Σάββατο, 2 Ιουνίου 2012

Υπέρβαση του Νεοφιλελευθερισμού? Ξανασκεφτείτε το!


A Spanish plan to recapitalise Bankia, the troubled lender, by indirectly tapping the European Central Bank for cash, was bluntly rejected as unacceptable by the ECB, European officials said.
Financial Times (http://www.ft.com/intl/cms/s/0/7730ca10-a9b4-11e1-9772-00144feabdc0.html#axzz1wcJuBJph)

Η πρόσφατη άρνηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) να λειτουργήσει ναυαγοσωστικά προς την Bankia, , με τον τρόπο που πρότεινε η Ισπανική κυβέρνηση, αναδεικνύει το ζήτημα της δυνατότητας αλλαγής της Ευρωπαϊκής πολιτική και του κυρίαρχου σ’ αυτήν δόγματος του Νεοφιλελευθερισμού. Το θέμα αυτό θα μας απασχολήσει ξανά και ξανά, με δοσμένη την αποπροσανατολιστική φλυαρία περί «νέου άνεμου» στην Ευρώπη, περιρρέουσας σ’ όλο τον χώρο της κεντροαριστεράς με ερείσματα και στον κεντροδεξιό χώρο. 




Θυμήθηκα ένα άρθρο που είχε αναρτηθεί στο Αριστερό Βήμα λίγους μήνες πριν, που πέρασε απαρατήρητο και σχεδόν ασχολίαστο. Αναδημοσιεύεται εδώ. Παρ’ ότι αναφέρεται σε κάποια ονόματα που στην αρχή προσδίδουν μια γεύση επικαιρότητας, πιστεύω  πως το κείμενο διατηρεί διαχρονικά την κεντρική θέση του. 

*************************************


 
Περί Υπέρβασης του Νεοφιλελευθερισμού
Είναι αξιοπρόσεκτο ότι τον τελευταίο καιρό όλο και περισσότερο ακούγονται φωνές στην ΕΕ, που αναγνωρίζουν ότι η κρίση έχει πάρει συστημικό χαρακτήρα και ζητούν ένα είδος παρεμβατισμού άγνωστο για την ΕΕ μέχρι τώρα. Από την ιστοσελίδα του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ 18/11/2011 παραθέτω ένα ενδιαφέρον σημείο της δήλωσης Ρ. Δούρου: «Εδώ και μήνες ο ΣΥΡΙΖΑ καθώς και το κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ) υποστηρίζουν ότι στο πλαίσιο μιας συστημικής απάντησης στην κρίση, στην οποία η Ελλάδα έχει αναδειχθεί στο πειραματόζωο των συνταγών της σκληρής λιτότητας και της στέρησης της εθνικής κυριαρχίας, σημαντική διέξοδο θα αποτελούσε η αλλαγή του ρόλου και της αποστολής της ΕΚΤ.1
Κριτικάροντας την δήλωση και τις θέσεις του Συνασπισμού ο Ριζοσπάστης (19/11/2011) γράφει:
«Ας απαντήσει ο λαός τι είδους αριστερά είναι αυτή που οι προτάσεις της είναι ταυτόχρονα και προτάσεις του Σαρκοζί, της καπιταλιστικής Γαλλίας που μάχεται για τη διάσωση των μονοπωλίων της.». 2
Ας δεχτούμε ότι το πρώτο ζήτημα σε σχέση με τα παραπάνω δεν είναι τόσο εάν οι προτάσεις της αριστερής εκδοχής που ονομάζεται ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, ΚΕΑ, ή οτιδήποτε άλλο,  «είναι ταυτόχρονα και προτάσεις του Σαρκοζί» αλλά αν στην υλοποίηση τους αυτές θα επέφεραν κάποια ανακούφιση από τα δεινά της σημερινής κρίσης και σε ποιούς. Η δυνατότητα των κρατών-μελών της ΕΕ να δανείζονται ακόμα και με μηδενικά επιτόκια από την ΕΚΤ δεν θα σήμαινε αναγκαστικά και αυτόματα την ανακούφιση της εργασίας. Με δοσμένο τον συσχετισμό δυνάμεων, και την θεσμοθέτηση που αφορά εργασιακές σχέσεις στην ΕΕ,  κάλλιστα τα οφέλη μιας τέτοιας δυνατότητας θα απορροφηθούν από το κεφάλαιο χωρίς κάποιο όφελος, έστω και μακροπρόθεσμα, για την εργασία. Το κύριο βέβαια είναι να δούμε εάν αυτή η λύση είναι πραγματοποιήσιμη. Για να το δούμε αυτό πρέπει να πάμε πίσω από τις διάφορες εκφράσεις των αντιθέσεων μέσα στην ΕΕ οι οποίες συνιστούν την επιφάνεια και να μπούμε στην ουσία του προβλήματος.

Μια τέτοια λύση δεν είναι εφικτή, διότι αυτή θα σήμανε την εγκατάλειψη του δόγματος του νεοφιλελευθερισμού, το oποίο στην πράξη διαμορφώνεται σε κυρίαρχες πολιτικές επιλογές. Σε πολύ γενικές γραμμές, η εμμονή στον νεοφιλελευθερισμό έχει σαν υπόβαθρο της το γεγονός ότι το χρηματιστικό κεφάλαιο δεν μπορεί να αναπτυχτεί, σέρνοντας σαν τροχοπέδη του την συσσώρευση του, η οποία συσσώρευση εμποδίζει την ανάπτυξη της ζήτησης στην αγορά, παρά μόνο με χρηματιστικά παιγνίδια που στις μέρες μας έχουν πάρει το χαρακτήρα ανελέητων κερδοσκοπικών επιθέσεων κατά των κρατών τα οποία διαμορφώνει το ίδιο σε αδύνατους κρίκους του συστήματος. Η αδυναμία ανάπτυξης της συνολικής ζήτησης που να αγκαλιάζει και την πραγματική οικονομία αποζημιώνεται με τεχνητά παιγνίδια που ξεκινούν από αξιολογήσεις των κρατών που μπαίνουν στο στόχαστρο του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου  οι οποίες τελικά φουσκώνουν την ζήτηση χρηματιστικών κεφαλαίων και, μέσω τεχνητά ανεβασμένων επιτοκίων, οδηγούν προς υπερχρέωση των κρατών και την εξαθλίωση των λαών τους. Έχοντας εξαντλήσει όλα τα περιθώρια ανάπτυξης του με δημιουργία και πλασάρισμα στην αγορά νέων χρηματιστικών «προϊόντων», και τώρα που τα περισσότερα «καζίνα» του δεν αποδίδουν, το χρηματιστικό κεφάλαιο για να υλοποιήσει την επίθεσή του κατά των κρατών αξιοποιεί το καινούριο προσχηματικό «φρούτο» – τις δημοσιονομικές δυσλειτουργίες, κρατικά χρέη και ελλείμματα έχοντας ήδη υπαγορεύσει πολιτική στην αντιμετώπισή τους.

Φαίνεται  εξωφρενικά οξύμωρο, το βλέπουν κι οι πολιτικοί υπηρέτες του, ότι με αρνητικές αξιολογήσεις της ικανότητας ενός κράτους να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις έναντι των χρεωστών του, το χρηματιστικό κεφάλαιο επιβάλει όρους δανεισμού που επιδεινώνουν αυτές ακριβώς τις «αξιολογημένες» δυσκολίες με επιπρόσθετο χρέος. Δηλαδή όσο πιο αδύνατο να ξεπληρώσει το χρέος φαίνεται  ένα κράτος που μετατρέπεται σε λεία του τόσο μεγαλύτερο τόκο επιβαρύνεται, αποκτώντας ακόμη μεγαλύτερο χρέος και ακόμα λιγότερη δυνατότητα να το ξεπληρώσει. Δεν τους νοιάζει, φυσικά – εφόσον το χρηματιστικό κεφάλαιο μέσα από το φαύλο κύκλο κερδοσκοπεί.

Ένα  ερώτημα είναι τώρα, αλλάξει ή δεν αλλάξει ο ρόλος της ΕΚΤ, γιατί σε μια χώρα-μέλος της ΕΕ όπως η δική μας να μην τονιστεί η ζήτηση στην αγορά με ένα άλλο μείγμα διαχείρισης. Η απάντηση είναι ότι αυτό δεν είναι δυνατόν χωρίς να αλλάξει η σημερινή τάξη πραγμάτων, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να αλλάξει και η σημερινή δομή του κράτους κι όχι απλά μια ριζική αλλαγή της οικονομικής πολιτικής του. Η Ελλάδα σήμερα αποτελεί υπόδειγμα χώρας της οποίας ένα εξωφρενικά μεγάλο μέρος των κρατικών εσόδων διοχετεύεται για πληρωμή τόκων και χρεολυσίων και συνεπώς βρίσκεται σε πλήρη παράλυση σ’ ότι αφορά άσκηση οικονομικής πολιτικής. Για να κάνει τέτοιου είδους οικονομική πολιτική πρέπει, ως δια μαγείας, να εξαφανιστεί το χρέος της ή να αρνηθεί να το πληρώσει, ερχόμενη τότε σε αντίφαση με το ίδιο το κράτος της που δεσμεύτηκε να δανειστεί με όρους που υπαγορεύουν οικονομική πολιτική. Αλλαγή πολιτικής σημαίνει αθέτηση των όρων δανεισμού, πράγμα που θα την φέρει σε αντίθεση με τους χρεώστες της, με την ΕΕ και, κατ’ επέκταση, με ολόκληρο το πολιτικό-οικονομικό στερέωμα σε διεθνή κλίμακα.

Οι κευνσιανού τύπου συνταγές καθρέπτιζαν την οικονομική δομή του καπιταλιστικού συστήματος και ένα στάδιο ανάπτυξης του που έχει παρέλθει. Ήταν εφαρμόσιμες (παρότι ποτέ και πουθενά δεν έγινε δυνατόν να εφαρμοστεί μια αμιγώς κευνσιανη οικονομική πολιτική) την περίοδο του κρατικού μονοπωλιακού καπιταλισμού όταν ένα μέρος της υπεραξίας από την κοινωνικοποιημένη εργασία κατέληγε στα κρατικά ταμεία δίνοντας (θεωρητικά) μεγαλύτερη ευχέρεια επιλογής οικονομικής πολιτικής που να ενίσχυε την ζήτηση με κρατική πρωτοβουλία. Αν μη τι άλλο, την περίοδο εκείνη, η μονοπώληση ενός κλάδου της οικονομίας μιας χώρας εθεωρείτο ανασταλτική για την λειτουργία της αγοράς και των οικονομικών μονάδων της – υπονόμευε τον ανταγωνισμό. Αυτό επιτρεπόταν μόνο στο κράτος το oποίο λειτουργούσε αντισταθμιστικά και ουδέτερα μεταξύ των ιδιωτικών οικονομικών μονάδων. Η ανάπτυξη των μονοπωλιακών ομίλων άλλαξε την ισορροπία πραγμάτων στην αγορά σε διεθνή κλίμακα. Το ξεπέρασμα του κρατικού μονοπωλιακού καπιταλισμού εκφράζει ακριβώς αυτήν την ανάπτυξη των μονοπωλίων και του ρόλου που παίζουν σήμερα σε διεθνή κλίμακα. Η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου επέφερε  στην δίνη της την διάλυση του κρατικού τομέα και την αρπαγή των κρατικών μονοπωλίων από τα ίδια τα μονοπώλια των οποίων την δύναμη ο κρατικός τομέας ως ένα βαθμό περιόριζε. Η στέρηση της ευχέρειας των κρατών να ασκήσουν οικονομική πολιτική έχει πλέον δομικό χαρακτήρα, ανταποκρίνεται στην νέα τάξη πραγμάτων όπου το διεθνές μονοπωλιακό κεφάλαιο, διαπλεκόμενο με το κεφάλαιο στις επιμέρους χώρες, αποτελεί αδιάρρηκτο πλέγμα στην παγκόσμια οικονομία, ένα πλέγμα το όποιο επιβάλει πολιτική. Ας δούμε, για παράδειγμα, πόσο γρήγορα η απόφαση της κυβέρνησης των ΗΠΑ να επέμβει στηρίζοντας το χρηματοπιστωτικό σύστημα, σχεδόν ταυτόχρονα με το έναυσμα της κατάρρευσης του το 2007, μεταδόθηκε ραγδαία, σαν επιδημία, στον υπόλοιπο κόσμο.

Αυτό που παρατηρούμε είναι το φαινόμενο του σύγχρονου καπιταλιστικού κράτους να αφιερώνει τον κύριο όγκο των εσόδων του στην στήριξη του κεφαλαίου, είτε με σκοπό να το διατηρήσει ενεργό στη παραγωγή είτε με σκοπό να το παροτρύνει να επενδύσει. Σ’ αυτό, και μόνο σ’ αυτό, περιορίζεται ο παρεμβατισμός του. Κι αυτό δεν είναι τυχαίο. Παρά την κολοσσιαία ανάπτυξη των μονοπωλίων, παρά την τεράστια συγκεντροποίηση κεφαλαίων στα αποθεματικά τους, παρόλο που τα κέρδη κυμαίνονται σε εξωφρενικά ύψη, δεν μπορούν να αποφύγουν την πτωτική τάση του κέρδους σε σχέση με την αντίστοιχη επένδυση. Εάν σε κρίση δεν κινδυνεύει να καταρρεύσει, οπότε απαιτεί άμεση ενίσχυση από τα κρατικά ταμεία, σε μη κρισιακές συνθήκες η επιβολή της ενίσχυσης των επενδύσεων, των φοροελαφρύνσεων σαν πρακτική αντανακλά το γεγονός ότι το κεφάλαιο αδυνατεί ή αρνείται να επενδύσει χωρίς ενίσχυση από το κράτος εάν τα περιθώρια κερδοφορίας που αναλογούν στην επένδυση έχουν μειωθεί.

Στην κλασσική οικονομική θεωρία οι οικονομικές μονάδες είναι τα κύτταρα της οικονομίας σαν οργανισμού, ενώ η ελεύθερη αγορά, είναι το περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσονται. Το «αόρατο χέρι» της αγοράς, σε συνθήκες ανταγωνισμού, ρυθμίζει την λειτουργία της οικονομίας, υποτίθεται. Στην σημερινή πραγματικότητα το «αόρατο χέρι» της αγοράς έχει απροσχημάτιστα αντικατασταθεί από τα πλοκάμια των μονοπωλίων, ενώ ο ανταγωνισμός έχει μεταφερθεί στο επίπεδο των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Με δοσμένο ότι τα πολυεθνικά μονοπώλια δεσπόζουν στην παγκόσμια παραγωγή και ελέγχουν την διεθνή αγορά, το μοντέρνο  κράτος και τα διευθυντικά επιτελεία των μονοπωλίων σχετίζονται σαν συγκοινωνούντα δοχεία στην χάραξη της μιας κοινής στρατηγικής τα βασικά γνωρίσματα της οποίας παίρνουν οικουμενικό χαρακτήρα. Για τους κυβερνόντες του κράτους, οι οποίοι κτίζουν καριέρες υφαίνοντας το πέπλο διαπλοκής κράτους-μονοπωλίων, θεωρείται οικονομικά αναγκαίο και συνεπώς πολιτικά σωστό  με παρέμβαση του κράτους να ενισχύεται άμεσα το μονοπώλιο αντί να ενισχύεται η αγορά της οποίας την λειτουργία το μονοπώλιο έχει ήδη διαστρέψει.  

Ένα  ερώτημα είναι τώρα, γιατί να μην θέλουν ή να μην μπορούν να αντιδράσουν σε αυτόν τον απόλυτα ορθολογικό παραλογισμό που έχει επιβληθεί σε διεθνή κλίμακα κάποιοι εκπρόσωποι του τμήματος του  κεφαλαίου που έχει πάρει το στίγμα του χαμένου σε αυτό το μακελειό.  Το αίνιγμα λύνεται αν δούμε την κρίση ως υπερσυσσώρευση κεφαλαίου το οποίο για να επαναλειτουργήσει στην αγορά αναγκαστικά θα έχει ένα τίμημα: την καταστροφή ενός μέρους του. Οι κάτοχοι του ισχυρότερου τμήματος του κεφαλαίου, που σήμερα είναι το χρηματιστικό κεφάλαιο, σ’ αυτή την ιστορική φάση, το καθιστούν ενεργό σε μια οργανωμένη και συστηματική επίθεση, με όλα χαρακτηριστικά πολέμου, όπως ανέφερα, κατά κρατών που θεωρούν αδύνατα. Αυτό τον πόλεμο το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο μπορεί να διεξάγει έχοντας προηγουμένως εξασφαλίσει συμμάχους και μέσα στις ίδιες χώρες στις οποίες επιτίθεται. Κάποια λάφυρα μοιράζονται και σ’ αυτούς. Η επιβίωση του ισχυρότερου σημαίνει ότι η οικονομικά δυνατότερη ελίτ, η οποία έχει την εξουσία και την πολιτική εκπροσώπηση, κατά κανόνα δεν χάνει ούτε και στις χώρες που καθίστανται θύματα αυτής της επίθεσης. Παντού, αυτοί που χάνουν και χάνονται είναι οι ασθενέστεροι, που δεν εκπροσωπούνται στις κυβερνήσεις, οι οποίες λειτουργούν σαν πρακτορεία του μεγάλου κεφαλαίου. Ο υπερκρατικός μηχανισμός της ΕΕ δεν αποτελεί εξαίρεση. 

Απ’ την άλλη, είναι κοινά αποδεκτό σε κερδισμένους και χαμένους καπιταλιστές ότι αναπόφευκτα ο πόλεμος αυτός προκαλεί απαξίωση και καταστροφή κεφαλαίων. Παράλληλα όμως, κερδισμένοι και χαμένοι καπιταλιστές αποζημιώνονται με εξαθλίωση της εργασίας η οποία παίρνει και τον χαρακτήρα μιας οξύτατα δυσμενούς θεσμικής αναδιάρθρωσης των όρων με τους οποίους καθορίζεται η τιμή της στην αγορά. Παρεμπιπτόντως, βλέπουμε κι εδώ ότι η αγορά εργασίας θεσμοθετείται με τον πλέον ολοκληρωτικό τρόπο, ενώ το «αόρατο χέρι» της έχει ακρωτηριαστεί από τα μονοπώλια μέσω εκπροσώπησης τους στον πολιτικό αλλά και στον συνδικαλιστικό χώρο. Επιπρόσθετα, για την αστική τάξη, έχοντας ήδη αποδεχτεί τους κανόνες του παιχνιδιού το οποίο η ίδια έπαιξε και παίζει, και εφόσον σύσσωμη αναπτύχτηκε σε «καλύτερους καιρούς» μέσα  στο φυτώριο του νεοφιλελευθερισμού, το γεγονός ότι τμήμα της τώρα θίγεται είναι στωικά αποδεκτό. Αν πας στο καζίνο εθελοντικά να παίξεις, τότε αποδέχεσαι ότι μπορεί να κερδίσεις η και να χάσεις. Δεν εναντιώνεσαι στο καζίνο αν χάσεις. Δεν είναι παράδοξο λοιπόν ότι δεν υπάρχουν εκπρόσωποι του κεφαλαίου που απειλείται και προορίζεται για καταστροφή οι οποίοι να προβάλουν αντίσταση. Οι προτάσεις Σαρκοζί, όπως άλλωστε και οι πρόσφατες εξελίξεις έδειξαν,   δεν αποτέλεσαν πρόκληση στον νεοφιλελευθερισμό  ούτε εκδήλωσαν τάση αλλαγής της στρατηγικής του κεφαλαίου, αλλά απλά μια προσπάθεια περιορισμού της ζημιάς που προκαλεί αυτή η τάξη πραγμάτων και στην ελίτ της δικής του χώρας του την οποία ελίτ ο ίδιος εκπροσωπεί. Είναι λοιπόν μάταιο ο οποιοσδήποτε συνασπισμός, με ή χωρίς  ‘Σ’ κεφαλαίο, να περιμένει από την αστική τάξη και τους εκπροσώπους της να κάνει κάτι που είναι εκτός ιδεολογίας και πρακτικής. 

Β)
Την Κυριακή 20 Νοέμβρη 2011 σ’ ένα άρθρο του Μ. Παπαδόπουλου διαβάζουμε: ‘«Στην πραγματικότητα οι πολιτικές ηγεσίες της ΕΕ γνωρίζουν ότι η διόγκωση του δημόσιου χρέους αποτελεί μια εκδήλωση των συνεπειών της ανισόμετρης ανάπτυξης και του ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών - μελών της ΕΕ, που οξύνθηκε στη φάση της κρίσης».3

Είναι σωστό ότι ένα αίτιο της διόγκωσης του χρέους εντοπίζεται στην ανισόμετρη ανάπτυξη  και τον ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών - μελών της ΕΕ. Στην ανάλυση της κατάστασης αυτής να μην μας διαφεύγει όμως ότι η κύρια αιτία της κρίσης βρίσκεται στο γεγονός ότι η καπιταλιστική οικονομία των ΗΠΑ και συνολικά των  αναπτυγμένων χωρών παραπαίει ουσιαστικά σε σχετική στασιμότητα από την δεκαετία του 70, (4) με φθίνοντες ρυθμούς ανάπτυξης. Παρά την εμφάνιση νέων προϊόντων στην αγορά, η συσσώρευση κεφαλαίων και η καθήλωση ή και μείωση συνολικά της ζήτησης που προκάλεσε στις αναπτυγμένες χώρες, οδήγησε το μεγάλο κεφάλαιο στην αναζήτηση φτηνότερης εργασίας, στρέφοντας επενδύσεις, πέρα από τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις, προς τις περιφέρειες του πλανήτη. Η τάση αυτή, ενώ ήταν εκδηλωμένη από τα πρώτα στάδια ανάπτυξης του καπιταλισμού, πήρε πρωτοφανή ένταση στις τελευταίες τρείς περίπου δεκαετίες, έτσι που μπορούμε να την βλέπουμε σαν καινούριο εξελεγκτικό στάδιο του συστήματος. Η ειδοποιός διαφορά του είναι ότι η τάση αυτή, η όξυνση της ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης,  εκδηλώθηκε ταυτόχρονα με το σπάσιμο των ορίων και την αποδιάρθρωση της οικονομικής λειτουργίας των κρατών, πτυχή της οποίας  είναι και η οικουμενική τάση ιδιωτικοποίησης. Η τάση αυτή σήμανε το τέλος του λεγόμενου κρατικού-μονοπωλιακού καπιταλισμού και την αρχή του παγκοσμιοποιημένου μονοπωλιακού καπιταλισμού.

Η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση, ήτοι η μετακόμιση μέρους του παραγωγικού δυναμικού από μητρόπολη σε περιφέρεια και,  σαν αποτέλεσμα, η προσφορά προϊόντων παραγμένων με χαμηλότερο εργασιακό κόστος, δεν σήμανε απλά υψηλότερα κέρδη για τις πολυεθνικές. Σήμανε επίσης μείωση της ζήτησης εργασίας στην μητρόπολη πράγμα που λειτούργησε σαν καταλύτης της διεθνοποίηση μιας δριμείας επιδείνωσης των συνθηκών που αφορούν την εργασία, που καταλήγει εμφανέστερα τώρα σε πτωτική τάση του κόστους της στην μητρόπολη χωρίς αντίστροφη  ανοδική τάση του κόστους της στην περιφέρεια. Σαν αποτέλεσμα, η υπερσυσσώρευση κεφαλαίων συνεχίστηκε, ενώ το πρόβλημα σχετικής στασιμότητας των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών παρέμεινε. 
Συνολικά, η απορρόφηση προϊόντων μπόρεσε να σταθεί για ένα διάστημα με εκτενή δανεισμό  σε κράτη αλλά και σε νοικοκυριά, ο οποίος με την σειρά του ώθησε την ανάπτυξη χρηματοπιστωτικών αγορών. Η ίδιες συνθήκες που ενέτειναν την έξοδο του κεφαλαίου προς την περιφέρεια ώθησαν και την ένταση του φαινόμενου της λεγόμενης χρηματιστικοποιησης της συσσώρευσης (5) συνάμα με τη δημιουργία νέων αγορών και  με ολοένα και πιο «εξωτικά» χρηματοπιστωτικά-ασφαλιστικά προϊόντα σε μια φρενήρη κερδοσκοπία. Το μεγάλο μονοπωλιακό κεφάλαιο, το όποιο συνίσταται από μια εκτεταμένη συνύφανση του χρηματοπιστωτικού εποικοδομήματος με αυτό της λεγόμενης «πραγματικής οικονομίας» στην βάση του και το δεύτερο δεν λειτουργεί αντιθετικά με το πρώτο, στράφηκε αναγκαστικά προς χρηματιστικά παιχνίδια κερδοσκοπώντας από φούσκες τις οποίες το ίδιο δημιουργεί και σκάει. Αυτό μέχρι ένα όριο μπορεί να κρατηθεί. Η τελευταία μεγάλη φούσκα έσκασε to 2007, δίνοντας το έναυσμα μιας κρίσης την οποία το σύστημα ήδη εγκυμονούσε. Παρά την στήριξη των τραπεζών με κολοσσιαία κεφάλαια από κρατικά ταμεία η κρίση δεν αποφεύχθηκε και η παρούσα  αδυναμία ξεπεράσματος της δείχνει ότι οι αιτίες πρέπει να αναζητηθούν βαθύτερα. Δεν ξεπερνιέται με ενέσεις ρευστότητας αν δεν προσβληθεί η αιτία της – το συσσωρευμένο κεφάλαιο. Απλουστεύσεις που εστιάζουν σε λάθη οικονομικής διαχείρισης δεν διαφέρουν από αφελή δημοσιογραφικά σχόλια περί «καζινο-καπιταλισμού», αδηφάγων και ανήθικων κερδοσκόπων και πάει λέγοντας. Η χρηματοπιστωτική κατάρρευση, ως εμφανής αρχική μορφή της κρίσης, ήταν αποτέλεσμα και όχι αιτία της κρίσης. Η αιτία ήταν η σταδιακή συγκεντροποίηση και υπερσυσσώρευση κεφαλαίου που έφτασε στον ουδό της πέραν του όποιου η συμπεριφορά του συστήματος κατέστη κρισιακή. 

Γίνεται προφανές στις δοσμένες συνθήκες ότι κάτι άλλο έπρεπε να βρεθεί για να συνεχιστεί το παιχνίδι. Η κερδοσκοπία λοιπόν άνοιξε ένα νέο πεδίο δράσης, και στράφηκε προς τα κράτη. Αυτά είναι τώρα οι αγελάδες που θα αρμέξει μέχρι να γίνουν τόσο ισχνές ώστε να μη μπορούν να στέκονται στα πόδια τους και μεχρις ότου τραβήξει αίμα. Να προστεθεί εδώ ότι το αίμα που ήδη έχει αδίστακτα χυθεί και χύνεται σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους, παρά τα διεθνές πλιάτσικο πλούτο-παραγωγικών πηγών και παρά το γεγονός ότι προσφέρει και μια διέξοδο στην ανάλωση συσσωρευμένων κεφαλαιουχικών «αγαθών», δεν αποσόβησε την παρούσα κρίση. Το πώς μπορεί να εξελιχτεί αυτή η τάξη πραγμάτων παραπέρα είναι ένα εναγώνιο ερώτημα.   

Άρα ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι μια επιλογή κάποιων κακών και άπληστων καπιταλιστών και κάποιων ανεγκέφαλων διαχειριστών τους που, όπως παρατηρούν και αυτοί που δεν θέλουν να δουν στην σημερινή καπιταλιστική κρίση μια παθογένεια   εγγενή του διαμορφωμένου συστήματος, λειτουργεί υπονομευτικά και για τον ίδιο τον καπιταλισμό οξύνοντας τις αντιφάσεις και αντιθέσεις του. Είναι ενδημικό στοιχείο του συστήματος στην σύγχρονη φάση της παγκοσμιοποίησης του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Το σενάριο εγκατάλειψης του νέο-φιλελευθερισμού, είτε αυτό πάρει κευνσιανα χαρακτηριστικά είτε όχι, στο πλαίσιο του καπιταλισμού δεν οδηγεί παρά σε μια άλλη πλοκή κρατικού παρεμβατισμού, πράγμα που στο σύγχρονο στάδιο ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης φαίνεται ανέφικτο. Όχι μόνο διότι το μεγάλο κεφάλαιο θεωρεί μια τέτοια εκδοχή υποχώρηση, όχι μόνο διότι σύσσωμοι τραπεζίτες και οι καπετάνιοι της βιομηχανίας θα έβρισκαν μια τέτοια εκδοχή να εκβάλλει μια ανυπόφορη για αυτούς «μυρωδιά» ενός ξεπερασμένου σοσιαλίζοντα κρατισμού, αλλά, κυρίως, διότι: η χρηματιστικοποίηση του συσσωρευμένου κεφαλαίου απαιτεί συνθήκες διεθνούς ελευθερίας κίνησης και επίσης διότι ήδη το καπιταλιστικό σύστημα διεθνώς έχει πλέον δομηθεί σε συνθήκες οικονομικής απονεύρωσης των κρατών. Το δεύτερο, σαν ειρωνεία, είναι αυτό που οραματίστηκε ο Μαρξ (απονεύρωση του κράτους) αλλά γυρισμένο ανάποδα, πουγκέφαλα. Αυτό ακριβώς, η μετατροπή των κρατών σε καταναγκαστικούς φορο-συλλέκτες και χρηματοδότες του κεφαλαίου, που βέβαια μόνο με ενίσχυση της κατασταλτικής, καταπιεστικής, τρομοκρατικής φύσης του μπορεί να σταθεί, χωρίς καμία άλλη οικονομική λειτουργία, είναι το κύριο συστημικό του χαρακτηριστικό. Επόμενα, δεν έχει συνταγή για την δική του ανίατη αρρώστια. Γι αυτό και τα πράγματα, με άθικτη την κυριαρχία του μονοπωλιακού κεφαλαίου, δεν θα μπορούσαν να είναι ή να γίνουν στο απώτατο μέλλον καλύτερα.

Συμπερασματικά, ο νεοφιλελευθερισμός είναι αναγκαιότητα για το καπιταλιστικό σύστημα σήμερα. Αναγκαιότητα διότι η καπιταλιστική ανάπτυξη, στο σύγχρονο στάδιο ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης, έχει κινητήρα της την κερδοφορία του κεφαλαίου, πρώτιστα του μεγάλου κεφαλαίου, την οποία μόνο η εφαρμογή αυτού του δόγματος φαίνεται να του εξασφαλίζει σήμερα. Το New Deal, το σχέδιο Μάρσαλ, τα Κράτος Προνοίας βασισμένα σε ένα ισχυρό κρατικό-μονοπωλιακό τομέα των αναπτυγμένων χωρών, ήταν επιλογές της αστικής τάξης, σε άλλες εποχές με άλλες ισορροπίες δυνάμεων, στις οποίες σήμερα όχι μόνο δεν θέλει αλλά αδυνατεί να επιστέψει. Οι ευχές που συχνά ακούμε τελευταία για νεκρανάσταση του Κευνς έρχονται απ’ την μικροαστική τάξη. Τον κόσμο όμως τον κυβερνούν οι μεγαλοαστοί κι όχι οι μικροαστοί. Ο κόσμος έχει αλλάξει, μα μολαταύτα οι μικροαστοί αρνούνται και να τον εξηγήσουν. Ενώ οι μεγαλοαστοί μας λένε με μύριους τρόπους ότι δεν μπορούμε να έχουμε «και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο», οι μικροαστοί, που θεωρούν πανάκεια ένα εξανθρωπισμένο καπιταλισμό, αυθικανοποιούνται με το να ονειρεύονται τις επιθυμίες τους. Πρόκειται για όνειρα που παραβλέπουν μια πραγματικότητα: ο νέο-φιλελευθερισμός είναι το αποτέλεσμα και όχι η αίτια του φαινόμενου που εικάζουμε. Η φύση του ίδιου του συστήματος οδηγεί στην σημερινή επιλογή των ελίτ που κυβερνούν τον πλανήτη αυτής και όχι μιας άλλης λύσης.

Η υπόλοιπη ανθρωπότητα όμως βλέπει το σύστημα να κλυδωνίζεται παραδομένο στην δική του ακατάσχετη βαρβαρότητα και ολοσχερώς διαβρωμένο από σήψη. Αυτό που συμβαίνει φαίνεται να είναι ο επιθανάτιος ρόγχος του συστήματος που αν  παραταθεί, στον θάνατο του θα παρασύρει τα πάντα. Δεν είναι όμως. Εάν η ελίτ που μας κυβερνά κερδίσει τον πόλεμο που διεξάγει κατά της ανθρωπότητας, το μέλλον που επιφυλάσσει σε όλους τους υπόλοιπους δεν είναι ο κόσμος όπως το ξέραμε, ούτε βέβαια κι ο καπιταλισμός  όπως τον ξέραμε. Είναι μια συστηματοποιημένη φρίκη, με όλη τη σημασία της λέξης. Πρέπει να το δούμε: ο παγκοσμιοποιημένος μονοπωλιακός καπιταλισμός ενέχει ποιοτικές αλλαγές σαν σύστημα. Η αντίσταση στην νεοφιλελεύθερη έκφανση του απλά δεν επαρκεί, χρειάζεται η αντιπαράταξη στα διεθνή μονοπώλια, κόψιμο των πολλαπλών ομφάλιων λώρων μέσω των όποιων εκτρέφεται η υποταγή των λαών στα συμφέροντα τους. Το σπάσιμο της κυριαρχίας τους είναι ζήτημα επιβίωσης για  την ανθρωπότητας. Για την χώρα μας ειδικά, εκ προοιμίου καθίσταται άτοπη οποιαδήποτε πρόταση λύσης αν δεν περιέχει, όχι πλέον ριζοσπαστικές πολιτικό-οικονομικές αλλαγές στην διαχείριση του καπιταλισμού, αλλά  αλλαγές που να αλλάζουν την φύση του συστήματος, με υπέρβαση της πεμπτουσίας του που είναι η παραγωγή για την αγορά με γνώμονα το κέρδος, πράγμα που με την σειρά του δεν ξεπερνιέται χωρίς αλλαγή των σχέσεων παραγωγής.

Μ. Φλυτζανης (Ικαρια, Νοέμβρης 2011)
1 http://www.syn.gr/gr/keimeno.php?id=25046.
2 http://www1.rizospastis.gr/wwwengine/story.do?id=6551995
3 http://www2.rizospastis.gr/wwwengine/story.do?id=6553207)

4 John Bellamy Foster, Robert W. McChesney, and R. Jamil Jonna, The Internationalization of Monopoly Capital 2011, Monthly Review Volume 63, Issue 02 (June)

5. John Bellamy Foster, The Financialization of Accumulation, Monthly Review 2010, Volume 62, Issue 05 (October)

9 σχόλια:

  1. Nα ρωτήσω κάτι.

    Θεωρείς πως έχουμε ένα νέο ιμπεριαλιστικό στάδιο? Δηλαδή ύστερο σε σχέση με τον ''ιμπεριαλισμό''? Βλέπω θετικά αυτή τη θέση, που μου θυμίζει το κείμενο αυτό http://www.ilhs.tuc.gr/gr/dim_diaplus_09.htm

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μόλις διάβασα το μήνυμα σου. Σ’ ευχαριστώ για την παραπομπή. Θα διαβάσω το κείμενο και θα σου απαντήσω (a.s.a.p)

      Διαγραφή
  2. Ονειρμός: Θεωρείς πως έχουμε ένα νέο ιμπεριαλιστικό στάδιο? Δηλαδή ύστερο σε σχέση με τον ''ιμπεριαλισμό''? Βλέπω θετικά αυτή τη θέση, που μου θυμίζει το κείμενο αυτό

    «Είναι γεγονός ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται σε μια από τις τελευταίες φάσεις της προϊστορίας της» (παραθέτω απο το κείμενο Ιμπεριαλιστική «παγκοσμιοποίηση» και προοπτική χειραφέτησης της ανθρωπότητας)». Συμφωνώ, όπως και με την διαπίστωση του συγγραφέα του ότι «Χαρακτηριστικό του νέου σταδίου στο οποίο έχει περάσει η ανθρωπότητα, είναι η αντιφατική ενοποίηση της ανθρωπότητας βάσει των μονοπωλιακών συμφερόντων αυτών των πλέον επιθετικών και κυρίαρχων πολυεθνικών εταιριών, που στην πλειονότητά τους εδρεύουν σε μια μικρή ομάδα χωρών»

    Κι έχω την εντύπωση ότι εάν ο συγγραφέας έγραφε στις μέρες μας για το ίδιο θέμα, το άρθρο στο οποίο με παρέπεμψες θα είχε μεγαλύτερη κοινή τομή συμπερασμάτων με το παρόν άρθρο. Η γενική του ενατένιση είναι συγγενής.

    Ωστόσο, σε σχέση με το ερώτημα σου, δες τούτο:
    «Εξωτερικό όριο της εκτατικής ανάπτυξης της κεφαλαιοκρατίας, είναι ο σχηματισμός του παγκόσμιου κεφαλαιοκρατικού συστήματος (τα όρια του οποίου συρρικνώνονται με τη δημιουργία του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος) Εσωτερικό δε όριο της εκτατικής ανάπτυξής της, είναι το όριο της επέκτασης (δια της συγκέντρωσης – συγκεντροποίησης) της κεφαλαιοκρατικής ιδιοκτησίας ως οικονομικού μορφώματος, δηλαδή το μονοπώλιο (βλ. και Λένιν σ.403, 428). (εδάφιο απ’ το ίδιο)
    Και, συνεχίζοντας, λεω ότι ένα απο τα πλέον παράδοξα των οικονομικών εξελίξεων είναι η σχετικά σύντομη φάση κατά την οποία, παρότι η κεφαλαιοκρατία κατέστρεψε το εξωτερικό όριο της εκτατικής ανάπτυξης της, εξάντλησε και το εσωτερικό όριο της. Η διάλυση του σοσιαλισμού, αντί να προεκτείνει το προσδόκιμο ζωής του καπιταλισμού (όπως τον ξέραμε), έφερε το αντίθετο. Την επιτάχυνση της γήρανσης του με εμφάνιση νέων προβληματικών συμπτωμάτων. Δεν βλέπω υπέρβαση του ιμπεριαλισμού σαν στάδιο του καπιταλισμού, αλλά τον ιμπεριαλισμό να αναπτύσσεται με τις δικές του εσωτερικές εξελικτικές φάσεις ή στάδια, αν θέλεις.

    Θεωρώ ότι βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο κατά την οποία αυτό που αναγνωρίζουμε σαν ιμπεριαλισμό αλλάζει τα χαρακτηριστικά του χωρίς ωστόσο να αλλάζει, τουλάχιστον ακόμα. την φύση του. Το νέο και πλέον έντονο χαρακτηριστικό του είναι ότι η ανάπτυξη των μονοπωλιακών οικονομικών μονάδων (μέσω συγκέντρωσης και συσσώρευσης κεφαλαίων) και η εγγενής τάση τους να λειτουργήσουν στην διεθνή αγορά χωρίς δεσμεύσεις οδήγησε στην οικονομική απονεύρωση των κρατών. Ένα όχι παράπλευρο γνώρισμα του σ’ αυτή την φάση είναι η χρηματιστικοποίηση του συσσωρευμένου κεφαλαίου Δεν είμαι σε θέση να προβλέψω τι μορφή θα πάρει το σύστημα, το σίγουρο είναι ότι η χρηματιστικοποίηση δεν είναι κάτι που μπορεί να υποχωρήσει με πολιτική θέληση, διότι αποτελεί πλέον τον ιστό του συστήματος, παρά το γεγονός ότι φαίνατε να δυσκολεύει τον «μεταβολισμό» του, να το πω έτσι – δηλαδή την ικανότητα του συστήματος να ανανεώνεται μέσω κάμψεων και ανακάμψεων της λειτουργικότητας του. Εξ ου και ο ισχυρισμός ότι αυτό που έρχεται δεν μπορεί να είναι κάποια εκδοχή του καπιταλισμού που γνωρίσαμε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αν έχεις χρόνο δες και κάτι που έχω γράψει σχετικά με το ζήτημα της περιοδολόγησης http://takseis-ithikh.blogspot.gr/2012/04/m.html

    Συμφωνώ με τη μεταβατικότητα της φάσης και τη μη αποκρυστάλλωση, ακόμα, ενός ''νέου σταδίου''. Προσπαθώ να επιχειρηματολογήσω κάπως επ'αυτού στο παραπάνω κείμενο.

    Η κουβέντα αυτή απαιτεί να διευκρινίσουμε τί είναι στάδιο, πότε αλλάζει ένα στάδιο κλπ.

    Πιστεύεις από ότι καταλαβαίνω πως αλλάζουν χαρακτηριστικά-μορφές, αλλά όχι η ουσία του ιμπεριαλισμού. Αυτό είναι ένα κρίσιμο ζήτημα. Αν έχεις χρόνο διάβασε και τη δεύτερη παραπομπή. Νομίζω πως από αυτά τα ζητήματα πρέπει να ξεκινήσουμε. Γιατί μπορούμε να συμφωνήσουμε ''όλοι'' (του ''κύκλου'') σε μερικά χαρακτηριστικά όπως πχ διεθνής διαδικτύωση ακαριαίες ροές πληροφοριών, λογιστικού χρήματος κλπ, πολυκλαδικοί (μονοπωλιακοί ανά τομείς) όμιλοι (και όχι απλώς μονοπώλια που παράγουν ένα μόνο εμπόρευμα), ''χρηματιστικοποίηση'', πραγματική υπαγωγή της κοινωνίας στο κεφάλαιο ως άγουσα τάση έναντι της τυπικής υπαγωγής, κ.α. Αυτός ο πίνακας αντανακλά κάποιες παλιότερες αλλαγές, σε σχέση με τον κλασικό ιμπεριαλισμό http://takseis-ithikh.blogspot.gr/2012/05/blog-post_23.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ονειρμέ, καλημέρα
      σ΄ ευχαριστώ για την παραπομπή. Θα το μελετήσω και θα σου απαντήσω a.s.a.p

      Διαγραφή
  4. Ονειρμέ, διάβασα με ενδιαφέρον το άρθρο σου το οποίο εστιάζει στο ερώτημα του τι μπορεί να θεωρείται «στάδιο». Ναι μεν το αντικείμενο προβληματικής στο παρόν είναι η δυνατότητα υπέρβασης του Νεοφιλελευθερισμού (κάτι άλλο δηλαδή) , αλλά στη επιχειρηματολογία του, βεβαίως, γίνεται αναφορά σε ειδοποιές διάφορες της σημερινής νέας τάξης πραγμάτων σε σχέση με προηγουμενες εξελεγκτικές φάσεις του ιμπεριαλισμού, κάτι που δεν συμβαίνει «ειρήσθω εν παρόδω». Έτσι, δικαιωματικά θέτεις ή υπονοείς το ερώτημα: «τι εννοείς στάδιο και πως το ορίζεις εδώ;

    Θα συνδυάσω την έκφραση της άποψης μου με μια σύντομη κριτική απόκριση στο κείμενο σου. Ξεκινώ λοιπόν με παράφραση του ορισμού που προτείνεις στο άρθρο σου: ως στάδιο νοείται η ασυνέχεια μέσα στην συνέχεια, η ποιοτική αλλαγή που προκύπτει μετά απο ένα εξελικτικό άλμα. Το άλμα είναι η συγκριτικά πιο ραγδαία διαδικασία εξέλιξης καθοριστικό γνώρισμα της οποίας, μεταξύ άλλων, μπορεί να είναι η ρήξη, η ραγδαία μεταβολή απο ποσοτικές σε ποιοτικές αλλαγές που οδηγούν σε ένα νέο γκεσταλτ (gestalt). Το άλμα νοούμενο σαν διαδικασία, αν δεν ταυτίζεται, έχει μια μεγάλη κοινή τομή με την περίοδο μετάβασης.

    Το στάδιο δεν είναι « μια στιγμή» (στιγμή εννοούμενη με βάση την ανθρώπινη ύπαρξη και αντίληψη του κοινωνικού γίγνεσθαι στον χρόνο, με βάση την κλίμακα, τις διατεταγμένες του χρόνου μέσα στις οποίες ξεδιπλώνεται η ανθρώπινη πράξη, πάντα – με δοσμένο ότι ο χρόνος ενέχει σχετικότητα). Το στάδιο καλύπτει ένα χρονικό διάστημα, εκτεινόμενο πέρα και απο μια αλληλουχία στιγμών, κατά το οποίο κάποια κύρια χαρακτηριστικά της οντότητας υπό εξέλιξη αποκτούν μια σχετική διάρκεια και σταθερότητα. Πχ, παρά τις ποσοτικές και ποιοτικές αλλαγές του καπιταλισμού, οι οποίες μπορεί να αφορούν παραγωγικές δυνάμεις, όπως με οξυδέρκεια αναδεικνύεις στο κείμενο σου, εξακολουθούν να παραμένουν άθικτες, σχετικά σταθερές, οι σχέσεις παραγωγής. Ακόμα κι αν κάποια πολιτικά γνωρίσματα αντικαθίστανται απο άλλα, έτσι που να μας επιτρέπεται να μιλάμε για «υποστάσια», ή για το «στάδιο» εξέλιξης του ιμπεριαλισμού μετά το ξεπέρασμα των κρατικο μονοπωλιακών δομών του (όπως εδώ) δεν μας επιτρέπεται να μιλάμε για νέο στάδιο του καπιταλισμού ή για στάδιο κοινωνικής εξέλιξης διάδοχο του καπιταλισμού, με καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής άθικτες. Πεμπτουσιαστικά, παραμένει ο ίδιος.

    Έχω την εντύπωση ότι η σύγχυση της έννοιας «στάδιο» με αυτήν του «άλματος» δημιουργεί μια δυσκολία αφομοίωσης του κειμένου σου. Μπορεί όμως και να είναι η δική μου ανάγνωση, λόγω του ότι κατανοώ και κάνω χρήση των εννοιών με τον τρόπο που μόλις εξέθεσα.

    Το ζήτημα δεν θα μπορούσε να εξαντληθεί εδώ. Άλλωστε μια σχολαστική ανάλυση θα ήταν εκτός θέματος. Οι σπόροι μιας προβληματικής γύρω απο το θέμα είναι διάσπαρτοι και είμαι σίγουρος ότι κάπου θα «ξεφυτρώσει» πάλι και θα τα ξαναπούμε. Επειδή κι εγώ βρίσκω το θέμα ενδιαφέρον, ίσως στο σύντομο μέλλον καταφέρω ένα κείμενο εμπλουτισμένο με κάποιες απαραίτητες αναφορές. Είδωμεν...

    Υγ (σε προσωπικό επίπεδο, αν επιτρέπεις) γράφεις με κύρος και άνεση και βλέπω σε εξέλιξη την απόκτηση μεγάλων αναλυτικών δεξιοτήτων.

    Καλή δύναμη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. @do.b4tool8

    Έχεις δίκιο για τη διαφορά στιγμής ή σταδίου, αλλά το λέω από την άποψη της διαλεκτικής, εέω την εντύπωση πως στη μεταφορά από τη διαλεκτική στον μαρξισμό υπήρξε μια σύγχυση. Πχ ο ''σοσιαλισμός'' όταν λέει κανείς ότι δεν είναι στάδιο αλλά στιγμή, δεν παύει να ξεδιακρίνει, να δίνει αυτοτελή χαρακτηριστικά.
    Όπως πχ όσον αφορά το άλμα, είναι και διαδικασία αλλά είναι και η πρώτη αχτίδα φωτός που σπάει τη νύχτα, παραφράζοντας τον Χέγκελ. Δηλαδή εννοώ τη ''στιγμή'' του άλματος, το πότε περάσαμε στον καπιταλισμό από τη φεουδαρχία. Αυτό που εδώ είναι άλμα, μπορεί να θεωρηθεί άλμα μιας πιο περιεκτικής ανέλιξης. Πχ, ''στάδιο'' της κοινωνικής ανάπτυξης, ενώ είναι ''άλμα'' σε σχέση με τη φεουδαρχία. Ο σοσιαλισμός παραδοσιακά σταδιοποιήθηκε, θεωρήθηκε ξεχωριστό στάδιο, ανεπίστρεπτη βάση. Όπως λες το θέμα έχει πολλά πλοκάμια. Απλά θέτω το ζήτημα εύρεσης ενός κοινού κώδικα για το τί εννοούμε στάδιο, ανεξάρτητα από το τί είναι ''σωστό''. Να μιλήσουμε όλοι την ίδια γλώσσα, για να προχωρήσουμε.

    Καλή συνέχεια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Συμφωνώ. Μια στοιχειώδης διαλεκτική ενατένιση της φύσης μπορεί να προσφέρει πάμπολλα παραδείγματα αστραπιαίου, στιγμιαίου άλματος. Η παρέμβαση αφορούσε κοινωνικά φαινόμενα και τον εσωτερικό μηχανισμό εξελιξιμότητας τους (μιλούσα σε κλίμακα "ιστορικού" κι όχι "διαλεκτικού" υλισμού), όπου το στιγμιαίο άλμα δεν ισχύει.

      Διαγραφή
  6. Πριν την δημοσίευση του άρθρου, στο πίσω μέρος του μυαλού μου υπήρχε ένα "έλλειμα" απόλυτης σιγουριάς ως προς την διάψευση ή επαλήθευση απο τις εξελίξεις της πρόβλεψης για το μη υπερβασημο του Νεο-φιλελευθερισμού.

    Οι εξελίξεις δεν συνιστούν διάψευση

    http://www1.rizospastis.gr/story.do?id=6994861&publDate=19/8/2012
    http://www1.rizospastis.gr/story.do?id=6994388&publDate=18/8/2012

    ΑπάντησηΔιαγραφή