Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

ανταγωνιστικότητα και οικονομική κατάθλιψη.




[Συνέχεια απο το "ένα γεγονός και μιά ερμηνεία"]

Αναφερόμενη στην ίδια έρευνα («Ελλάδα. Αλληλεγγύη και προσαρμογή στα χρόνια της κρίσης»), σε σχέση με τις περικοπές που συνδυάστηκαν με την αύξηση φορολογίας, η Deutsche Welle online παρατηρεί:
"Η έρευνα πηγαίνει όμως και ένα βήμα παραπέρα, υπογραμμίζοντας ότι οι περικοπές που επιβλήθηκαν ήταν πολύ πιο εκτεταμένες από ό,τι χρειαζόταν στην πραγματικότητα για την τόνωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας σε διεθνές επίπεδο".
Αξίζει το κόπο να εξετάσουμε αυτή τη φράση λίγο παραπάνω από το να την δεχτούμε σαν απλή διαπίστωση μιας πραγματικότητας.


Καταρχήν, το "πολύ πιο εκτεταμένες" είναι πολύ σχετικό και υπονοεί ότι το "λιγότερο εκτεταμένες" θα ήταν  δεκτό και θεμιτό. Δηλαδή αν είχαμε λίγο πιο ήπια φοροληστεία και σφαγή σε ότι αφορά της συνθήκες διαβίωσης του λαού θα είχαμε καλύτερα αποτελέσματα σε σχέση με την οικονομική κατάθλιψη που προξένησε αυτή η πολιτική. Η ύφεση, υπονοείται, ίσως να ήταν πιο διαχειρίσιμη  και, πιθανόν, το χρέος να ήταν πιο βιώσιμο και, γενικά, ίσως να είχαμε μικρότερες ζημιές ή μεγαλύτερα ωφέλη. Όλα αυτά βέβαια έχουν συνάφεια με ένα χώρο του προβληματισμού των φερέφωνων των αστών που, με το πρόσχημα της υποτιθέμενης αναγκαιότητας να "τονωθεί η ανταγωνιστικότητα", ψάχνονται να βρουν ποιος θα ήταν ο "καλύτερος" τρόπος σε κάθε περίπτωση να φορτωθεί το κόστος της κρίσης στις πλάτες αυτών που δεν ευθύνονται γι αυτήν, δηλαδή να περάσει το βάρος των επιπτώσεων της από τις πλάτες αυτών που κέρδισαν (νόμιμα ή παράνομα) από τις συνθήκες πριν την κρίση στις πλάτες αυτών που έχασαν. Περιορίζονται στον χώρο του προβληματισμού αυτών που, με το ίδιο πρόσχημα, χρησιμοποίησαν την κρίση σαν χρυσή ευκαιρία να δημιουργήσουν συνθήκες απαξίωσης της εργασίας για να βελτιωθεί η κερδοφορία τους στην διάρκεια της κρίσης και μετά, αν ποτέ ξεπεραστεί. Αυτό, υπονοείται, έπρεπε να είναι όχι τόσο "εκτεταμένο".

Αυτό που δεν μας λένε είναι τι ακριβώς σημαίνει τόνωση της ανταγωνιστικότητας στην πράξη. Στον ανταγωνισμό αναγκαστικά κάποιοι χάνουν και κάποιοι κερδίζουν. Για να τονωθεί η ανταγωνιστικότητα απαιτείται κάποιο κόστος. Κι αυτό είναι η καταστροφή μέρους των παραγωγικών δυνάμεων, ήτοι καταστροφή κεφαλαίου και εργασίας.  

Ας δούμε, πριν συνεχίσουμε, μερικούς βασικούς τρόπους ανάπτυξης της ανταγωνιστικότητας. Η ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας είναι δυνατή μέσω ενός μείγματος οικονομικών αλλά και πολιτικών παραγόντων που επηρεάζουν την δυνατότητα μιας οικονομικής μονάδας, μιας βιομηχανίας ή μιας χώρας να παράγει - αφενός (όταν η ζήτηση παραμένει σχετικά σταθερή ή μειωθεί) με χαμηλότερο κόστος σε σχέση με τους ανταγωνιστές, και αφετέρου (αν η ζήτηση αυξηθεί) με μεγαλύτερη ευχέρεια σε σχέση με τους ανταγωνιστές να αυξήσει τον όγκο της παραγωγής της. Σε κάθε περίπτωση, ένας τρόπος είναι να βελτιώσει την ποιότητα του παραγόμενου προϊόντος, πράγμα που είναι δύσκολο χωρίς περαιτέρω δαπάνη, εκτός του ότι η βελτίωση της ποιότητας αλλάζει και τις διατεταγμένες της αγοράς στην οποία το προϊόν απευθύνεται, γι αυτό τούτος ο παράγοντας δεν θα μας απασχολήσει προς το παρόν.

Η ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας λοιπόν σχετίζεται με την ανάπτυξη της παραγωγικότητας, αλλά όχι αποκλειστικά και μόνο μ' αυτήν.  Εξ ου και οι παρακάτω βασικοί τρόποι ανάπτυξης της ανταγωνιστικότητας δεν είναι αμιγώς οικονομικοί - και θα ήταν κραυγαλέα  λαθεμένο να θεωρηθεί ότι το πρόβλημα είναι καθαρά οικονομικό.

  • Ο πρώτος τρόπος είναι μέσω βελτίωσης του τεχνικού εξοπλισμού - ο δύσκολος, διότι απαιτεί χρηματοδότηση η οποία δεν είναι πάντα διαθέσιμη και με συμφέροντες όρους. Σαν επιλογή, ενέχει πάντα το δίλημμα του καπιταλιστή αν τον συμφέρει να ρίξει το χρήμα που διαθέτει (αν διαθέτει) σε εξοπλισμό ή να το αποταμιεύσει μπαίνοντας και σε χρηματιστικά παιχνίδια.
  • Ο δεύτερος που εν μέρει σχετίζεται με τον πρώτο -  επίσης δύσκολος -  με μείωση του παραγωγικού κόστους μέσω εξορθολογισμού στην διάταξη των παραγωγικών δυνάμεων (εργονομικές βελτιώσεις, περιορισμό της σπατάλης, μείωση του όγκου της εργασίας κτλ). 
  • Ο τρίτος τρόπος, που εν μέρει σχετίζεται με τον δεύτερο, ο ευκολότερος διότι συνήθως  δεν απαιτεί πρόσθετη δαπάνη, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης και όταν έχεις συμμάχους σου την πολιτική και συνδικαλιστική ηγεσία,  είναι μέσω της μείωσης του κόστους της εργατικής δύναμης. 
  • Τέλος υπάρχει και η μείωση του λεγόμενου "μη μισθολογικού κόστους" που αφορά αυτά που ο καπιταλιστής θεωρεί "βαρίδια", δηλαδή φορολογία και ασφαλιστικές εισφορές του εργοδότη. Πράγμα που επαφίεται και εξαρτάται από την θέληση του κράτους, και το οποίο, παρεμπιπτόντως, μπαίνει τώρα πιο επιτακτικά σαν στόχος στην ατζέντα του νεοφιλελευθερισμού διεθνώς.
Αυτός ο τρίτος τρόπος προφανώς κρίθηκε ο πλέον κατάλληλος και ενδεδειγμένος για την τόνωση της ανταγωνιστικότητας εδώ, χωρίς να αποκλείεται δέσμη μέτρων που να αφορούν τον τέταρτο τρόπο..  

Αυτό που μας λένε λοιπόν οι ερμηνευτές των στοιχείων της εν λόγω έρευνας είναι πως "δεν χρειαζόταν δα και τόσο μεγάλη καταστροφή", με άλλα λόγια, μας λένε πως δεν τηρήθηκαν κάποιες αναλογίες που αφορούν την θεωρούμενη αναγκαία καταστροφή, όχι απλά για το ξεπέρασμα της κρίσης, αλλά για το ξεπέρασμά της με καλύτερους όρους λειτουργικότητας για το κεφάλαιο. Η τρομακτική καταστροφή που σχεδίασαν, ναι μεν βελτίωσε την ανταγωνιστικότητα αυτών που επιβίωσαν, αλλά με ένα απρόβλεπτης έντασης κόστος: την καταστροφή της ζήτησης. Τι να την κάνουν λοιπόν τώρα την ανταγωνιστικότητα όταν τα προϊόντα που θα μπορούσαν να παράγουν πιο ανταγωνιστικά δεν απορροφούνται από την αγορά; Και δεν απορροφούνται γιατί εκτός από την αποδεκατισμένη αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, δεν αγοράζει πλέον και το κατεστραμμένο ή παροπλισμένο κεφάλαιο (πρώτες ύλες, ενέργεια, εξοπλισμό κτλ) σαν αποτέλεσμα αυτής της σφαγής.

Μα δεν θα έπρεπε, παρεμπιπτόντως, τώρα που μειώθηκε ή ζήτηση, να μειωθούν και οι τιμές τουλάχιστον των παραγόμενων στην χώρα καταναλωτικών προϊόντων; Στα είδη διατροφής λόγου χάρη; Αυτό δεν μας λένε ότι επιβάλλει το "αόρατο χέρι της αγοράς"; 

Ναι, αλλά όχι σε συνθήκες έντασης της μονοπώλησης στην αγορά, ή της μονοπωλιοποίησης της παραγωγικής δυνατότητας της χώρας, τις οποίες ευνόησε η μερική  καταστροφή του κεφαλαίου. Τα μονοπώλια έχουν την δυνατότητα, αντί να μειώνουν τις τιμές (και για ποιο λόγο;), να μειώνουν την προσφορά, συναντώντας την μειωμένη ζήτηση σε άλλη διασταύρωση, διατηρώντας τις ίδιες τιμές ή και αυξάνοντάς τες. Αυτό βέβαια σημαίνει περαιτέρω αύξηση της ανεργίας και, όχι παραδόξως, αποκόμιση μεγαλύτερων κερδών, τόσο απ' την μείωση του κόστους της εργατικής δύναμης, όσο κι από την αγορά των προϊόντων που αγοράζουν, εκμεταλλευόμενοι και τις συνθήκες μονοψωνίου που αναπτύσσονται παράλληλα με την μονοπώληση της αγοράς.   

Γιατί, λοιπόν, σώνει και καλά η ανταγωνιστικότητα να είναι καλό για όλους μας; 
Είδαμε πως, στο εσωτερικό τοπίο, η ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας ευνόησε μόνο μια μικρή ελίτ καπιταλιστών με τεράστιο κοινωνικό κόστος. Το ώφελος μιας μικρής μειονότητας του πληθυσμού καθρεφτίζεται στην τρομακτική ζημιά που υπέστη η μέγιστη πλειονότητα. Τι γίνεται όμως σε ότι αφορά την ποθητή, όπως μας λένε "τόνωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας σε διεθνές επίπεδο"; Ας το δούμε υποθετικά.

Ας υποθέσουμε ότι ένα μέρος του κεφαλαίου που παράγει για εξαγωγή προϊόντων στην διεθνή αγορά βρέθηκε σε ισχυρότερη ανταγωνιστική θέση, λόγω της μεγάλης χάρης που του έκανε η πολιτική μείωσης του κόστους της εργατικής δύναμης. Κι ας υποθέσουμε ότι η παραγωγή του αυξήθηκε (πράγμα που εξαρτάται από μια δέσμη παραγόντων, από τους οποίους το μειωμένο κόστος παραγωγής είναι ένας, κι όχι πάντα ο καθοριστικός). Οι εν λόγω απολογητές θα μας πουν ότι αυτό βελτιώνει το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας, δημιουργεί θέσεις εργασίας, αυτές με την σειρά τους αυξάνουν την εσωτερική ζήτηση, βοηθώντας την ανάκαμψη, και γενικά αυξάνεται ο πλούτος της χώρας, με αποτέλεσμα το κοινό ώφελος.  Οι απολογητές αυτής της θεμελιώδους για τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου αρχής θα μας πούνε ότι είναι κορυφαίας σημαντικότητας και για πολλούς άλλους λόγους. Μέσω του ανταγωνισμού βελτιώνεται η συνολική παραγωγική ικανότητα του συστήματος. Είναι ένα είδος αυτοκάθαρσης που αναδεικνύει ο,τι είναι υγιές και αποβάλλει ο,τι χάνει την δυναμικότητά του. Μέσω αυτής αναπτύσσονται νέοι παραγωγικοί μηχανισμοί και συνακόλουθα νέα προϊόντα στην αγορά. Τα νέα προϊόντα ικανοποιούν νέες ανάγκες κι αυτό με τη σειρά του δίνει νέα ώθηση στην ανάπτυξη της παραγωγής και τελικά συμβάλλει στην αυξημένη ευημερία όλων μας. Η έκθεση των "θετικών" αποτελεσμάτων της ανταγωνιστικότητας από τους απολογητές της μπορεί να πάρει απεριόριστο όγκο.

Έτσι ακριβώς;
Αυτό που στην πράξη συμβαίνει με την τόνωση της ανταγωνιστικότητας σε σχέση με την μερίδα του παραγωγικού δυναμικού της χώρας που εξάγει, είναι να έχει μικρής διάρκειας αποτέλεσμα σε ότι αφορά την διεθνή αλλά και την ντόπια αγορά. Το προβάδισμα που αποκτά στον διεθνή χώρο είναι προσωρινό και διαρκεί μέχρις ότου προφτάσουν οι ανταγωνιστές να προβούν σε ανάλογες κινήσεις.  Στον δε εσωτερικό χώρο, και στις πιο ευνοϊκές συνθήκες, τα ωφέλη φτάνουν ως τα περιοριστικά όρια τους, τα οποία δεν επαρκούν για την συνέχιση της ανάκαμψης, και απορροφούνται από το γενικότερο υφεσιακό πλαίσιο. Οι τεράστιες ζημιές που προκαλεί η τόνωση αυτής της ανταγωνιστικότητας δεν αποζημιώνονται από τα περιορισμένης κλίμακας ωφέλη.  Γενικά, αυτό δείχνουν τα αυξημένα ή υψηλά κέρδη μιας μερίδας μονοπωλίων εν μέσω της γενικότερης οικονομικής κατάθλιψης. Το οτι "ανθίζει" μια μερίδα του κεφαλαίου δεν είναι επαρκές για να φέρει την "άνοιξη" της ανάκαμψης.

Μετά, τι γίνεται με τα αυξημένα κέρδη και την υπεραξία που εμπεριέχουν; Αυτά δεν γίνονται επενδύσεις στο εσωτερικό της χώρας διότι η ζήτηση είναι απαγορευτική για κάτι τέτοιο. Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι αυτό το τμήμα που παράγει για εξαγωγή ανανεώνει τον εξοπλισμό του για να διατηρήσει το ανταγωνιστικό του προβάδισμα, οι πιθανότητες είναι ο κύριος, αν όχι όλος, ο εξοπλισμός να εισάγεται, μειώνοντας τα ωφέλη των εξαγωγών. Έτσι καταλήγουμε να μην βλέπουμε τα κέρδη, τα οποία μετατρέπονται σε αποταμιεύσεις στο εξωτερικό ή σε διοχέτευση τους στο διεθνές χρηματιστικό παιχνίδι. 


Είναι προφανές ότι για τους ναυαγοσώστες του καπιταλισμού το κλειδί βρίσκεται στην τεχνητή τόνωση της ζήτησης. Αυτό ήταν κατά βάση και το πρόταγμα των νεοκευνσιανών θεωρητικών του Σύριζα, πριν την άνοδο του στην διακυβέρνηση της χώρας. Αυτό το πρόταγμα, όμως, αν πράγματι είχαν την πρόθεση να το κάνουν πράξη ποτέ, προσκρούει στην αδυναμία μιας οποιαδήποτε κυβέρνησης να μετατρέψει το κράτος σε χρηματοδότη ενός τέτοιου εγχειρήματος, μέσα στο ζουρλομανδύα της Ευρωζώνης και της ΕΕ. Αλλά κι έξω από το ασφυκτικό περιτύλιγμά τους, προϋποθέτει δυνατότητα δανεισμού από τις "αγορές", οι οποίες δεν θεωρούν καλό και αξιόχρεο πελάτη μια χώρα που μόνο κατ' όνομα και επίσημα δεν είναι χρεοκοπημένη. Κι αυτά, πριν συζητήσουμε καν το κατά πόσο σοφό ή παλαβό θα ήταν ένα τέτοιο εγχείρημα, και με αποκλειστικά καπιταλιστικούς όρους. 








1 σχόλιο:

  1. Μια προσθήκη: ένας άλλος τρόπος ανάπτυξης της ανταγωνιστικότητας, ο οποίος δεν ήταν στα κύρια θεματα που απασχολούν τα κείμενα, είναι η βίαια καταστροφή των ανταγωνιστών, ή ο βίαιος περιορισμός της αγοράς στην οποία απευθύνονται οι ανταγωνιστές της δεσπόζουσας μερίδας του κεφαλαίου, το εύρος δραστητιότητας της οποίας μπορεί να υπερβαίνει το κράτος-όριο, όπου εισερχόμεθα στο χώρο γεωπολιτικών παιχνιδιών και ιμπεριαλιστικών πολέμων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή