Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Μπρεχτ: Μια απαραίτητη διαπίστωση στον αγώνα ενάντια στη βαρβαρότητα

Ομιλία στο 1ο Διεθνές Συνέδριο Συγγραφέων για την Υπεράσπιση του Πολιτισμού1

Σύντροφοι, θα επιθυμούσα, χωρίς να θέλω να πω κάτι καινούργιο, να μιλήσω λίγο για την καταπολέμηση των δυνάμεων εκείνων που σήμερα ετοιμάζονται να πνίξουν στο αίμα και στη βρωμιά τον δυτικό πολιτισμό, ή τα απομεινάρια του πολιτισμού που για έναν αιώνα μας είχαν αφήσει στη διάθεση της εκμετάλλευσης. Θέλω να επιστήσω την προσοχή σας μόνο σ' ένα σημείο, αυτό που κατά τη γνώμη μου πρέπει να ξεκαθαριστεί εντελώς, αν θέλει κανείς να καταπολεμήσει αποτελεσματικά και πάνω απ' όλα ολοκληρωτικά τις δυνάμεις αυτές.
Οι συγγραφείς που γνώρισαν τη φρίκη του φασισμού στο ίδιο τους το σώμα ή σε άλλα σώματα και τρόμαξαν, ακόμη κι αν έχουν αυτή την εμπειρία κι αυτό το φόβο, δεν είναι σε θέση να τον καταπολεμήσουν μια και καλή. Μερικοί θα πίστευαν ίσως πως η περιγραφή αυτής της φρίκης θα έφτανε, ιδιαίτερα όταν υπάρχει μεγάλο λογοτεχνικό ταλέντο και πραγματική οργή. Πράγματι είναι πολύ σημαντικές οι περιγραφές αυτού του είδους. Εδώ γίνονται πράγματα φρικιαστικά. Αυτό δεν επιτρέπεται να συμβαίνει. Σκοτώνονται άνθρωποι. Κι αυτό δεν πρέπει να συμβαίνει. Μα χρειάζεται περισσότερη συζήτηση; Θα πεταχτεί κανείς όρθιος και θα πέσει στην αγκαλιά των βασανιστών; Σύντροφοι, οι συζητήσεις χρειάζονται.
Ισως να πεταχτεί κανείς όρθιος, αυτό δεν είναι τόσο δύσκολο. Αλλά μετά ακολουθεί το αγκάλιασμα κι αυτό είναι πιο δύσκολο. Η οργή υπάρχει, ο αντίπαλος είναι καθορισμένος. Πώς θα τον κάνει όμως κανείς να πέσει; Ο συγγραφέας μπορεί να πει: Το έργο μου είναι να καταγγείλω την αδικία και μετά ν' αφήσω τον αναγνώστη να τα βγάλει πέρα. Μετά όμως θα αποκτήσει μια περίεργη εμπειρία. Θα δει ότι η οργή όπως και η συμπόνια είναι κάτι το μπερδεμένο, κάτι που υπάρχει σε διάφορες ποσότητες και μπορεί να τελειώσει. Και το χειρότερο είναι: Τελειώνει στο μέτρο εκείνο όπου αρχίζει να γίνεται πιο απαραίτητο. Κάποιοι σύντροφοι μου έλεγαν: Την πρώτη φορά που αναφέραμε ότι οι φίλοι μας σφάζονταν, ακούστηκαν κραυγές φρίκης και πολλές φωνές πρόσφεραν βοήθεια. Τότε σφάχτηκαν εκατό. Οταν όμως σφάχτηκαν χίλιοι κι η σφαγή δεν σταματούσε, απλώθηκε σιωπή κι ήταν πολύ λίγες οι φωνές που πρόσφεραν βοήθεια. Αλλά έτσι είναι: «Οταν συσσωρεύονται τα εγκλήματα, κανείς δεν τα βλέπει. Οταν τα βάσανα γίνονται αβάσταχτα, κανείς πια δεν ακούει τις κραυγές. Οταν σκοτώνεται ένας άνθρωπος, πέφτει κάτω λιπόθυμος κι αυτός που τον βλέπει. Είναι πολύ φυσικό. Οταν τα εγκλήματα ακολουθούν το ένα μετά τ' άλλο σαν τις σταγόνες της βροχής, τότε κανείς πια δεν φωνάζει να σταματήσουν».
Ετσι είναι, λοιπόν. Πώς μπορεί κανείς να το ελέγξει; Δεν υπάρχει, λοιπόν, κανένας τρόπος να εμποδίσουμε τον άνθρωπο να αδιαφορεί για τη φρίκη που υπάρχει; Γιατί αδιαφορεί; Αδιαφορεί γιατί δεν βλέπει καμιά δυνατότητα να επέμβει. Ο άνθρωπος δεν χάνει τον καιρό του με τον πόνο κάποιου άλλου, όταν δεν μπορεί να τον βοηθήσει. Το χτύπημα μπορεί κανείς να το συγκρατήσει όταν ξέρει πότε και πού, γιατί και για ποιο σκοπό δίνεται. Κι όταν μπορεί κανείς να το συγκρατήσει, όταν υπάρχει αυτή η πιθανότητα ακόμη κι αν είναι πολύ μικρή, τότε μπορεί να προκαλέσει και τη συμπόνια για το θύμα. Και μπορεί και διαφορετικά, όχι όμως για πολύ, τουλάχιστον όχι τόσο, όσο τα χτυπήματα πέφτουν πάνω στο θύμα το ένα μετά τ' άλλο. Λοιπόν: Γιατί δίνεται το χτύπημα; Γιατί ρίχνεται στη θάλασσα σαν σαβούρα ο πολιτισμός ή ό,τι μας έχει απομείνει από τον πολιτισμό; Γιατί η ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, των περισσοτέρων φτωχαίνει, απογυμνώνεται και καταστρέφεται εντελώς ή σχεδόν εντελώς;
Μερικοί από μας απαντούν σ' αυτή την ερώτηση. Λένε: εξαιτίας της ωμότητας. Πιστεύουν ότι θα ζήσουν μια φοβερή έκρηξη ενός μεγάλου τμήματος της ανθρωπότητας, ενός τμήματος που θα μεγαλώνει όλο και πιο πολύ, θα ζήσουν ένα τρομερό γεγονός που δεν θα 'χει κάποια φανερή αιτία, που θα γίνει ξαφνικά και ίσως θα εξαφανιστεί, ας ελπίσουμε, το ίδιο ξαφνικά, θα 'ναι το ορμητικό ξέσπασμα μιας αχαλίνωτης βαρβαρότητας που για πολλά χρόνια παρέμενε καταπιεσμένη ή βαθιά κρυμμένη.
Οσοι απαντούν έτσι νιώθουν φυσικά κι οι ίδιοι ότι μια απάντηση τέτοιου είδους δεν είναι αρκετή. Κι ακόμη νιώθουν ότι δεν πρέπει να δίνει κανείς στην ωμότητα το χαρακτήρα φυσικών δυνάμεων, ακατανίκητων δυνάμεων της κόλασης.
Λένε, λοιπόν, πως παραμελήθηκε η διαπαιδαγώγηση του ανθρώπινου γένους. Κάτι παραλείφθηκε ή δεν μπόρεσε να γίνει μέσα στη βιασύνη. Τώρα πρέπει να το αναπληρώσουμε. Πρέπει στη θέση της ωμότητας να βάλουμε την καλοσύνη. Πρέπει να επαναφέρουμε τα μεγάλα λόγια, τους όρκους που κάποτε βοήθησαν, τις αναλλοίωτες έννοιες: Αγάπη για την ελευθερία, αξιοπρέπεια, δικαιοσύνη, έννοιες που η επίδρασή τους έχει επιβεβαιωθεί ιστορικά. Και χρησιμοποιούν τους μεγάλους όρκους. Τι συμβαίνει; Ο φασισμός, στην κατηγορία ότι είναι ωμός, απαντά εγκωμιάζοντας φανατικά την ωμότητα. Οταν τον κατηγορούν για φανατισμό, απαντά εγκωμιάζοντας το φανατισμό. Οταν του καταλογίζουν ότι παραβιάζει τη λογική, φωνάζει μ' όλη του τη δύναμη για την καταδίκη της λογικής.
Κι ο φασισμός πιστεύει ότι η διαπαιδαγώγηση έχει παραμεληθεί. Περιμένει πάρα πολλά από την επιρροή που θ' ασκήσει στα ανθρώπινα μυαλά κι από την εμπέδωση της επιρροής αυτής στις ανθρώπινες καρδιές. Προσθέτει στην ωμότητα των άντρων βασανιστηρίων την ωμότητα των σχολείων του, των εφημερίδων του, του θεάτρου του. Εκπαιδεύει ολόκληρο το έθνος και το εκπαιδεύει ολημερίς. Δεν έχει και πολλά να δώσει στη μεγάλη πλειοψηφία, κι αυτό σημαίνει ότι την εκπαιδεύει σκληρά. Δεν δίνει φαγητό, επομένως πρέπει να της διδάξει την αυτοπειθαρχία. Δεν μπορεί να βάλει σε τάξη την παραγωγή του και χρειάζεται πολέμους, έτσι πρέπει να την εκπαιδεύσει για τη σωματική ανδρεία. Χρειάζεται θύματα και πρέπει να την εκπαιδεύσει στο πνεύμα της θυσίας. Είναι κι αυτά ιδανικά, απαιτήσεις από τον άνθρωπο, μερικά, μάλιστα, είναι υψηλά ιδανικά, υψηλές απαιτήσεις.
Ξέρουμε, λοιπόν, τι εξυπηρετούν αυτά τα ιδανικά, ξέρουμε ποιος εκπαιδεύει και ποιον πρέπει να ωφελήσει αυτή η εκπαίδευση - πάντως όχι αυτόν που εκπαιδεύεται. Τι γίνεται όμως με τα δικά μας ιδανικά; Ακόμα κι εκείνοι από εμάς που θεώρησαν σαν τη ρίζα του κακού την ωμότητα, τη βαρβαρότητα, μιλούν, όπως είδαμε, μόνο για παιδεία, μόνο για τις επεμβάσεις στο πνεύμα και πουθενά αλλού. Μιλούν για το πώς θα μάθουν στους ανθρώπους την καλοσύνη. Η καλοσύνη όμως δεν θα προέλθει από την απαίτηση για καλοσύνη, καλοσύνη κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμη και κάτω από τις χειρότερες, όπως κι η ωμότητα δεν θα προέλθει από την ωμότητα.
Προσωπικά δεν πιστεύω στην ωμότητα για χάρη της ωμότητας. Η ανθρωπότητα πρέπει να προστατευτεί από την κατηγορία πως κι η ίδια θα ήταν ωμή, αν δεν ήταν τόσο μεγάλο το κέρδος. Είναι πνευματώδης ο ελιγμός του φίλου μου Φόιχτβάνγκερ όταν λέει: η κακία προηγείται της ιδιοτέλειας - όμως δεν έχει δίκιο. Η ωμότητα δεν προέρχεται από την ωμότητα, αλλά από τα κέρδη που δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν χωρίς αυτήν.
Στη μικρή χώρα απ' την οποία κατάγομαι, κυριαρχούν καταστάσεις που είναι λιγότερο φοβερές απ' αυτές που υπάρχουν σε πολλές άλλες χώρες. Κάθε βδομάδα, όμως, θανατώνονται πέντε χιλιάδες από τα καλύτερα ζώα. Αυτό είναι κάτι δυσάρεστο, δεν πρόκειται όμως για το ξέσπασμα μιας ξαφνικής αιμοβορίας. Αν ήταν έτσι, τότε η κατάσταση θα ήταν λιγότερο δυσάρεστη. Η θανάτωση των ζώων και η καταστροφή του πολιτισμού δεν έχουν σαν αφορμή βάρβαρα ένστικτα. Και στις δύο περιπτώσεις καταστρέφεται ένα μέρος από τα αγαθά που με κόπο δημιουργήθηκαν, κι αυτό γιατί κατέληξαν να γίνουν βάρος. Μπροστά στην πείνα που επικρατεί και στις πέντε ηπείρους, αυτά τα μέτρα είναι, αναμφίβολα, εγκλήματα, δεν έχουν όμως καμιά σχέση με τη μοχθηρότητα, σε καμιά περίπτωση. Σήμερα, στις περισσότερες χώρες της γης επικρατούν κοινωνικές καταστάσεις, όπου βραβεύονται όλων των ειδών τα εγκλήματα κι οι αρετές στοιχίζουν πολύ. «Ο καλός άνθρωπος είναι ανυπεράσπιστος, και ο ανυπεράσπιστος ποδοπατάται, με την ωμότητα, όμως, μπορεί όλα να τα 'χει κανείς. Η κακία μπορεί να υπάρχει για δέκα χιλιάδες χρόνια. Αντίθετα, η καλοσύνη χρειάζεται φρουρά, αλλά δε βρίσκει».
Ας αποφύγουμε, λοιπόν, να την απαιτήσουμε απλά από τους ανθρώπους. Ας μη ζητάμε πράγματα αδύνατα! Ας μην κατηγορήσουμε τους εαυτούς μας πως ακόμα κι εμείς θα καλούσαμε τους ανθρώπους να κατορθώσουν το υπεράνθρωπο, δηλαδή ν' αντέξουν στο όνομα των υψηλών αρετών φοβερές καταστάσεις, οι οποίες, βέβαια, μπορούν αλλά δεν πρέπει να αλλάξουν! Ας μη μιλάμε μόνο για τον πολιτισμό!
Να λυπηθούμε τον πολιτισμό, αλλά πρώτα να λυπηθούμε τους ανθρώπους! Ο πολιτισμός σώζεται όταν σώζονται οι άνθρωποι. Ας μη μας παρασύρει ο ισχυρισμός ότι οι άνθρωποι υπάρχουν για τον πολιτισμό κι όχι ο πολιτισμός για τους ανθρώπους. Κάτι τέτοιο θα θύμιζε υπερβολικά την πρακτική των μεγάλων αγορών, όπου οι άνθρωποι είναι εκεί για τα ζώα κι όχι τα ζώα για τους ανθρώπους.
Σύντροφοι, ας σκεφτούμε τη ρίζα του κακού! Μια μεγάλη θεωρία, η οποία υιοθετείται από όλο και περισσότερες ανθρώπινες μάζες στον πλανήτη μας, που ακόμη είναι πολύ νέος, λέει ότι η ρίζα όλων των κακών βρίσκεται στις σχέσεις ιδιοκτησίας. Αυτή η θεωρία, όπως κι όλες οι μεγάλες θεωρίες, υιοθετήθηκε από εκείνες τις ανθρώπινες μάζες που υποφέρουν περισσότερο από τις υπάρχουσες σχέσεις ιδιοκτησίας και τις βάρβαρες μεθόδους που τις υπερασπίζουν. Θα γίνει πραγματικότητα σε μια χώρα που καταλαμβάνει το ένα έκτο της επιφάνειας της γης, εκεί όπου οι καταπιεσμένοι και οι άκληροι κατέλαβαν την εξουσία. Εκεί δεν υπάρχει πια καταστροφή των τροφίμων, ούτε καταστροφή του πολιτισμού.
Πολλοί από εμάς τους συγγραφείς, που έχουμε γνωρίσει και τρομάξει με τη φρίκη του φασισμού, δεν κατάλαβαν ακόμη αυτή τη θεωρία και δεν κατάφεραν ακόμη ν' ανακαλύψουν τη ρίζα αυτής της ωμότητας που τους τρομάζει. Γι' αυτούς υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος να θεωρήσουν τις θηριωδίες του φασισμού σαν περιττές θηριωδίες. Εμμένουν στις σχέσεις ιδιοκτησίας γιατί πιστεύουν ότι για την υπεράσπισή τους δεν είναι αναγκαίες οι θηριωδίες του φασισμού. Αλλά οι θηριωδίες αυτές είναι αναγκαίες για τη διατήρηση των σχέσεων ιδιοκτησίας που επικρατούν. Στο σημείο αυτό οι φασίστες δεν λένε ψέματα, λένε την αλήθεια. Οσοι από τους φίλους μας νιώθουν φρίκη με τις θηριωδίες του φασισμού όσο κι εμείς, αλλά θέλουν και να διατηρήσουν τις σχέσεις ιδιοκτησίας ή συμπεριφέρονται αδιάφορα απέναντί τους, δεν μπορούν να κάνουν έναν μακροχρόνιο και ισχυρό αγώνα ενάντια στη βαρβαρότητα που εξαπλώνεται όλο και πιο πολύ, γιατί δεν είναι σε θέση να καθορίσουν και να επιφέρουν τις κοινωνικές εκείνες συνθήκες κάτω από τις οποίες η βαρβαρότητα θα ήταν περιττή. Οσοι, όμως, αναζητώντας τη ρίζα του κακού, κατέληξαν στις σχέσεις ιδιοκτησίας, κατέβηκαν όλο και πιο βαθιά, πέρασαν μέσα από μια κόλαση όλο και μεγαλύτερων φρικαλεοτήτων, μέχρι που έφτασαν εκεί όπου ένα μικρό τμήμα της ανθρωπότητας θεμελίωσε την ανελέητη εξουσία του. Και τη θεμελίωσε πάνω στην ιδιοκτησία του ενός, που χρησιμεύει στην εκμετάλλευση του συνάνθρωπου και που γι' αυτό πρέπει να την υπερασπίζεται με νύχια και με δόντια, με άρνηση ενός πολιτισμού, ο οποίος δεν προσφέρεται πια για την υπεράσπισή του ή δεν είναι πια κατάλληλος γι' αυτή, και ακόμα με την εγκατάλειψη όλων των αρχών της ανθρώπινης συνύπαρξης γενικά, για τις οποίες η ανθρωπότητα με τόσο θάρρος και για τόσα πολλά χρόνια αγωνίστηκε απεγνωσμένα.
Σύντροφοι, ας μιλήσουμε για τις σχέσεις ιδιοκτησίας!
Αυτά ήθελα να πω για τον αγώνα ενάντια στη βαρβαρότητα που διαρκώς εξαπλώνεται, για να έχει αναφερθεί εδώ κι αυτό ή τουλάχιστον να το έχω αναφέρει κι εγώ.
Ιούνης 1935

 Η ομιλία του Μπρεχτ στο 1ο Διεθνές Συνέδριο Συγγραφέων έγινε από τις 21 μέχρι τις 29 του Ιούνη 1935 στην παρισινή θεατρική αίθουσα Μουτουαλιτέ. Στο Συνέδριο, το οποίο ταυτόχρονα οδήγησε στην ίδρυση «της Διεθνούς Ενωσης Συγγραφέων για την Υπεράσπιση του Πολιτισμού».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου