Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Κάποτε, όχι πολύ καιρό πριν, οι εργατικές εξεγέρσεις ήταν μια σπάνια εξαίρεση






«Υπήρξε μια εποχή, και όχι πολύ καιρό πριν, όταν οι εργατικές εξεγέρσεις ήταν μια σπάνια εξαίρεση, που ξέσπαγαν μόνο σε ορισμένες ειδικές περιστάσεις. Τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Πριν από μερικά χρόνια η βιομηχανία ήταν ανθηρή, το εμπόριο ήταν έντονο, και η ζήτηση για εργαζομένους ήταν μεγάλη. Παρ' όλα αυτά, οι εργαζόμενοι διοργάνωσαν μια σειρά από απεργίες για να βελτιώσουν τις συνθήκες εργασίας τους. Συνειδητοποίησαν ότι δεν πρέπει να αφήσουν τη ευκαιρία να γλιστρήσει, ότι θα πρέπει να επωφεληθούν από τη στιγμή που οι εργοδότες αποκόμιζαν ιδιαίτερα υψηλά κέρδη, τότε που ήταν ευκολότερο να κερδίσουν παραχωρήσεις από αυτούς. Η ανάπτυξη, ωστόσο, έχει δώσει τη θέση της σε μια κρίση. Οι κατασκευαστές δεν μπορούν να πουλήσουν τα προϊόντα τους, τα κέρδη έχουν μειωθεί, οι πτωχεύσεις έχουν αυξηθεί, τα εργοστάσια μειώνουν την παραγωγή, και οι εργαζόμενοι απολύονται και καταλήγουν στους δρόμους μαζικά, χωρίς ούτε ένα ξεροκόμματο ψωμιού. Οι εργαζόμενοι πρέπει τώρα να πολεμήσουν απεγνωσμένα, όχι να βελτιώσουν τις συνθήκες τους, αλλά και να διατηρήσουν τα παλιά επίπεδα και να μειώσουν τις απώλειες που οι εργοδότες τους επιβάλλουν. Και έτσι το κίνημα της εργατικής τάξης αναπτύσσεται σε βάθος και έκταση: στην αρχή, με αγώνες σε εξαιρετικές και μεμονωμένες περιπτώσεις. Στη συνέχεια, αδιάλειπτες  και πεισματικές μάχες στην διάρκεια της βιομηχανικής ευημερίας και της άνθησης του εμπορίου. Τέλος, παρόμοια συνεχής και επίμονη πάλη κατά την περίοδο της κρίσης. Μπορούμε τώρα να πούμε ότι το κίνημα της εργατικής τάξης έχει γίνει ένα μόνιμο χαρακτηριστικό της ζωής μας και ότι θα αυξηθεί. Όποιες και αν είναι οι συνθήκες.

»Η αλλαγή από την ανάπτυξη στην κρίση όχι μόνο θα διδάξει τους εργαζομένους μας ότι η ενωμένος αγώνας είναι μια μόνιμη ανάγκη, αλλά θα καταστρέψει επίσης τις επιβλαβείς αυταπάτες που άρχισε να διαμορφώνει κατά το χρόνο της βιομηχανικής ευημερίας. Με τη βοήθεια των απεργιών, οι εργαζόμενοι είχαν τη δυνατότητα σε ορισμένα μέρη να αναγκάσουν παραχωρήσεις από τους εργοδότες με σχετική ευκολία, και αυτός ο "οικονομικός" αγώνας απέκτησε μιαν υπερβολική σημασία. Ξεχάσανε ότι τα συνδικάτα και οι απεργίες μπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, μόνο να κερδίσουν ελαφρώς καλύτερους όρους για την πώληση της εργατικής δύναμης, ως εμπόρευμα.  Τα συνδικάτα και οι απεργίες δεν μπορούν να βοηθήσουν σε περιόδους κρίσης, όταν δεν υπάρχει ζήτηση γι 'αυτό το "εμπόρευμα", δεν μπορούν ν’ αλλάξουν τους όρους που μετατρέπουν την εργατική δύναμη σε εμπόρευμα, οι οποίοι καταδικάζουν τις μάζες των εργαζομένων σε απόλυτη ανέχεια και ανεργία. Για να αλλάξουν  αυτές τις συνθήκες, μια επαναστατική πάλη ενάντια σε ολόκληρο το υπάρχον κοινωνικό και πολιτικό σύστημα είναι απαραίτητη. Η βιομηχανική κρίση θα πείσει πάρα πολλούς εργάτες για την  ορθότητα αυτής της δήλωσης».

Λενιν, Άλλη μια Σφαγή
(μεταφραση από το ‘Another Massacre’)




Σε μια κρίση, είπε ο Λένιν, οι εργαζόμενοι πρέπει «να πολεμήσουν απεγνωσμένα, όχι για να βελτιώσουν τις συνθήκες τους, αλλά για να διατηρήσουν τo παλιό επίπεδο τους και να μειώσουν τις απώλειες που οι εργοδότες τους επιβάλλουν».



Σε τούτη την κρίση που βιώνουμε, παρότι οι εργαζόμενοι έχουν έρθει σε απόγνωση, εδώ δεν πολεμούν απεγνωσμένα για να «μειώσουν τις απώλειες που οι εργοδότες τους επιβάλλουν». Θα έλεγα πως δεν «ξεχάσανε ότι τα συνδικάτα και οι απεργίες μπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, μόνο να κερδίσουν ελαφρώς καλύτερους όρους για την πώληση της εργατικής δύναμης, ως εμπόρευμα», γιατί μάλλον δεν το ήξεραν. Ξεχάσανε πώς να αντιδρούνε, συνολικά σαν τάξη. Οι όποιες «αντεπιθέσεις» τους δεν συνιστούν καν ύβρη και απειλή κατά των εκμεταλλευτών και καταπιεστών τους.   



Αυτό που λέει ο Λένιν είναι ότι ο οικονομικός αγώνας, σε συνθήκες κρίσης δεν οδηγεί σε βελτίωση της θέσης των εργαζόμενων. Λογικά, λοιπόν, σε μια τέτοια κρισιακη φάση, όπως η παρούσα, πρέπει να κατανοείται βιωματικά η αλήθεια ότι στον καπιταλισμό, ακριβώς επειδή η ενέργεια που πουλούν οι εργάτες είναι εμπόρευμα, δεν θα πάψει να σπαταλιέται και να καταστρέφεται, δηλαδή (απλά ειπωμένα) δεν θα πάψει να καταστρέφεται η ζωή των εργαζόμενων κάθε φορά που οι κεφαλαιοκράτες δεν χρειάζονται αυτήν την ενέργεια και ότι για να εκλείψει αυτή η ανωμαλία πρέπει ο αγώνας των εργατών να  βάλει στο στόχαστρο του «ολόκληρο το υπάρχον κοινωνικό και πολιτικό σύστημα». Ο αγώνας των εργατών σε συνθήκες κρίσης, λοιπόν, δεν μπορεί παρά να είναι πολιτικός, ανατρεπτικός, επαναστατικός. Όμως σε τούτο τον τόπο και χρόνο, ceteris paribus, δεν φαίνεται πως η αντίδραση των εργατών μπορεί να προβιβαστεί σε επαναστατικό αγώνα, είτε είναι κατανοητή η παραπάνω λογική, είτε όχι.



Προφανώς, όσο πιο αναγκαίο είναι να πολιτικοποιηθεί ο αγώνας, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να είναι ενωμένος. Κι εδώ έγκειται το κυριότερο προβλημα, κατά την γνώμη μου: η κρίση αυτή,  για να χρησιμοποιήσω τις λέξεις του Λένιν πάλι, δεν έχει «διδάξει τους εργαζομένους μας ότι ο ενωμένος αγώνας είναι μια μόνιμη ανάγκη». Υπογραμμίζω το «ενωμένος», διότι το μόνο πράγμα που φοβάται η αστική τάξη, είναι η ενότητα της εργατικής τάξης. Αν δεν είναι ενωμένος ο αγώνας, ούτε μαζικός ούτε αποτελεσματικός μπορεί να είναι. Για την ανάδειξη ταξικής συνείδησης σε συνδυασμό με ανάπτυξη ανατρεπτικής δράσης και τελικά για την πραγματοποίηση της επανάστασης, η ενότητα μπορεί να μην είναι επαρκής συνθήκη. Σίγουρα όμως είναι αναγκαία. Άραγε λοιπόν, είναι ασφαλές το συμπέρασμα ότι η ενότητα προηγείται της πολιτικοποίησης του αγώνα; Αν είναι έτσι, τότε το μάθημα της ενότητας πρέπει να το πάρουν πάλι, ή να το διδαχτούν για πρώτη φορά οι εργαζόμενοι, με τους κομμουνιστές μπροστά, ξεκινώντας από το βασικότερο, το χαμηλότερο σημείο στο οποίο έχουν αποτύχει: από τη μάχη για να αποτρέψουν τις απώλειες τους.



Ο κίνδυνος που ελλοχεύει σ΄ αυτήν την κατεύθυνση είναι οι κομμουνιστές να γίνουν αρωγοί και ουραγοί ενός μεταρρυθμιστικού εγχειρήματος που καταλήγει να διασφαλίζει, κι ακόμα, να θωρακίζει το σύστημα αντί να το προσβάλει. Απ’ την άλλη, αν οι κομμουνιστές δεν δραστηριοποιηθούν σ’ αυτή την κατεύθυνση, ίσως να είναι μεγαλύτερος ο κίνδυνος να εμφανιστούν σαν αυστηροί ηθικοί δικαστές της εργατικής τάξης που κρίνουν ότι θα συνεχίσει να τιμωρείται, και ίσως της αξίζει αυτό,  μέχρις ότου ο κύριος όγκος της καταλάβει επιτέλους ότι πρέπει να εναντιωθεί στον καπιταλισμό, ή ώσπου να ενστερνιστεί το είδος της σοσιαλιστικής διεξόδου που οι ίδιοι προγραμματίζουν για λογαριασμό της; Αυτή η μερίδα της εργατικής τάξης, όμως, δεν δίνει δεκάρα για το πόσο «ξεκάθαροι» επαναστάτες δηλώνουν πως είναι οι κομμουνιστές. Και μάλιστα, αν έχει αγοράσει και την «αριστεροφανή» προπαγάνδα κατά την οποία οι κομμουνιστές δεν είναι διατεθειμένοι να θυσιάζουν την υποτιθέμενη καθαρότητα τους για χάρη μιας υποτιθέμενης ενότητας, τότε αποκτά και «θεωρητική» δικαιολογία για να τους απορρίπτει. Αυτό σημαίνει ότι στον συνδικαλιστικό χώρο ο ίδιος όγκος θα συνεχίσει να αναδεικνύει ηγεσίες με βάση την πολιτική προκατάληψη του, οπότε και να είχε την διάθεση να εξεγερθεί (που πιστεύω ότι λόγω ταξικών ανακλαστικών την έχει), αυτή δεν θα εκφραστεί ποτέ.



Το προβλημα είναι ότι, όσο θλιβερά τυφλωμένο κι αν φαίνεται ένα τμήμα της εργατικής τάξης, όσο εξοργιστικά πεισματάρικο και κολλημένο στον άθλιο συντηρητισμό του κι αν παραμένει, είναι μέρος της εργατικής τάξης. Είναι το αναπόσπαστο τμήμα της, που αν δεν αλλάξει τον τρόπο που βλέπει τον κόσμο, και τους κομμουνιστές, ανατροπή δεν γίνεται. Είναι φυσικό να «μπαφιάζουν» οι κομμουνιστές μ’ αυτή την μίζερη και ραγιάδικη πλευρά της εργατικής τάξης. Αλλά, ούτως ή άλλως, αυτή είναι η «πρώτη ύλη» της επανάστασης και αν παραμείνει ακατέργαστο μπάζο, μετατρέπεται σε οχύρωμα των αστών. Αυτό το «υλικό» δεν θ΄ αλλάξει από μόνο στον αιώνα τον άπαντα. Θ’ αλλάξει μόνο μέσα στην σχέση του με τους κομμουνιστές. Και για να γίνει αυτό, αν η παρούσα σχέση δεν λειτουργεί, πρέπει ν’ αλλάξει αυτή η σχέση. Αλλιώς δεν γίνεται. Αυτό το νόημα θα είχε η στροφή των κομμουνιστών προς μια αμυντική τακτική. Πρέπει ν’ αλλάξει μορφή και περιεχόμενο η τακτική, για να αλλάξει η σχέση της πρωτοπορίας με το μέρος τους σώματος που αρνείται να την ακολουθήσει. Βέβαια, εξυπακούεται, μια τέτοια αμυντική τακτική η οποία δικαιολογείται όταν ο εχθρός είναι και φαίνεται πολύ ισχυρότερος, και σ΄ ένα δυσμενή συσχετισμό όπως ο τωρινός,  πρέπει να υιοθετηθεί μόνο με την προϋπόθεση ότι οι κομμουνιστές, σαν εργατική πρωτοπορία, δεν θα απολέσουν ούτε στιγμή τον στόχο της ανατροπής αυτού του συστήματος. 



Το ερώτημα τώρα που τιθεται είναι αν θα πραξουν σωστά και φρόνιμα οι κομμουνιστές να συνεργαστούν τακτικά και με μια "αριστερά" που φιλοδοξεί να δώσει "το φιλί της ζωής" στον καπιταλισμό. Μπορούν και πρέπει να πρωτοστατούν σε κοινή πάλη  και με αυτούς που χαρακτηρίζουν ως οπορτουνιστές; Θα απαντούσα με κατάφαση σε οτι αφορά τρέχοντα προβλήματα στα οποία έχουν μια κοινή τομή θέσεων, σ΄ αυτά που συμφωνούν. Μπορούν να συμπαραταχτούν τακτικά σε μια γνήσια προσπάθεια να αναχαιτίσουν την επίθεση που δέχεται η εργατική τάξη και τα υπόλοιπα λαϊκά στρώματα.



Ας σκεφτούμε σοβαρά τι μπορεί να χαθεί και τι να κερδισθεί από ένα τέτοιο συμβιβασμό, πριν απαντήσομε. Το πρώτο, και το προφανέστερο, είναι ότι εφόσον δεν μπορείς να αντεπιτεθείς σε τούτη τη φάση, και αντιμετωπίζοντας μιαν ανελέητη επίθεση εναντίον σου που συνεχίζεται, αναγκαστικά θα υποχωρείς με τη βία και θα χάνεις. Όταν λοιπόν δεν μπορείς, εκ των πραγμάτων, να κάνεις αντεπίθεση, τουλάχιστον βελτίωσε την άμυνα σου.



Τι θα έχαναν οι κομμουνιστές απο ένα τέτοιο εγχείρημα, αν κρίνεται ότι μ’ αυτό τον τρόπο η εργατική τάξη μπορεί ν’ αρχίσει να κερδίζει κάποιες μάχες, επιτέλους – ακόμα κι  αν αυτές δεν στρέφονται άμεσα κατά του συστήματος; Τίποτε. Αντίθετα, πολλά θα κερδίσει η σχέση τους με το τμήμα των εργαζόμενων που τους βλέπει δύσπιστα ή προκατειλημμένα, αν συμβάλλουν και πρωτοστατήσουν στον αγώνα για να μην χειροτερεύει ακόμα η θέση των. 

Ένα άλλο, σοβαροτερο ερώτημα εδώ είναι αν θα προωθηθεί η υπόθεση της επανάστασης μ’ αυτό τον τρόπο. Κι είναι ένα ερώτημα που πιθανόν να κρύβει κι έναν αδήλωτο φόβο ότι, αν κερδισθούν μάχες, που βελτιώνουν την οικονομική θέση των εργατών, αυτό θα αμβλύνει τις αντιθέσεις βοηθώντας στην επιβίωση του συστήματος.  Μα ο αμυντικός αγώνας με στόχο να μην πληρώσουν οι εργάτες το κόστος της κρίσης είναι πολιτικός, ακριβώς επειδή είναι αδύνατον οι κεφαλαιοκράτες να υποχωρήσουν από το σχέδιο επιβολής των όρων τους στην αγορά εργασίας. Αυτό είναι ακρογωνιαίο στοιχείο της διεθνούς στρατηγικής του κεφαλαίου. Οι εργάτες δεν υποφέρουν μόνο από αυτό που είναι αναπόφευκτο στον καπιταλισμό – από τον παροπλισμό, την σπατάλη και καταστροφή σημαντικού μέρους αυτού του «εμπορεύματος» που λέγεται εργατική δύναμη (που σημαίνει ανεργία, φτώχια, αρρώστια και πιθανόν πόλεμος). Όροι των κεφαλαιοκρατών είναι επίσης και η μείωση της τιμής αυτού του «εμπορεύματος», και η επιβολή συνθηκών εργασίας οι οποίες, για να είναι ολοένα και περισσότερο επωφελείς για τους ίδιους, γίνονται προοδευτικά επαχθέστερες για τους εργαζόμενους. Έτσι, ο αγώνας για αποτροπή των απωλειών της εργατικής τάξης σήμερα δεν θα μπορούσε να παραμείνει ένας ακραιφνώς «οικονομικός», ρεφορμιστικός αγώνας. Αναγκαστικά στην πορεία θα εκθέσει τις διαθέσεις και  τα όρια του συστήματος.    



Οι κομμουνιστές πρέπει να πρωτοστατήσουν σε ενωτικές πρωτοβουλίες που στοχεύουν στην άμυνα των εργαζόμενων, στην αναχαίτιση των απωλειών τους, όχι βέβαια «άνευ όρων», αλλά με μεγάλη προσοχή όταν θέτουν πολιτικούς όρους (στους εαυτούς τους πρώτα, πριν τους θέσουν σε άλλους) σαν προϋπόθεση μιας τακτικής συνεργασίας. Παραδόξως, η πιθανότητα να δεχτεί η εργατική τάξη ν’ ακούσει για την ανατροπή του συστήματος μειώνεται όταν γίνει αντιληπτό (λαθεμένα ή σωστά) ότι η πάλη γι αυτήν μπαίνει σαν όρος για την συμμετοχή των κομμουνιστών σε ενωτική πάλη για την προστασία των κεκτημένων τους.



Κάποιοι θα μου έλεγαν εδώ ότι «αυτά που λες ότι πρέπει να γίνουν, ήδη γίνονται. Το κόμμα  ήδη παλεύει και για τα τρέχοντα προβλήματα». Αυτό που ισχυρίζομαι είναι το ίδιο, με μια μικρή αλλά πολύ σημαντική διαφορά: Μιλώντας πιο συγκεκριμένα, θα πω κάτι που είναι γνωστό σε όλους, αλλά πολλοί επιμένουν να το αγνοούν: οι  ευρύτερες πλατφόρμες του ΚΚΕ, όπως το ΠΑΜΕ, Λαϊκές Επιτροπές κτλ, στην σημερινή φάση (δεν μιλώ για κάποιο  απρόβλεπτο μέλλον) δεν πρόκειται να γίνουν το αποκλειστικό «όχημα» της Κοινωνικής Συμμαχίας – όσο κι αν αυτό κάποιοι (μεταξύ τους κι εγώ) θα το θεωρούσαν ευχής έργο. Κατά συνέπεια, αν θέλουμε «λαϊκή συμμαχία», και την θέλουμε να αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά τώρα, θα πρέπει να είναι μια κοινωνική συμμαχία μέσα στην οποία, στο ξεκίνημα της τουλάχιστον, ένας απο τους σύμμαχους θα είναι και το ΚΚΕ. Στην σημερινή συγκυρία, το ΚΚΕ, μαζί με τους ευρύτερους φορείς της λαϊκής συμμαχίας που προσπαθει να χτίσει, αδυνατεί να αναχαιτίσει την επίθεση που δέχεται οι εργατική τάξη και τα μεσαία στρώματα. 

Η πικρή αλήθεια είναι ότι η εργατική τάξη δεν αμύνεται, διότι δεν μπορεί να αμυνθεί. Και δεν μπορεί ν΄ αμυνθεί γιατί την έχουν κάνει «κομμάτια».



Συνακόλουθα, αποδοχή του πολιτικού πλαισίου του κόμματος δεν μπορεί να είναι προϋπόθεση για την συγκρότηση μιας πραγματικής λαϊκής συμμαχίας – μπορεί μόνο να την εμπνεύσει σε μια πορεία όπου οι κομμουνιστές κερδίζουν με την στάση και την πειθώ τους, ανάμεσα σε ίσους που ποτέ δεν  είναι, και ουδέποτε θα γίνουν,  όμοιοι.



Και ρωτώ: Να λερώσουν λίγο τα χέρια τους προκειμένου να τραβήξουν το κίνημα έξω απ’ το βάλτο στον οποίο έχει συρθεί, προκειμένου ν’ αλλάξει η ψυχολογία των εργατών μόλις αντιληφτούν την δύναμη που έχουν στην ενότητα τους, και για να αισθανθούν ότι η μοίρα τους μπορεί ν΄ αλλάξει;



Ας το κάνουν. Δεν καθαρίζεις κάτι που έχει βρωμίσει με πεντακάθαρη την φορεσιά σου.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου