ή διαπάλης στην ανθρώπινη ψυχή, είναι άρρηκτα συνυφασμένο με μία αιτιολογία η οποία είναι ακόμα  ανεπίδεκτη τεκμηρίωσης  με αδιαμφισβήτητο και  επιστημονικό τρόπο,  καταρχήν στον φυσικό της χώρο, ήτοι  στον χώρο της ψυχοθεραπείας.[2] Μετά, ακόμα κι αν δεχτούμε πως το μοντέλο που πρότεινε ο Freud όντως περιγράφει ακριβώς την δυναμική του ψυχικού κόσμου, από πουθενά δεν προκύπτει ότι η αποκάλυψη αυτού που κρύβεται στο ασυνείδητο, η γνώση του, ή η ερμηνεία του επαρκούν για ν' αλλάξει το άτομο τον εαυτό του [3]. Κάτι άλλο πολύ βασικό  χρειάζεται.

Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για την γνώση ή κατανόηση των κοινωνικών και πολιτιστικών φαινομένων. Από μόνες τους δεν επαρκούν, αν και είναι αναγκαίες, για την "αλλαγή του κόσμου"... Ωστόσο, θα συμφωνούσα με τη θέση ότι μία ερμηνευτική προσέγγιση ενός πολιτιστικού φαινομένου απαιτεί πληροφόρηση και συχνά έννοιες από πολλαπλές περιοχές συστηματοποιημένης γνώσης. Εν προκειμένω, το Ψυχαναλυτικό Παράδειγμα εμπεριέχει έννοιες και όρους που θα μπορούσαν να εμπλουτίζουν την γλώσσα με την οποία ερμηνεύεται και την κατανόηση του φαινομένου, συμβάλλοντας στην ερμηνευτική του πληρότητα ή πειστικότητα.

Ο McNally ισχυρίζεται πως  η ψυχανάλυση (σε ριζοσπαστική εκδοχή της) μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα για να ερμηνευτούν  τα τραύματα που συνοδεύουν την εμπορευματοποίηση της καθημερινής ζωής και πως η κριτική θεωρία θα πρέπει να είναι σε θέση να αναπτύξει μια διαλεκτική οπτική, τέτοια που να συνιστά  τρόπους για να εμφανιστεί το αόρατο. Διότι τα βασικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού, όπως ο Μαρξ μας υπενθύμισε συχνά, δεν είναι άμεσα ορατά.Τα αποτελέσματα παραγωγικών διαδικασιών του συστήματος μπορεί να είναι απτά, ορατά και μετρήσιμα μεν, όπως και τα πράγματα και τα πρόσωπα - εμπορεύματα στην αγορά ("εργοστάσια γεμάτα μηχανήματα, εργάτες που στραγγίζονται  στο σκλαβοπάζαρο, ουρές ανθρώπων που αναζητούν εργασία ή ψωμί"), αλλά άφαντες κι αφηρημένες παραμένουν οι σχέσεις παραγωγής, όπως και μυστήριος ο τρόπος με τον οποίο οι σχέσεις αυτές αλληλεπιδρούν με τις δυνάμεις παραγωγής. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η κριτική θεωρία καλείται να δει και να αποκαλύψει το αόρατο, χαρτογραφώντας το.

Αν αυτή η αλληλεπίδραση, θα πρόσθετα εδώ,  μεταξύ σχέσεων και δυνάμεων παραγωγής παραμείνει αόρατη, τότε η μετατροπή της ανθρώπινης ενέργειας σε  πράγματα, αποξενωμένα από τον ίδιο τον ανθρώπινο παράγοντα με την μορφή εμπορεύματος, αποκτά μία απρόσβλητη κανονικότητα την οποία το κεφάλαιο μετατρέπει σε ψευδαίσθηση φυσικότητας -  δηλαδή  αυτό που επιβάλλεται σαν κανόνας,  η σαν κοινωνική συνθήκη, καλλιεργείται ιδεολογικά ως απόρροια της φύσης. Στην επιφάνεια, στη μορφή του καπιταλισμού, εμφανίζεται μεν η ανισότητα μεταξύ ανθρώπων ως απόρροια της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, αλλά χωρίς επίγνωση της βαθύτερης ουσίας, η κατανόηση της οποίας μπορεί να οδηγήσει σε ανατρεπτική δράση των υποκειμένων της εκμετάλλευσης. Τότε η συνθήκη ζωής του εκμεταλλευόμενου αποδίδεται στην κακή φύση των ανθρώπων, που δεν αλλάζει, ενώ η κοινωνική, ταξική αντίθεση παίρνει τον μεταφυσικό χαρακτήρα μιας αντίθεσης μεταξύ του,"καλού" και του "κακού". Κάτι που στην τέχνη μπορεί να αντανακλάται, κάπως αφελώς, σαν διαπάλη μεταξύ του φυσικού και του  παρά φύσει, μεταξύ του τέρατος και του " κατ' εικόνα και ομοίωση του θεού", τελικά μεταξύ του φαντασιακού νεκροζώντανου και του πραγματικού ζωντανού.

Ο McNally λεει ότι οι αόρατες δυνάμεις - οι δυνάμεις της αγοράς - είναι ταυτόχρονα φανταστικά πραγματικές: Αγοραίες δυνάμεις συνιστούν τρομακτικές  πτυχές ενός παράξενου και απίστευτου κόσμου που παρουσιάζεται ως φυσιολογικός, φυσικός, κι αμετάβλητος. Για το λόγο αυτό, φανταστικές τεχνοτροπίες και είδη, είτε είναι λογοτεχνικά ή λαογραφικά, μπορεί περιστασιακά να φέρουν ένα κριτικό φόρτισμα, συνιστώντας ένα γκροτέσκο ρεαλισμό που "μιμείται τον παραλογισμό της καπιταλιστικής νεωτερικότητας" και μπορεί να λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά,  εκθέτοντας τη φύση του συστήματος. Το φαινόμενο γίνεται αισθητό καθώς η παγκόσμια επέλαση ανεξέλεγκτων  αγοραίων δυνάμεων εντείνει τις ανησυχίες σχετικά με την ακεραιότητα του έμβιου σώματος και δημιουργεί τρομακτικές εικόνες μαγικής συσσώρευσης δύναμης και πλούτου, και σκοτερινων δυνάμεων που εκμεταλλεύονται μια ζόμπι-εργασία.

Πως όμως; Τις μυθικές εικόνες ως συμβολικές των φρικτών πτυχών του καπιταλισμού, η κριτική θεωρία θα έπρεπε να διαβάσει με το τον τρόπο που η ψυχανάλυση ερμηνεύει τα όνειρα - ως κατ 'ανάγκην κωδικοποιημένες μορφές της φρικωδίας του συστήματος, διατείνεται ο συγγραφέας. Η δε  ανατρεπτική γνώση, που απορρέει από την αποκωδικοποίησή των, υπόσχεται ριζικές ιδέες και μετασχηματιστική ενέργεια. Με εξόρυξη από μια λαϊκή εικονογραφία  όπου το φανταστικό κατοικείται από Βρυκόλακες και ζόμπι και κακόβουλες εταιρείες που απαγάγουν και τεμαχίζουν ανθρώπους, η κριτική θεωρία (κατά τον McNally) θα πρέπει να κατασκευάσει σοκαριστικές τακτικές που μας επιτρέπουν να δούμε  το τερατώδες στην τέχνη ως εξάρθρωση υλικού από  την καρδιά της εμπορευματικής συνθήκης...

Καλό ακούγεται, αλλά το πώς τεχνικά και πρακτικά θα μπορούσε αυτό να γίνει, μου φαίνεται δύσκολο να φανταστώ. Άλλωστε, η ερμηνεία των ονείρων με ψυχαναλυτικά εργαλεία, στην καλύτερη περίπτωση παραμένει τέχνη, χωρίς ποτέ να έχει προβιβαστεί σε επιστήμη. Ωστόσο, και πάντα με την προϋπόθεση ότι στέκει σαν τέχνη, όπως και στην ψυχανάλυση μία τέτοιου είδους ερμηνεία μπορεί να έχει πρακτική και αισθητική χρησιμότητα. Το αν αυτό μπορει να αναχθεί σε επιστήμη ιστορικο-υλιστικών απαιτήσεων παραμένει, κατά την κρίση μου, ένα ερώτημα.
✴✴✴✴✴✴✴✴✴

1] Monsters of the Market: Zombies, Vampires and Global Capitalism (Historical Materialism Books (Haymarket Books)) by David McNally
[Σε pdf: 4da003546437bc6b78fc9b3c6f626a15fdcc932e, ]July, 2012

2, 3] Έρευνες που συγκρίνουν την αποτελεσματικότητα της ψυχοδυναμικής θεραπευτικής προσέγγισης (η οποία κατά βάση πληροφορείται από την θεωρία του Frued) σε σχέση με άλλα μοντέλα με ριζικά διαφορετική επιστημολογία, όπως αυτο της Γνωστικής - Συμπεριφορικής Ψυχοθεραπείας και της Ανθρωπιστικής προσέγγισης του Carl Rogers, δεν δείχνουν σημαντικές διαφορές σε κλινικά αποτελέσματα. Και πλέον θεωρείται σίγουρο και είναι κοινά αποδεκτό ότι αυτό που θεραπεύει δεν είναι η επιστημολογία, η θεωρία ή ακόμα κι οι τεχνικές, αλλά η ιδιαίτερη σχέση του ψυχοθεραπευτή με τον πελάτη.

✴✴✴
Image borrowed from here
(Συνεχίζεται)

Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Τα σταφύλια του Ζεύξιδος και το νεκροζώντανο


Πηγή φωτό
Το κείμενο αυτό ξεκίνησε σαν σχόλιο σε μία φωτογραφία που απεικονίζει τα πρόσωπα ενός ζευγαριού μεταμφιεσμένων στην πρόσφατη αποκριάτικη  πορεία, Zombie Walk Athens. Εκείνη φορά φακούς επαφής που της δίνουν ματιά φρίκης, ενώ αυτός φορά μια μάσκα  "προσώπου σε αποσύνθεση", που αφήνει να φανεί στα γυμνά μάτια του ένα βλέμμα μακάβριας απειλής.  Ποζάρουν για ένα "selfie [plus]" κοιτώντας την κάμερα του "smartphone" που κρατά εκείνη. Βρήκα εντυπωσιακή αυτή την εικόνα, σαν σημάδι των καιρών μας.

Το ζόμπι, που έρχεται να προστεθεί στο αρχέτυπο του βρυκόλακα, εκφράζει μίαν επίμονη και διαρκή γοητεία με το "νεκρό", μία νεκροφιλία που υποβόσκει στην λαϊκή κουλτούρα της εποχής μας.  Το "νεκροζώντανο" είναι το  χαρακτηριστικό που το ζόμπι έχει από κοινού με τον βρυκόλακα. Υποπτεύομαι πως  η δύναμη και "μακροζωία" αυτών των νεκροζώντανων αρχέτυπων, οφείλεται σε μίαν αρρωστημένη αίσθηση θνησιγένειας και κανιβαλισμού που δημιουργεί το καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο παραδόξως μακροζωεί καταδικάζοντας εκ προοιμίου σε θάνατο αυτό που κυοφορεί, καταστρέφοντάς το ή κανιβαλίζοντάς το για να το ανακυκλώσει, ως αναγκαία συνθήκη του μεταβολισμού που τον κρατά ζωντανό.

Σε μια συζήτηση γύρω απ' τη γοητεία που ασκεί το 'νεκρό' στην κουλτούρα μας δεν μπορεί να παραβλεφθεί η Νεκρά Φύση, στις εικαστικές τέχνες. Πολύ πριν καθιερωθεί με το όρον αυτό σαν εικαστική κατηγορία στην ευρωπαϊκή  κουλτούρα, η Νεκρά Φύση εμφανίζεται αρχικά σε τοιχογραφίες της αρχαιότητας. Το σύνηθες περιεχόμενο της  ειναι τα Ξένια, τα δώρα  που επιφύλασσαν οι οικοδεσπότες για τους μουσαφίρηδές τους. Τα αντικείμενα, που αναπαρίσταντο ως φύση σε ακινησία, ήταν αυτά που θα έβρισκε ο ξένος στο τραπέζι όπου θα γευμάτιζε με το σπιτονοικοκύρη, σε μία ατμόσφαιρα φιλίας. Τα κεράσματα για τους ξένους επισκέπτες, που ο οικοδεσπότης κατά την παράδοση θα έπρεπε να φιλεύει, απεικονιζόμενα ως νεκρά φύση  συμβόλιζαν  διασκέδαση και απόλαυση, υπονοούσαν υπόσχεση φιλίας, ακόμα και έρωτα - ήταν τεκμήρια της Χαράς της Ζωής.

Η αναπαράσταση των  αντικειμένων της Νεκράς Φύσης έπρεπε να πλησιάζει την πραγματικότητα με τρόπο που  να μην την παραμορφώνει ή να την διαστρέφει. Έτσι ο εικονισμός έφτανε την τεχνική κι αισθητική  του τελειότητα όταν το εικονικό ήταν τόσο πειστικό ώστε θεατής να αδυνατεί να το ξεχωρίσει από το πραγματικό. Κατά τον  Πλίνιο,  ο Ζεύξις είχε απεικονίσει την ακίνητη φύση  με τέτοια τελειότητα σε μια αριστουργηματική εικόνα του ώστε να προσελκύσει πουλιά  που προσπάθησαν να φάνε τα απεικονιζόμενα σταφύλια, τσιμπώντας τον πίνακα.

Την περίοδο του μοντερνισμού,  σε εικόνες του 20ου αιώνα κυρίως, με την άνοδο και επικράτηση της αφαίρεσης, ή άλλως με την υποχώρηση της παραστατικότητας στις εικαστικές τέχνες,  η νεκρά φύση απομακρύνεται από την ακριβή αναπαράσταση της φύσης, της οποίας τα αντικείμενά συχνά εμφανίζονται σαν παραμορφωμένα και η προοπτική τους  (η οποία επιβάλει μιαν ορθολογική τήρηση των αναλογιών τους) εγκαταλείπεται. Μα και τότε δεν εξαλείφονται οι αναφορές και  οι συμβολισμοί ηδονιστικού χαρακτήρα. Ο Ματίς είχε πει πως η αλήθεια δεν βρίσκεται στην ακρίβεια. O ίδιος, όμως, είχε πει πως ονειρεύεται "μία τέχνη απαλλαγμένη από καταθλιπτικό περιεχόμενο - μία ηρεμιστική και γαληνευτική επήρεια στο νου, κάπως σαν μία αναπαυτικη πολυθρόνα που παρέχει ανακούφιση από φυσική κόπωση".  O κορυφαίος σκοπός δεν είναι πλέον η όσο-γίνεται-πιο-πιστή απόδοση του αντικείμενου που αναπαρίσταται. Παραδόξως, η σύνθεση της Νεκράς  Φύσης αποκτά ένα καινούριο ρεαλισμό: το έργο τέχνης παύοντας να "προσποιείται" πως ταυτίζεται με τη φύση (εφόσον δεν την απεικονίζει ακριβώς ακόμα κι όταν την διατηρεί ως ζωτικό  σημείο αναφοράς), καθίσταται αντικείμενο καθαυτό, δηλαδή αποκτά έναν αυτοπροσδιορισμό καθώς απαλλάσσεται από την υποχρέωση να αναφέρεται κατ' ανάγκη σε μία πραγματικότητα πέραν από αυτήν του εαυτού του[1]. Ο ρεαλισμός του, λοιπόν,  έγκειται στο γεγονός ότι το αντικείμενο, ως εικαστικό έργο τέχνης, δεν αφήνει περιθώριο να ταυτιστεί στη ματιά του θεατή με άλλη, αλλότρια φύση, πέραν της δικής του. Το ίδιο το έργο, "θανατώνοντας", ας πούμε, την αναπαράσταση, αποκτά μία πρόσθετη ειλικρίνεια, και γίνεται νεκρή φύση, είτε το θέμα του εμπίπτει στη κατηγορία "Νεκρά Φύση" είτε όχι.

Έτσι, το έργο τέχνης αποκτά πραγματισμό μέσω της αφαίρεσης με δύο εναλλακτικούς τρόπους:  Αφενός, με μερική ή πλήρη ενσωμάτωση στο σύστημα μέσα στο οποίο παράγεται και διανέμεται - διότι στο βαθμό που απορρίπτει αναφορά σε μία πραγματικότητα πέραν του εαυτού του, "πραγματικο-ποιείται", δηλαδή το έργο δηλώνει πως δεν είναι άλλο από πράγμα, και αφ' εαυτού καθίσταται το ίδιο το αντικείμενο επιθυμίας και απόλαυσης (και κατά συνέπεια, αντικείμενο κτήσης και ανταλλαγής), κι όχι σαν όχημα εικονικής μεταφοράς αντικειμένων επιθυμίας από μία διάσταση έξω από το πλαίσιο του. Αφετέρου, σε περιόδους κοινωνικών αλλαγών,  το έργο τέχνης δύναται, με κατάργηση κάθε έννοιας αναπαράστασης,  να απορρίψει την ψευδαίσθηση ότι είναι παράθυρο στην   πραγματικότητα που μπορεί να προϋπάρχει πέραν του πλαισίου του και, ως εκ τούτου να αυτοπροσδιοριστεί σαν μοντέλο ή σαν πρόταση δόμησης ενός μελλοντικού περιβάλλοντος (όπως συνέβη με το παράδειγμα του  κονστρουκτιβισμού της επαναστατημένης Ρωσίας [2]). Απορρίπτοντας την ψευδαίσθηση της εικόνας που παραπλανά προσπαθώντας να πείσει πως είναι πραγματικότητα, η μοντέρνα Νεκρά Φύση, αποκτά δυνατότερη σχέση με την αλήθεια των πραγμάτων.

Σε αντίθετη κατεύθυνση, και με βαθύτερες ρίζες σε παραδόσεις ανορθολογισμού και δεισιδαιμονίας, ταυτόχρονα με την άνοδο και επέκταση της  βιομηχανικής επανάστασης και καθόλη τη διάρκεια εξέλιξης του καπιταλισμού  ως τις μέρες μας, μεταξύ της Νεκράς Φύσης και της αναπαράστασης της  ζωντανής (εξημερωμένης ή άγριας) φύσης, εμφανίζεται ως αισθητική κατηγορία  το ”νεκροζώντανο" στην τέχνη. Την ίδια περίοδο ο "βρυκόλακας" μορφοποιείται σε αρχέτυπο έχοντας διανύσει μακρά πορεία  σε μια φολκλόρ παράδοση που ριζώνει έως και στην αρχαιότητα. Ο βρυκόλακας (The Vampyre) του John Polidori εκδίδεται το 1819, και θα περάσουν σχεδόν 80 χρόνια ως την εμφάνιση του Δράκουλα του Bram Stoker, το 1897, με πάμπολλες αναφορές σ' αυτόν τον εφιαλτικό τύπο που ηδονίζεται και τρέφεται σαν φρικτό παράσιτο πίνοντας τη ζωτικότητα του θύματος του, ρουφώντας  το αίμα του και, στην πράξη αυτή, αφαιρώντας του τη ζωή. Η εκδοση του Δρακουλα συμπίπτει με την ανοδο του μοντερνισμού, οπότε ο βρυκόλακας, σε ποικίλες  εκδοχές η παραλλαγές, μεταφέρεται στη λογοτεχνία, το θέατρο και το σινεμά και γενικά ο Βαμπιρισμός εμπεδώνεται σαν έκφραση δεισιδαιμονίας στη σύγχρονη κουλτούρα.

Βέβαια, το " νεκροζώντανο" δεν εμφανίζεται αναφορικά μόνο με το "υπερφυσικό" που καλύπτει δεισιδαιμονία, αλλά και με το "επιστημονικό - τεχνολογικό". Το τέρας του Φρανκενστάιν της Mary Shelley, 1818, υποτίθεται, είναι γέννημα της επιστήμης. Μα και σ' αυτή την περίπτωση, εκφράζει ένα έντονο ρομαντικό φόβο, πάλι εχθρικό προς τον επιστημονικό ορθολογισμό, έναν έντονο φόβο που προκαλείται από την χρήση της επιστήμης και της τεχνολογίας σε μία μηχανική που όχι απλά σχεδιάζει μα διαμορφώνει τη ζωή μας με τρόπο ανεξέλεγκτο.

Είναι αξιοπρόσεκτο ότι σπάνια στην εικαστική κατηγορία "νεκρά φύση" τονίζεται ο θάνατος και οι συνέπειες του στο σώμα των νεκρομένων αντικειμένων πόθου. Πράγματι, τα νεκρά, κομμένα λουλούδια σε βάζα ή ανθοδέσμες υπονοούν ευχάριστο άρωμα, τα φρούτα στο τραπέζι υπονοούν γευστική απόλαυση, συμβολίζουν ηδονή - δεν εκφράζουν φόβο θανάτου. Η "νεκρότητα" αφορά την ακινησία των αντικειμένων που κείνται εκεί σαγηνευτικά για να μας προσφέρουν ηδονή στην ανάλωση τους πριν αρχίσουν να αποσυντίθενται, κι όσο διατηρούνται φρέσκα. Αντίθετα,  στο νεκροζώντανο αρχέτυπο του βρυκόλακα, καθώς  το "νεκρό" αναιρείται από το "ζωντανό" η γαλήνια ακινησία των νεκρών πραγμάτων που συνιστούν  αντικείμενα επιθυμίας, αντικαθίσταται με την μακάβρια κίνηση του ανθρώπου που επιστρέφει από τον κόσμο των νεκρών όχι απλά για να μας στοιχειώνει μα και για να μας πίνει το αίμα. Αντί για την χαρά της ζωής, αντί για τον υπονοούμενο έρωτα με τη ζωή (που παραμένει αντίθετος με τον θάνατο στη νεκρά φύση), στο νεκροζώντανο έχουμε μιαν  αρρωστημένη μίξη του έρωτα με τον θάνατο.

Μέσω ποικίλων μορφών αφήγησης του τρόμου, διανύθηκε ένα διάστημα δύο αιώνων στη διάρκεια των οποίων το νεκροζώντανο στοιχειώνει μέρος της λαϊκής κουλτούρας,  για να  φτάσουμε στις μέρες μας στην εμμονή με το zombi που, παρότι έχει ηλικία αρκετών δεκαετιών, εμφανίζετε με ιδιαίτερη ένταση στο έμπα του 21ου αιώνα. Τι άραγε να σημαίνει αυτό τώρα;

***
Σημειώσεις

1. Η ιδέα της παραστατικής τέχνης (ρεαλισμος, νατουραλισμός) ως ψευδαίσθηση της πραγματικότητας εκφράστηκε, μεταξυ άλλων απο τον  Clement Greenberg, έναν από τους κυριότερους θεωρητικούς του φορμαλισμού στις εικαστικές τέχνες του περασμένου αιώνα, ο οποίος είχε πει: "η ρεαλιστική, νατουραλιστική τέχνη, είχε αποσυναρμολογήσει το μέσο, χρησιμοποιώντας την τέχνη για να καλύψει την τεχνη", στο δοκίμιο του  Modernist Painting. Αλλά ο ίδιος πρέσβευε πως  η απομάκρυνση από την παραστατικότητα στην τέχνη ηταν  κίνηση προς αγνότητα. Δηλαδή, . πως το έργο τέχνης έπαυε να "μολύνεται" από έννοιες πέραν αυτών που αφορούσαν το ίδιο, καθαυτό, σαν ατόφια οργάνωση του χρώματος στην επίπεδη επιφάνειά του - "the thing in itself" (το πράγμα στον εαυτό του).

2. Προγενέστερη του Greenberg και πιο ριζοσπαστική είναι η ιδέα (περί "επιπεδότητας" και ρεαλισμού), μεταξύ άλλων, του Nikolai Tarabukin, ο οποίος, σε σχέση με την απομάκρυνση της εικαστικής τέχνης από την επίπεδη παραστατικότητα, και προς το ανάγλυφο, ή την συναρμολόγηση ετερογενών υλικών στον χώρο (όπως π.χ στην κονστρουκτιβιστική τέχνη των  Rodchenko και Τatlin), είχε πει πως "έκτοτε το κίνητρο δεν ήταν η αντιγραφή της πραγματικότητας (όπως ήταν για τους νατουραλιστές) αλλά, αντιθέτως, η αντιληπτή αντικειμενότητα έπαψε να είναι το ερέθισμα για την δημιουργική τέχνη. [...] Γι αυτό, η κίνηση του ζωγράφου από το πλάνο του καμβά στην τρισδιάστατη συναρμολόγηση (contre-relief) ήταν εντελώς λογικά βασισμένη στην έρευνα για ρεαλιστικές μορφές στην τέχνη".
[Συνεχίζεται]

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

''ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΦΟΡΑ...ΑΡΙΣΤΕΡΑ'' !



Απόσπασμα από τον πρόλογο στο νέο βιβλίο του Νίκου Μπογιόπουλου ''ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΦΟΡΑ...ΑΡΙΣΤΕΡΑ'' !

Πολύ πριν τις εκλογές της 20ης Σεπτέμβρη 2015 στην Ελλάδα, με τα γνωστά τους αποτελέσματα, ο Μαρξ στον πρόλογο του έργου του «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», έγραφε:
«...η πάλη των τάξεων στη Γαλλία δημιούργησε τέτοιες συνθήκες και τέτοια κατάσταση που έδωσαν τη δυνατότητα σ" ένα μέτριο και γελοίο πρόσωπο να παίξει το ρόλο του ήρωα »,
Προφανώς ο Μαρξ με την αναφορά του στα «μέτρια» και «γελοία» πρόσωπα που υποδύονται τους «ήρωες », εννοούσε όλους τους «Λουδοβίκους», όλων των εποχών, σε όλα τα γεωγραφικά μήκη και πολιτικά πλάτη, μηδέ των «αριστερών» εξαιρουμένων...

Όσο για τον Λένιν, θα παραμένει πάντα σαφής για όσους θέλουν να καταλάβουν και πάντα «ενοχλητικός» για όσους αντιπαραθέτουν μάταια τις διάτρητες βεβαιότητές τους στην πανταχού παρούσα «αλογόμυγα» της διαλεκτικής του:
«Θα ήταν λάθος – έγραφε – να νομίζει κανείς πως οι επαναστατικές τάξεις έχουν πάντα αρκετή δύναμη για να πραγματοποιήσουν την επανάσταση, όταν αυτή η επανάσταση έχει ωριμάσει πέρα για πέρα λόγω των συνθηκών της κοινωνικό-οικονομικής εξέλιξης. Όχι, η ανθρώπινη κοινωνία δεν είναι συγκροτημένη τόσο έλλογα και τόσο ''βολικά'' για τα πρωτοπόρα στοιχεία. Η επανάσταση μπορεί να ωριμάσει, ενώ οι δυνάμεις των επαναστατών δημιουργών αυτής της επανάστασης μπορεί να φανούν ανεπαρκείς για την πραγματοποίησή της – τότε η κοινωνία σαπίζει και αυτό το σάπισμα παρατείνεται κάποτε ολόκληρες δεκαετίες».
Ήδη στην πατρίδα μας τα σημάδια του ελλοχεύοντος κινδύνου να μετατραπεί η κρίση σε παρατεταμένο σάπισμα είναι φανερά.

Φανερές, όμως, είναι και οι δυνατότητες η Ιστορία να τραβήξει τον άλλο δρόμο».



Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Ρομπότ σε Άνοδο (3)



[Προηγούμενα: μέρος 1, μέρος 2]

Πριν δοθεί μια απάντηση στο πως μπορεί να εμποδιστεί μια καταστροφική, στις παρούσες συνθήκες, εξέλιξη της τεχνολογίας, το πλέον ενδιαφέρον ερώτημα είναι αν πρέπει, αν είναι αναγκαία η αναχαίτιση αυτή. Η απάντηση είναι εμφατικά όχι, με την προϋπόθεση οτι κάτι πρέπει ν' αλλάξει, κι αυτό δεν είναι η εξελικτική δυνατότητα της τεχνολογίας αλλά οι συνθήκες μέσα στις οποίες αυτή πραγματώνεται.

Γιατί, δεν είναι άραγε η αυτοματοποίηση μια διαδικασία η οποία υπόσχεται, και πράγματι θα μπορούσε κάτω απο άλλες συνθήκες, να απελευθερώσει τον άνθρωπο απο την καταναγκαστική και αλλοτριωμένη εργασία; Δεν είναι το μέσο που θα μπορούσε να κάνει δυνατή την μετατροπή της στενά οικονομικής παραγωγικότητας σε δημιουργικότητα; Δεν είναι το όχημα που θα μας μεταφέρει απο το κάτεργο στο πανεπιστήμιο; Απο την δουλεία στην τέχνη και τον πολιτισμό,  απο το ανιαρό επάγγελμα στο λειτούργημα; Απο την εργασία σαν μέσο στην εργασία σαν σκοπό; Δεν είναι εντέλει εκείνη η διαδικασία που θα μπορούσε να απελευθερώσει χρόνο εργασίας ανοίγοντας τον ορίζοντα της ελευθερίας σε βάρος της αναγκαιότητας;

Γιατί λοιπόν αυτός ο παραλογισμός της ανόδου του ρομπότ στην σφαίρα παραγωγής κι η κατάληψη της από αυτό, κι έξω απ' αυτήν την σφαίρα, οι ατέλειωτες στρατιές εξαθλιωμένων, παροπλισμένων, αναλώσιμων ανθρώπων;

Το ν' απαντήσεις "διότι απλώς έτσι λειτουργεί αυτό το σύστημα", αφήνει περιθώριο να σκεφτούμε οτι το σύστημα θα μπορούσε να λειτουργήσει αλλιώς - φτάνει ν' αποκτούσαν οι καπιταλιστές κοινωνική και ανθρωπιστική συνείδηση. Είναι σαν να λέμε πως,  κι αν δεν θέλουν οι ίδιοι και ατομικά ο καθένας απο αυτούς να την αποκτήσουν, μπορεί η πολιτική βούληση να τους εξαναγκάσει να συμπεριφερθούν ωσάν να είχαν τέτοια συνείδηση. Αυτό όμως είναι αυταπάτη. Η αυτοματοποίηση προχωρά, παράλληλα με την εξωφρενική συσσώρευση κεφαλαίου. Και αντί να μειώνονται οι ώρες εργασίας αυξάνονται, ενώ επίσης αυξάνονται οι εφεδρικοί στρατοί ανθρώπων αποκλεισμένων απο την παραγωγή.

Δεν είναι δυνατόν να συμβεί κάτι ριζικά διαφορετικό στο πλαίσιο σχέσεων παραγωγής που παραμένουν οι ίδιες. Το πρόβλημα είναι εγγενές του καπιταλισμού και προέρχεται απο την αναπόφευκτη τάση του κεφαλαίου συνεχώς να επιδιώκει αύξηση της υπεραξίας (του απλήρωτου χρόνου εργασίας τον οποίο ιδιοποιείται ο καπιταλιστής εις βάρος του εργάτη και ο οποίος ενσωματώνεται στο κεφάλαιο αυξάνοντας το). Και να ήθελε ο καπιταλιστής να λειτουργήσει κατ' εξαίρεση του κανόνα δεν θα μπορούσε διότι μια τέτοια εξαίρεση, εξαιτίας του ανταγωνισμού, θα τον οδηγούσε σε πτώχευση.

Ας βασιστούμε λίγο παραπάνω στον Μαρξ, ο οποίος λέει:
"Η καπιταλιστική παραγωγή δεν είναι απλά η παραγωγή εμπορευμάτων, είναι ουσιαστικά η παραγωγή υπεραξίας. Ο εργάτης παράγει, όχι για τον εαυτό του, αλλά για το κεφάλαιο. Έτσι, δεν είναι επαρκές πλέον οτι απλά πρέπει να παράγει. Πρέπει να παράγει υπεραξία. Παραγωγικός είναι μονάχα ο εργάτης που παράγει υπεραξία για τον καπιταλιστή, και μ' αυτό τον τρόπο δουλεύει για την αυτοεπέκταση του κεφαλαίου." [marxists.org/archive,[Karl Marx. Capital Volume One,  Part V, Chapter Sixteen:]


 Ο Μαρξ, για να αναλύσει την σχέση υπεραξίας και παραγωγικότητας (που επηρεάζεται απο αλλαγές στον κεφαλαιουχικό εξοπλισμό από τον οποίο εξαρτάται εν μέρει ο όγκος της παραγωγής) διακρίνει την υπεραξία σε απόλυτη και σε σχετική υπεραξία.

Η σχετική υπεραξία μπορεί να εμφανιστεί αυξανόμενη ή μειονόμενη σε συνάρτηση με αλλαγές κυρίως στον εξοπλισμό της παραγωγής (κι άλλοι παράγοντες μπορεί να υπεισέρχονται) που εμφανίζονται σε τόπο και χρόνο.

"Η παραγωγή της απόλυτης υπεραξίας περιστρέφεται αποκλειστικά πάνω απο την διάρκεια της εργάσιμης μέρας. Η παραγωγή της σχετικής υπεραξίας επαναστατικοποιεί εξ ολοκλήρου τις τεχνικές διαδικασίες της εργασίας, και την σύνθεση της κοινωνίας" είπε ο Μαρξ.

Η άνοδος του ρομπότ, συνεπώς, είναι χαρακτηριστικό αυτής της επαναστατικοποίησης των τεχνικών διαδικασιών της παραγωγής, με τρόπο που η προοδευτική μείωση του ειδικού βάρους της εργασίας τώρα να απειλεί σοβαρά τον παράγοντα άνθρωπο, επιβάλλοντας βίαια μιαν αφόρητη και μη-βιώσιμη σύνθεση της κοινωνίας.

Σε μια επιγραμματική απόκριση στο δημοσίευμα για την κίνηση της Toyota να αντικαταστήσει ρομπότ απο ανθρώπους τέθηκε σε φιλικό ιστολόγιο το μάλλον ρητορικό ερώτημα: "Παράγουν υπεραξία οι μηχανές;" Αμέσως μετά απαντήθηκε λακωνικά, με την παρατήρηση οτι "Εκτός από τον Μαρξ αρνητικά απαντούν, στην πράξη, και οι καθ' ύλην αρμόδιοι ...καπιταλιστές".

Το ερώτημα αυτό είναι τόσο αυταπάντητο, οσο και το αν "μπορεί να υπάρξει ηλιοφάνεια χωρίς ήλιο". Απ την άλλη, αν στον καπιταλισμό δεν υπάρχει υπεραξία χωρίς εργάτη (που καταβάλει ενέργεια - εργατική δύναμη - για κάποιες ώρες της εργάσιμης  μέρας του για τις οποίες δεν πληρώνεται) άλλο τόσο, στην καπιταλιστικη παραγωγη, δεν υπάρχει υπεραξία χωρίς το κεφάλαιο στα χέρια του καπιταλιστή, το οποίο μπαίνει σε κίνηση μόνο  χρησιμοποιώντας εργατική ενέργεια, και είναι αυτή η σχέση, η κατοχή του κεφαλαίου απο τον ιδιώτη, που του δίνει την δυνατότητα να κλέψει την υπεραξία. Αυτό, καθαυτό, όμως δεν μας λέει και πολλά για τον μηχανισμό ενσωματωμένο στον συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής ο οποίος ωθεί προς αυτοματοποίηση.  Και βέβαια ο Μάρξ καταβάλει προσπάθεια πολλών σελίδων για να εξηγήσει, να αποκαλύψει ότι πίσω απο την τάση του καπιταλιστή να μειώνει το ειδικό βάρος της εργασίας σε σχέση με το κεφάλαιο που δραστηριοποιείται στην παραγωγή κρύβεται η επιδίωξη του να πετύχει μεγαλύτερη ιδιοποίηση  υπεραξίας. Όπως επίσης καταβάλει προσπάθεια να αποδείξει γιατί αυτή η διαδικασία είναι αναπόφευκτη.

Σε πολύ γενικές γραμμές η οικονομική μονάδα που με νέα τεχνολογία πραγματοποιεί ανάπτυξη της παραγωγικότητας, αποκτά ένα προβάδισμα που της επιτρέπει να πουλά τα προϊόντα της φτηνότερα απο τους ανταγωνιστές της, ή να τα πουλά με την ίδια αγοραία τιμή αποκομίζοντας μεγαλύτερα κέρδη. Το προβάδισμα της όμως μηδενίζεται όταν οι ανταγωνιστές της κάνουν το ίδιο. Έτσι, ο κύκλος αρχίζει απο την αρχή και συνεχίζεται επ' αορίστου, με αποτέλεσμα την αέναη ανάπτυξη της τεχνολογίας που μπαίνει στην υπηρεσία της παραγωγής.

Επιστρέφοντας τώρα στο αναπάντητο ερώτημα που τέθηκε παραπάνω, αν υπάρχει φραγμός σε τούτη τη διαδικασία, και με βάση τα προλεχθέντα, δεν θα βιαζόμουν να συμπεράνω οτι οι καπιταλιστές με μια κίνηση (ή και άλλες τέτοιες που ενδεχομένως θα κάνουν) κόντρα στο ρεύμα της αυτοματοποίησης δείχνουν να αποκτούν σύνεση και, εξ αιτίας αυτού, αναγνωρίζεται ή επιβεβαιώνεται πρακτικά, επιτέλους, ο κοινωνικός ρόλος του προλεταριάτου.

Ούτε η οποιαδήποτε σύνεση μεμονωμένων καπιταλιστών ούτε, όπως είπα πριν, οι όποιες ρομαντικές νουθεσίες, μπορούν να αναχαιτίσουν μια τάση  που έχει την γενεσιουργό αιτία της βαθιά ριζωμένη στην ίδια την δομή του τρόπου παραγωγής.

Υπάρχει φραγμός όμως σε τούτη την τάση και εντοπίζεται, σαν αντίφαση, πάλι μέσα στην καπιταλιστική  παραγωγική τροπικότητα.

Σε αλλο φιλικό ιστολόγιο, μια τυπικά σαρδόνια απόκριση σε ένα άρθρο του Γ. Βαρουφάκη αρχίζει με το εξής εδάφιο απο το κείμενο του:
"Όταν οι μπουλντόζες και οι υδραυλικοί-ρομπότ, που αυτήν τη στιγμή χτίζουν το νέο εργοστάσιο της Apple εδώ κοντά, αρχίσουν να μαθαίνουν η μία από την άλλη, το ένα από το άλλο, και αρχίζουν να συνεργάζονται στο πλαίσιο ενός διαδικτύου των ρομπότ, θα καταργηθούν ακόμα και οι λιγοστές θέσεις ανθρώπινης εργασίας που σήμερα διαχειρίζονται τη λειτουργία των ρομπότ αυτών. Αν οι ορδές διαδικτυωμένων μηχανικών σκλάβων ανήκαν σε όλους μας, αν δηλαδή υπήρχε κοινοκτημοσύνη επί των ρομπότ και όλοι μας γευόμασταν τα αγαθά που παράγουν, τότε κανένα πρόβλημα. Τι γίνεται, όμως, στην περίπτωση που οι μηχανικοί σκλάβοι, το κεφάλαιο του μέλλοντος, ανήκουν (όπως και το περισσότερο σημερινό κεφάλαιο) στους πολύ λίγους, ενώ οι πιο πολλοί άνθρωποι ούτε έχουν πρόσβαση στα παραγόμενα αγαθά ούτε και ευκαιρία να προσφέρουν την εργασία τους για έναν (ανθρώπινο) μισθό;"

Στην συνέχεια, έξυπνα, παρατίθεται ένα χωρίο απο άρθρο του Γ. Πολυμερίδη, το οποίο εξηγεί συνοπτικά σε τι συνίσταται η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους στην καπιταλιστική παραγωγή.
"[...] Οι καπιταλιστές, ανεβάζοντας την τεχνική, επιδιώκουν να βγάλουν όσο το δυνατόν περισσότερα κέρδη, το αποτέλεσμα, όμως, αυτών των προσπαθειών τους είναι κάτι που κανένας δεν το θέλει - η μείωση του ποσοστού του κέρδους.
«Το μέσο - απεριόριστη ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας - γράφει ο Κ. Μαρξ - έρχεται σε διαρκή σύγκρουση με τον περιορισμένο σκοπό της αξιοποίησης του υπάρχοντος κεφαλαίου»".

Και πράγματι, εδω βρίσκεται η καρδιά του ζητήματος.

Όπως λεει ο Μαρξ:
"Εξάλλου, μια και το ποσοστό της αξιοποίησης του συνολικού κεφαλαίου, το ποσοστό του κέρδους, αποτελεί το κίνητρο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής (ακριβώς όπως η αξιοποίηση του κεφαλαίου αποτελεί το μοναδικό της σκοπό), η πτώση του ποσοστού του κέρδους επιβραδύνει το σχηματισμό καινούργιων αυτοτελών κεφαλαίων και εμφανίζεται έτσι απειλητική για την ανάπτυξη του κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής, προάγει την υπερπαραγωγή, την κερδοσκοπία, τις κρίσεις, την εμφάνιση περίσσιου κεφαλαίου, παράλληλα με τον περίσσιο πληθυσμό". [...]

Αναφερόμενος σε προγενέστερούς του αστούς οικονομολόγους, που θεωρούσαν  "ότι αυτός ο τρόπος παραγωγής δημιουργεί φραγμό στον ίδιο τον εαυτό του" παρακάτω παρατήρησε πως,
"Το κύριο, όμως, που τους κάνει να τρομάζουν μπρος στο μειωνόμενο ποσοστό του κέρδους, είναι η διαίσθηση ότι ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σκοντάφτει σ' έναν φραγμό, που δεν έχει καμιά σχέση με την παραγωγή του πλούτου σαν τέτοιου. Και αυτός ο ιδιόμορφος φραγμός μαρτυράει τον περιορισμένο στο χρόνο και τον ιστορικό, παροδικό μόνο χαρακτήρα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Μαρτυράει ότι δεν αποτελεί απόλυτο τρόπο παραγωγής για την παραγωγή του πλούτου, ότι μάλλον σε μια ορισμένη βαθμίδα έρχεται σε σύγκρουση με την παραπέρα ανάπτυξή του" [Το Κεφάλαιο» τρίτος τόμος, σελ. 306 - πηγη εδαφίου αρθρο στον ριζοσπάστη]
✴✴✴