Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Προς μια Νέα Προσέγγιση του Περιβάλλοντος (αναδημοσίευση)

Μια εισαγωγικη νοτα
 

Στο άρθρο Προς μια Νέα Προσέγγιση του Περιβάλλοντος γίνονται κάποιες διαπιστώσεις για τον χαρακτήρα της σημερινής περιβαλλοντικής κρίσης και της   αναγκαιότητας  για μια νέα παρέμβαση της Μαρξιστικής αριστεράς που να εστιάζεται στη ανάπτυξη του περιβαλλοντικού κινήματος  με τρόπο που η προοπτική της ανατροπής του καπιταλισμού να καταστεί στρατηγικός του στόχος.  Κι αυτό όχι απλά γιατί θα ωφελούσε στην ανάπτυξη της Μαρξιστικής αριστεράς αποτελώντας ευχής έργο, αλλά γιατί, αν το ζητούμενο είναι η διάσωση του πλανήτη, τότε η ανατροπή του καπιταλισμού πρέπει να θεωρείται όχι μόνο κοινωνικά αναγκαία αλλά και και μέρος της φυσικής εξελιξης μας.


Με δοσμένη την πλανητική διάσταση του προβλήματος, φαίνεται τεράστιο  το καθήκον οργάνωσης μιας αντεπίθεσης των πλατύτερων στρωμάτων του πληθυσμού που απειλείται απο ένα οικονομικά, κοινωνικά, πολιτισμικά και ηθικά φαλιρισμένο σύστημα όχι απλά σαν υποκείμενο αυτής της παντελούς πτώχευσης και παρακμής αλλά πλέον σαν φύση. Σε μέρες που η επίθεση του κεφαλαίου σε κάθε πτυχή της ζωής στον πλανήτη φαίνεται ασυγκράτητη, μια απαισιοδοξία για το μέλλον δεν είναι έτερον εκάτερον. Όμως να υπενθυμίσω τούτο (στον εαυτό μου πρώτα): Όπως μας έχει διδάξει η πείρα ιστορικά καταλυτικών αλλαγών, παραδόξως (;) όλες σχεδόν ξεκίνησαν με πολύ μικρά βήματα. 


*****************************************


Προς μια Νέα Προσέγγιση του Περιβάλλοντος



Είναι πλέον κοινή η διαπίστωση ότι το περιβάλλον διανύει ένα κρισιακό στάδιο υποβάθμισης που προοπτικά θέτει υπό σοβαρή αμφισβήτηση την συνέχεια της ζωής, όπως αυτή μας είναι γνώριμη, στον πλανήτη. Είμαστε μάρτυρες φαινομένων οικολογικών καταστροφών πρωτοφανών στην ιστορία της ανθρωπότητας, καταστροφών που είναι άμεσες ή έμμεσες συνέπειες μιας σχέσης του ανθρώπου με την φύση την οποία το κυρίαρχο οικονομικό σύστημα έχει καταστήσει αξεπέραστα καταχρηστική. Πρόκειται για μια άνευ προηγουμένου κρίση, η αντιμετώπιση της οποίας δεν δικαιολογεί επανάπαυση.

Η αισθητή πλέον υπερθέρμανση του πλανήτη δεν είναι ένα θέμα που απλά απασχολεί ειδήμονες, έχει γίνει οικουμενική εμπειρία. Κάθε χρόνο με αύξοντα  ρυθμό, τεράστιες εκτάσεις δασών, καλλιεργειών και κατοικημένων περιοχών παραδίδονται στην πυρά που απανθρακώνει επίσης ανθρώπους και ζώα εντείνοντας το πρόβλημα. Η άνοδος της στάθμης  της θάλασσας από την τήξη των πολικών πάγων οδηγεί κάτοικους σε παράκτιες περιοχές προς οριστική εγκατάλειψη των εστιών τους, ενώ ακόμα πιο δραματικές είναι οι βιβλικές καταστροφές που προκαλούνται από τις απρόβλεπτες μετεωρολογικές αλλαγές με τις οποίες σχετίζεται.

Κοινή είναι η διαπίστωση ότι η τρύπα του όζοντος δεν καθιστά μόνο τον σύγχρονο άνθρωπο πιο εκτεθειμένο από ποτέ άλλοτε στην επιφάνεια της Γης αλλά και ολόκληρη την χλωρίδα και πανίδα – η ζωή δεν αναπαράγεται πλέον με τον γνώριμο της τρόπο. Φαινόμενα όπως η ρύπανση της ατμόσφαιρας, των νερών και του εδάφους οδηγούν γενικότερα σ’ ένα κορεσμό της ικανότητας του περιβάλλοντος να αφομοιώσει την επίθεση που δέχεται. Παράλληλα, η συνεχόμενη καταστροφή οικοσυστημάτων σε αλληλεπίδραση με την επεκτεινόμενη ερημοποίηση δεν σημαίνουν μόνο με μια θλιβερή εξαφάνιση από το πρόσωπο της Γης ειδών που διένυσαν εξέλιξη εκατομμυρίων χρόνων, αλλά και ότι ήδη ένα μεγάλο τμήμα της ανθρωπότητας δεν μπορεί να επιβιώσει στην Γη. Η ανεξέλεγκτη διόγκωση των απορριμμάτων δεν συνδυάζονται απλά με μια χωροταξική αταξία, είναι χαρακτηριστικό επίσης μιας σπατάλης πηγών που ενισχύεται από το διαφημιστικό πακετάρισμα των προϊόντων μαζικής κατανάλωσης και κυρίως οφείλεται σ’ ένα αρρωστημένο καταναλωτισμό που εξακολουθεί να είναι η εμμονή του συστήματος και, ειρωνικά, έχει καταστεί το ιδεολογικό αντίδοτο της δραματικά αυξανόμενης ανέχειας.

Κοντά σ’ αυτά, η αλόγιστη χρησιμοποίηση χημικο-φαρμακευτικών ουσιών στις ζωοτροφές και στην αγροκαλλιέργεια, περνώντας στις αλυσίδες παραγωγής τροφίμων δεν είναι μόνο άμεσα βλαβερή στη υγεία ενισχύει επίσης την τάση των βακτηρίων και ιών να προσαρμόζονται, προβάλλοντας τώρα μια πρωτόγνωρη αντίσταση σε φαρμακευτικές αγωγές. Η αυστηρή τυποποίηση των προϊόντων των μονοπωλίων που ελέγχουν την αγορά τροφίμων, η οποία επιβάλλεται στους παραγωγούς, δεν καταστρέφει μόνο την πολυμορφία των καλλιεργειών, οδηγώντας σε πτώχευση της βιοποικιλότητας,  συνδυάζεται και με εντατικοποίηση της παραγωγής που διευκολύνει την εισαγωγή γενετικά μεταλλαγμένων προϊόντων με ανεξέλεγκτες και απρόβλεπτες επιπτώσεις. Μια εμμονή στη παραγωγή πυρηνικής ενέργειας, που οφείλεται πρώτιστα σε πολιτικο-στρατιωτικούς παράγοντες, δημιουργεί πυρηνικά απόβλητα που καταδικάζουν τις επόμενες γενιές  να προβληματίζονται για την επί αιώνες ασφαλή διαφύλαξη τους. Τα πυρηνικά οπλοστάσια επεκτείνονται και η χρήση πυρηνικών όπλων έχει πάψει να είναι ταμπού, μετά την κατ’ επανάληψη χρήση βλημάτων με απεμπλουτισμένο ουράνιο απο τις ΗΠΑ σε στρατιωτικές τους επεμβάσεις. Και, σαν να μην έφταναν αυτά, συστήματα χημικού και βιολογικού πολέμου εμπλουτίζονται. Μια παραφουσκωμένη οπλική ποικιλία φρίκης εγκυμονεί για το περιβάλλον πολλαπλάσιες χαριστικές βολές απ’ όσες χρειάζεται για να το αποτελειώσει.

Ο σύγχρονος σκεπτόμενος άνθρωπος δεν μπορεί παρά να αισθάνεται πολιορκημένος από παντού. Αυτό έχει γίνει οικουμενική εμπειρία.  Κι ενώ λοιπόν υπάρχουν κοινές διαπιστώσεις για μια σειρά προβλημάτων, η λίστα των οποίων δεν εξαντλείται σε τούτο το κείμενο, στην προβληματική που αφορά τους τρόπους του ξεπεράσματος της κρίσης, όσο υφίσταται ακόμα αυτή η δυνατότητα, δεν υπάρχει συμφωνία. Ένα βασικός λόγος για τούτο είναι ότι κάθε άλλο παρά κοινές μπορεί να είναι ερμηνείες των αιτιών της κρίσης. Ας τεθεί κατ' αρχήν το ερώτημα του εάν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα του περιβάλλοντος μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος. Αν πιστέψουμε τους πολιτικούς θεράποντες του διεθνοποιημένου κεφαλαίου πρέπει, με σταυρωμένα τα χέρια αν όχι με κομμένη την ανάσα, να περιμένουμε τους ίδιους να δώσουν καπιταλιστικές λύσεις στο πρόβλημα. Βασική όμως προϋπόθεση για την λύση ενός προβλήματος με πλανητική διάσταση είναι μια ενιαία παγκόσμια στρατηγική, πράγμα που είναι ανήκουστο στην σημερινή συγκυρία.

Ας δούμε μια πτυχή του πως αντιμετωπίζεται το ενεργειακό πρόβλημα που σχετίζεται άρρηκτα με την προστασία του περιβάλλοντος.  Αυτό που βλέπουμε σ' αυτή την φάση δεν είναι μια ενοποιημένη κεφαλαιοκρατία (ακόμα κι αν αυτό ήταν δυνατό στην σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας) αλλά μια όξυνση ιμπεριαλιστών αντιθέσεων που εκφράζεται στην ξέφρενη ανταγωνιστική κούρσα  για αρπαγή των πηγών ενέργειας και για εξασφάλιση αγορών στις οποίες τα προϊόντα της εκμετάλλευσης των διατίθενται, αλλά όχι μόνο. Μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού και την νέα γεωπολιτική ισορροπία τρόμου που επικράτησε σαν αποτέλεσμα, όποτε τα παγκοσμιοποιημένα σχήματα ολοκλήρωσης του κεφαλαίου δείχνουν ομοφωνία, αυτό που βλέπουμε είναι ότι συμβαίνει μόνο όταν εναλλάσσουν πολιτική με στρατιωτική βία και με εξωφρενική αλαζονεία και αμοραλισμό διεξάγουν πόλεμους εφιαλτικής αγριότητας προκείμενου να προασπίσουν τα συμφέροντα τους σ’ αυτόν τον τομέα. Το αποτέλεσμα, μαζί με άλλα ανείπωτα δεινά, είναι η περαιτέρω ανυπολόγιστη καταστροφή του περιβάλλοντος.

Κάποια τμήματα του κεφαλαίου σίγουρα θα είχαν συμφέρον να μην εξαρτάται η παραγωγή κυρίως σε ορυκτά καύσιμα, συμφέρον στη σταδιακή αντικατάσταση τους από συστήματα χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Κι εδώ επίσης εκφράζονται ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Απ’ τη μια ο Αμερικάνικος ιμπεριαλισμός δείχνει σταθερά προσηλωμένος και βασίζεται στην συνέχεια της εκμετάλλευσης ορυκτών καυσίμων μέχρι την εξάντληση τους. Η εκμετάλλευση ορυκτών καυσίμων μέχρι την εξάντληση τους φαίνεται να συμφέρει επίσης τον Ρωσικό  ιμπεριαλισμό και την αραβική απολυταρχία. Απ’ την άλλη, το ευρωπαϊκό κεφάλαιο, το οποίο είναι ενεργειακά εξαρτημένο, εμφανίζεται πιο «πράσινο». Ωστόσο, από κανένα δεν προτείνεται ένα συνολικό σχέδιο ριζικών αλλαγών σε ενεργειακό επίπεδο. Αντίθετα εντείνεται η τάση του κεφαλαίου να αντιμετωπίζει την ενέργεια σαν χώρο ληστρικής εκμετάλλευσης και ακατάσχετης αισχροκέρδειας. Το ότι η τάση αυτή δεν αναχαιτίζεται απο την οξύτητα του περιβαλλοντικού προβλήματος φαίνεται, π.χ., απο το γεγονός ότι την ίδια περίοδο που λιώνουν οι πάγοι των πόλων, οι ιμπεριαλιστές, αντί για σχέδιο διάσωσης του πλανήτη, καταστρώνουν σχέδια για αρπαγή και εκμετάλλευση των καινούριων κοιτασμάτων ορυκτών καυσίμων που, μεταξύ άλλων, γίνονται προσβάσιμα εκεί.

Κάποιοι, ίσως με μια δόση αφέλειας, θα μπορούσαν να επικαλεστούν ότι, όπως στην Ευρώπη έτσι και στην Αμερική (σε πολιτειακό επίπεδο, αν όχι σε ομοσπονδιακό) θεσμοθετείται η προστασία του περιβάλλοντος και, μεταξύ άλλων, φαίνεται να στηρίζεται η στροφή προς ηπιότερες μορφές ενέργειας ή περιορισμό της ενεργειακής σπατάλης. Η θεσμοθέτηση όμως αυτή αφορά την οικονομική στήριξη επενδύσεων σε συστήματα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, που γίνονται σπασμωδικά και σε αμελητέα κλίμακα, χωρίς να μπορούν να λύσουν το πρόβλημα συνολικά. Η λύση σκοντάφτει σε μια αξεπέραστη αντίφαση του συστήματος: Ενώ οι κεφαλαιοκράτες και τα φερέφωνα τους εκθειάζουν τη ελεύθερη αγορά, καταλαβαίνουν ότι το «μαγικό χέρι» της δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα και υπαγορεύουν κατά το δοκούν στο κράτος (το οποίο ελέγχουν) να επέμβει. Την επέμβαση του κράτους όμως περιορίζουν σε μέτρα που βοηθούν την δική τους κερδοσκοπία χωρίς να επιτρέπουν σ’ αυτό να τους επιβάλει στρατηγικές κατευθύνσεις ή ουσιαστικούς περιορισμούς της λειτουργίας τους. Ένα κρατικό ή διακρατικό οικονομικό πρόγραμμα που να επηρέαζε  την ασύδοτη δράση τους θα τους ήταν ανάθεμα. 

Πέρα από τον θόρυβο μιας πράσινης φλυαρίας και τις οποιεσδήποτε θεσμοθετήσεις που ούτως η άλλως είναι ανεπαρκούς εμβέλειας,  στο τέλος της μέρας, αυτό που βλέπουμε είναι ότι το μόνο που οι πολιτικοί θεράποντες του κεφαλαίου μπορούν και θέλουν να κάνουν είναι να το διευκολύνουν να κερδοσκοπήσει από την κρίση. Για τις οποιεσδήποτε αλλαγές το σίγουρο είναι ότι καλούνται οι εργαζόμενοι να πληρώσουν μια φορά με φόρους που μεταφράζονται σε επιδοτήσεις στο κεφάλαιο και, άλλη μια φορά, αγοράζοντας ενέργεια σε τιμές που εξασφαλίζουν υπερκέρδη στο κεφάλαιο.

Κάποιοι άλλοι, σίγουρα με μια δόση αφέλειας, ελπίζουν ότι οι άνθρωποι που ανήκουν στην ολιγαρχία του κεφαλαίου που σήμερα δυναστεύει τον κόσμο, δεν μπορεί παρά να κατανοούν ότι τα προνόμια τους μπορούν να διατηρηθούν μόνο σε ένα βιώσιμο πλανήτη και, στην έσχατη ανάγκη, θα κάνουν κάτι. Το ότι το κατανοούν είναι σίγουρο. Δείγματα όμως της συμπεριφοράς της ολιγαρχίας του κεφαλαίου υπάρχουν αρκετά για να σκιαγραφηθούν πως κατανοεί το πρόβλημα και τι προτίθεται να κάνει. Μαζί με τους περιοδικούς πολέμους με πρόσχημα την τρομοκρατία ή, πιο πρόσφατα, με στόχο την εγκαθίδρυση «δημοκρατικών» καθεστώτων που θα την εξυπηρετούν πιο δουλικά, έρχεται κι ένας εξευτελισμόs του διεθνούς δικαίου. Η κυριαρχία του δίκιου του ισχυρότερου, που επιβάλει η ολιγαρχία του κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα, απομακρύνει την ανθρωπότητα απο διεθνείς θεσμούς και πρακτικές που θα έλυναν διακρατικά προβλήματα με συναίνεση. Σε ενδοκρατικό επίπεδο, προωθεί νομοθετικές μανούβρες με στόχο τον περιορισμό των ελευθεριών (όπου δεν έχει ήδη εγκαθιδρύσει δικτατορία), αναπτύσσει συστήματα καταστολής, ιδρύει και νομιμοποιεί ιδιωτικούς στρατούς και τάγματα ασφαλείας,  συγκεντρώνει και επιβάλει αυστηρότερο έλεγχο στα μέσα ενημέρωσης, ολοκληρώνει το ψηφιακό φακέλωμα όλων των πολιτών  και παράλληλα αναπτύσσει ηλεκτρονικά συστήματα έλεγχου της ροής των πληροφοριών τα οποία, άμεσα ή έμμεσα, ελέγχει. Συνάμα, εισάγει αυστηρότερο έλεγχο της οικονομικής μετανάστευσης, για να αναχαιτίσει τις ορδές των πεινασμένων που ήδη άρχισαν να στρέφονται προς  τις αναπτυγμένες χώρες.

Δεν χρειάζονται προφητικές ικανότητες για να κάνει κάποιος μιά πρόβλεψη. Φαίνεται καθαρά ότι η εκδοχή εξελίξεων στην οποία οι δυνάστες του κόσμου ελπίζουν, προαναγγέλλει αφάνταστες συμφορές για την ανθρωπότητα. Η εξέλιξη προς ένα αβίωτο περιβάλλον σημαίνει ότι ολόκληροι πληθυσμοί, έξω από τα κλειστά τείχη των μητροπόλεων του ιμπεριαλισμού, καταδικάζονται σε θάνατο από λιμούς, τοπικούς πολέμους και αρρώστιες. Αλλά αυτή η εκδοχή δεν μπορεί να εννοηθεί χωρίς δραματική άνοδο της ανέχειας και αθλιότητας και μέσα στις χώρες που μέχρι σήμερα θεωρούνται αναπτυγμένες. Κατ’ αρχήν, η υποβάθμιση του περιβάλλοντος συμβαδίζει με την παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου η οποία βαθμιαία άρει την ανάγκη για προνομιακή θέση των πληθυσμών των αναπτυγμένων χωρών, παρότι αυτές εξακολουθούν να είναι τα κύρια ορμητήρια των ληστρικών επιθέσεων του ιμπεριαλισμού κατά του υπόλοιπου κόσμου. Η τακτική άμβλυνση των αντιθέσεων στο εσωτερικό τους διέβρωσε την πολιτική κουλτούρα με μια απάθεια η οποία τώρα επιτρέπει στην ολιγαρχία να δρομολογήσει την σταδιακή κατάργηση οικονομικών προνομίων των λαών των αναπτυγμένων χωρών χωρίς ουσιαστική αντίσταση. Αυτή η τάση έχει τα όρια της και δεν μπορεί να στηριχτεί εσαεί χωρίς την κατάργηση των  δικαιωμάτων και ελευθεριών τους.


Πασχίζοντας να αφήσει άθικτες τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, ενώ μεν η οικονομική ολιγαρχία για το εσωτερικό των μητροπόλεων επιφυλάσσει αθλιότητα, πολιτικό αυταρχισμό, δομές ελέγχου και καταστολής, και συστηματική πλύση εγκέφαλου, για τον υπόλοιπο κόσμο επιφυλάσσει μια στυγνή Μαλθουσιανή εκδοχή εξελίξεων κατά την οποία η οξύτητα των προβλημάτων θα «αμβλυνθεί» με έλεγχο του πληθυσμού, δηλαδή με γενοκτονίες πρωτοφανούς έκτασης. Αλλιώς δεν μπορεί να γίνει. Η ανομολόγητη εκδοχή εξελίξεων που μας επιφυλάσσει η διεθνής κεφαλαιοκρατική ολιγαρχία είναι οπισθοδρόμηση σε ένα είδος μεταβιομηχανικής φεουδαρχίας και απολυταρχίας με ουλτρα-καπιταλιστική τεχνολογία έλεγχου που να διασφαλίζει μεταλλαγμένα τα προνόμια της μέσα σ' ένα μισο-καταστρεμμένο πλανήτη του οποίου ο πληθυσμός θα έχει αποδεκατιστεί. Με αποδεκατισμένο το πληθυσμό σε περιοχές που υπερβαίνουν τα σύνορα των «αναπτυσσόμενων χωρών», όπως με ευφημισμό τώρα αποκαλούνται, η αγορά που τώρα απορροφά τα προϊόντα των λεγόμενων αναπτυγμένων χωρών δεν θα υπάρχει, είδη έχει αρχίσει να συρρικνώνεται. Επομένως αυτό που θα προκύψει, όταν ο καπιταλισμός φαει και τον ομφάλιο λώρο που τον τρέφει, δεν μπορεί να είναι ο καπιταλισμός που ξέρουμε. Μόνο που η ολιγαρχία του σχεδιάζει να παραμείνει ολιγαρχία στο καινούριο καθεστώς που θα διαμορφωθεί μέσα στον εφιάλτη της ανθρωπότητας.

Η πορεία προς ένα οικολογικό χάος, εκ των πραγμάτων, συνδυάζεται με μια εντροπία όλων των πτυχών της σύγχρονης κοινωνίας – είναι οικουμενικό σύμπτωμα ενός πολιτισμού σε παρακμή. Αυτή η διαπίστωση δεν βρίσκει έκφραση στην οικολογική γλώσσα των θεραπόντων του κεφαλαίου. Δεν διαθέτουν ούτε καν τις απαραίτητες έννοιες. Δεν μπορούν λοιπόν να πείσουν ότι έχουν πρόθεση ή ικανότητα να λύσουν το πλέον επείγον πρόβλημα του πλανήτη. Για μια ακόμα φορά, μαζί με τους φίλους, και εχθροί του Διαλεκτικού Υλισμού βρίσκονται αναγκασμένοι να ακουμπήσουν πάνω του, σε μια ενατένιση του κόσμου, όπως σήμερα τον βιώνουμε σαν περιβάλλον, για να τον ερμηνεύσουν με πειστικό τρόπο. Το ζωτικό θέμα όμως, όπως ο Μαρξ θα έλεγε, είναι πως να τον αλλάξουμε. Στην σχέση του με το περιβάλλον φαίνεται τώρα, πιο έντονα από ποτέ πριν, ότι ο καπιταλισμός σαν σύστημα έχει κυριολεκτικά καταντήσει καρκίνωμα για τον πλανήτη. Εκτός από την παντελή ηθική του πτώχευση, δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει χωρίς την καταστροφή του σώματος από το οποίο παρασιτικά τρέφεται και μαζί μ΄ αυτό να επιφέρει την αυτο-εξαφάνισή του.

Το πρόβλημα, αναμφισβήτητα, εντοπίζεται όχι γενικόλογα στην οικονομική δραστηριότητα του ανθρώπου, αλλά ποιο συγκεκριμένα στο τρόπο με τον οποίο αυτή οργανώνεται στο καπιταλιστικό σύστημα που στο σημερινό στάδιο παγκοσμιοποίησης του έχει γίνει ξέφρενα καταστρεπτικό. Η σημερινή κρίση είναι εμφανέστατα μια ρήξη μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής. Η θέση στα θεμέλια της προβληματικής που εκφράζει αυτό το κείμενο, επιπρόσθετα, είναι ότι σήμερα οι παραγωγικές δυνάμεις, όπως αναπτύσσονται στο θερμοκήπιο των καπιταλιστικών σχέσεων, όχι μόνο δεν χωρούν πλέον στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, αλλά δεν χωρούν πλέον στην σχέση του ανθρώπου με την φύση. Αυτό αποτελεί ένα καινούριο γνώρισμα του καπιταλισμού που, καθαυτό, τον φέρνει στον ουδό εξάντλησης των ορίων εξελιξιμότητας του σαν σύστημα.


Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων ήταν πάντα και είναι ο στόχος του καπιταλισμού και το κριτήριο της επιτυχίας του σαν σύστημα. Αυτό ήταν αρχή και για το σοσιαλιστικό σύστημα. Οι περίοδοι της κρίσης του καπιταλισμού ήταν πάντα περίοδοι κατά της οποίες οι παραγωγικές δυνάμεις δεν αναπτύσσονταν ή και έφθιναν. Η ανατροπή του σοσιαλισμού ακολούθησε μια ανάλογη κρίση κατά την οποία οι σχέσεις παραγωγής, διαστρεβλωμένες κυρίως απο πολιτικό οπορτουνισμό, έπαψαν να ενεργοποιούν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτό που έχει αλλάξει στην εποχή μας είναι ότι αυτή η αρχή της συνεχούς και άνευ όρων ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, που στον καπιταλισμό μεταφράζεται σε συσσώρευση κεφαλαίου, είναι πλέον αστήρικτη. Δεν είναι αφορισμός το να πούμε ότι η άνευ όρων οικονομική ανάπτυξη είναι πλέον αστήρικτη για οποιοδήποτε σύστημα. Με δοσμένο ότι η σημερινή κρίση είναι εμφανέστατα επίσης μια ρήξη μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και του περιβάλλοντος, δεν μπορούμε να αρκεστούμε στο να αλλάξουν μόνο οι σχέσεις παραγωγής. Εκτός απ’ αυτές πρέπει να αλλάξει κι ο χαρακτήρας των παραγωγικών δυνάμεων με τρόπο που να είναι συμβατές με ένα βιώσιμο περιβάλλον.

Σ’ αυτό το στάδιο, η ποσοτική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων οδηγεί στην αναγκαιότητα μιας ποιοτικής ανάπτυξης τους. Ενώ αυτή η αναγκαιότητα για ένα ποιοτικό άλμα στην σχέση του ανθρώπου με την φύση διαμορφώνεται σε φυσική ανάγκη μέσα στον καπιταλισμό, αντιφατικά απ’ το ίδιο το σύστημα, μπλοκάρεται η ικανοποίηση της. Σαν σύστημα πλέον, διαστρέφει την διαδικασία μιας φυσικής εξέλιξης της παγκοσμιοποιημένης  οικονομικής οργάνωσης της ανθρωπότητας.

Η παραπάνω συνθήκη φαίνεται καθαρότερα στον τομέα της ενέργειας  που διαπερνά όλους τις άλλες μορφές παραγωγής. Ο πλανήτης δεν μπορεί να αφομοιώσει την  ανισορροπίες που προκαλεί η παραγωγή, εάν η χρήση της ενέργειας δεν αλλάξει  ριζικά, και όχι μόνο. Που σημαίνει, απ’ τη μια την μείωση της κατανάλωσης με πιο οικονομική χρήση της και, απ’ την άλλη, την στροφή σε βιώσιμες μορφές με χρήση ανανεώσιμων πηγών. Αυτά απαιτούν βαθιές δομικές αλλαγές που θα επηρεάζουν πτυχές της βάσης αλλά και του εποικοδομήματος του συστήματος – αλλαγές σε οικονομικά μεν αλλά και σε διοικητικά, διαχειριστικά, νομοθετικά επίπεδα, και γενικά αλλαγές στην κουλτούρα.  Τα παραπάνω σίγουρα δεν θα γίνουν από την μια μέρα στην άλλη, αλλά ούτε από μόνα τους. Επείγει η αρχή της διαδικασίας για αλλαγή, με μια τέτοια κινητοποίηση που να υπερβαίνει τα όρια του τι ήταν μπορετό – και προϋπόθεση για τούτο είναι μια καινούρια δυναμική και φαντασία.

Η συνθήκη της αντίθεσης μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και της φύσης δεν είναι καινούρια. Αυτή ήταν και το αντικείμενο ενός Ρομαντικού προβληματισμού ο οποίος, από μια κυρίως φυσιολατρική και αισθητική σκοπιά,  έβλεπε με έντονα κριτικό μάτι την υποβάθμιση του περιβάλλοντος που συνδυαζόταν με την ραγδαία ανάπτυξη της βιομηχανίας κατά την περίοδο της βιομηχανικής επανάστασης στην Αγγλία του προπερασμένου αιώνα. Το καινούριο σ' αυτήν  την αντίθεση σήμερα είναι ότι είναι αξεπέραστη για τον καπιταλισμό.

Η οξύτατη κρίση στην οποία ο καπιταλισμός οδήγησε τον πλανήτη, φέρνει το μαρξιστικό κίνημα, αλλά και κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο, μπροστά σε μια διττή πρόκληση. Η πρώτη έγκειται στο πως κατανοούμε το πρόβλημα: αν δεχτούμε ότι το πρόβλημα είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός και άρα συνολική καπιταλιστική λύση γενικά στο πρόβλημα του περιβάλλοντος είναι ουτοπική και ανέφικτη, τότε το περιβάλλον δεν μπορεί να είναι αντικείμενο ενός οποιουδήποτε θεματικού κινήματος που ασκεί πίεση για αλλαγές που υποτίθεται ότι θα μπορούσαν να αφομοιωθούν από το σύστημα. Η τάση για μεμονωμένη αντιμετώπιση του είναι από τη φύση της μικροαστική, εκφράζει μια αδυναμία να ειδωθεί  το πρόβλημα σε ολόκληρο το φάσμα των διασυνδέσεων του. Εξ’ ου και οδηγεί σε σπασμωδικές κινήσεις, ακόμα κι αν αυτές εμπνέονται από γνήσια έγνοια για το περιβάλλον (που δεν συμβαίνει πάντα), που καταλήγουν χωρίς αποτέλεσμα άλλο από ένα εντυπωσιασμό. Αυτό εξηγεί επίσης και την κατρακύλα κάποιων οικολόγων και πράσινων σε πολιτικές, από κυβερνητικές θέσεις (π.χ. όπως συνέβη στην Γερμανία), που κάθε άλλο παρά την περιβαλλοντική υπόθεση υπηρέτησαν.

Η θεωρητική κατανόηση και η πράξη δεν μπορεί παρά να αναπτυχθούν μαζί και σε διαλεκτική αλληλοτροφοδότηση. Μα για να γίνει αυτό, η Μαρξιστική Αριστερά πρέπει να κάνει το πρώτο βήμα εμφανιζόμενη με εμπλουτισμένη προβληματική που να βοηθά στην διάλυση των προκαταλήψεων που παγιδεύουν σε αδράνεια ένα κόσμο που σήμερα, ίσως περισσότερο από ποτέ πριν, θα έπρεπε να δρα.

Τι εννοούμε προκαταλήψεις. Στην σφαίρα των ιδεών η μάχη δεν έπαψε να μαίνεται. Αίφνης, είκοσι(-και) χρόνια μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης η αντισοβιετική προπαγάνδα δεν έχει κοπάσει. Μέρος αυτής της προπαγάνδας, η οποία είναι διάσπαρτη και στον πράσινο τύπο, εστιάζεται σε περιβαλλοντικά προβλήματα που δημιούργησε η εκβιομηχάνιση της, σε μια προσπάθεια να πείσουν ότι ο σοσιαλισμός δεν έδειξε περισσότερη ευαισθησία για το περιβάλλον από τον αναπτυγμένο καπιταλισμό. Ένας στόχος της προπαγάνδας είναι οι κομμουνιστές που, υποτίθεται, εθελοτυφλούν γι’ αυτά τα προβλήματα και ονειρεύονται επιστροφή σ’ ένα παρελθόν που δήθεν απέτυχε, μεταξύ άλλων, και στο πρόβλημα του περιβάλλοντος. Η να πείσουν ότι η Μαρξιστική θεώρηση των πραγμάτων είναι στενά οικονομίστικη και θεωρητικά παρωχημένη εφόσον παραμελεί το ζήτημα του περιβάλλοντος. 

Δεν είναι περιττό εδώ να πούμε πως, φυσικά, αποσιωπείται ότι δεν συμφέρει – όπως, για παράδειγμα, το ότι η  Σοβιετική Ένωση αναπτυσσόταν χωροταξικά με πολύ μεγαλύτερο σεβασμό στο ανθρώπινο περιβάλλον και την πολιτιστική κληρονομιά των λαών της από ότι έχει να επιδείξει ο καπιταλισμός οπουδήποτε, αλλά και κυρίως αυτό: ότι αναγκάστηκε να ξανακτίσει την υποδομή της, να ξανακτίσει πόλεις της από τη αρχή, μετά την κατεδάφιση τους στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο από το κεφάλαιο που, ντυμένο με Ναζιστική ενδυμασία, εξαπόλυσε λυσσαλέα επίθεση εναντίον της. Γενικά, αποσιωπείται  ότι οι ρυθμοί εκβιομηχάνισης της Σοβιετικής Ένωσης, ως ένα βαθμό, επιβλήθηκαν από την ιμπεριαλιστική κεφαλαιοκρατία που διεξήγαγε ένα αδιάκοπο ψυχρό ή (κατά περιόδους) θερμό πόλεμο εναντίον της. Επιπρόσθετα, η προβληματική για το περιβάλλον αναπτύχθηκε με εντονότερους από ποτέ ρυθμούς στο τελευταίο τέταρτο του περασμένου αιώνα, και επιταχύνθηκε κυρίως μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού, η οποία δεν οδήγησε σε επίλυση αλλά σίγουρα σε όξυνση των περιβαλλοντικών προβλημάτων. 

Ωστόσο, η Μαρξιστική αριστερά, χρειάζεται πρώτιστα να αντιπαραθέσει συγκεκριμένη και επιστημονικά εμπεριστατωμένη στρατηγική για το περιβάλλον η οποία αναγκαστικά θα αναδείξει το πρόταγμα μιας καινούριας σχέσης του ανθρώπου με την φύση. Μια στρατηγική που να μην αρκείται σε γενικές δηλώσεις ότι τα προβλήματα θα λυθούν με την ανατροπή του καπιταλισμού, αλλά και με στόχους που θα υποδηλώνουν συγκεκριμένα τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο της. Μόνο μια στρατηγική που να βασίζεται σε μια καθαρή και ρεαλιστική εικόνα του τι θέλει να κάνει για το περιβάλλον η Μαρξιστική Αριστερά μπορεί να γίνει μπούσουλας μιας εύρωστης αγωνιστικής παρουσίας, τέτοιας που οι καιροί απαιτούν. Αυτήν την αγωνιστική παρουσία, είναι σίγουρο, περιμένει ένα πλατύ φάσμα σκεπτόμενων ανθρώπων που αγωνιούν και θέλουν να κάνουν κάτι για το μέλλον του πλανήτη. 

Η δεύτερη πρόκληση αφορά το τι και πως πράττουμε. Το ότι το πρόβλημα πρέπει να αντιμετωπιστεί σε σχέση με τις οικονομικές- συστημικές διαστάσεις  του δεν αναιρεί την ανάγκη για μια ποιοτική ανάπτυξη του περιβαλλοντικού κινήματος μέσα απο ενδεχομένως νέα, αυτόνομα οργανωτικά σχήματα και με αυτοτελείς ή και με άμεσους στόχους - όπως, λόγου χάρη, συνέβη στον συνδικαλιστικό χώρο. Το ζητούμενο είναι η εντονότερη θεωρητική και πρακτική παρέμβαση της Μαρξιστικής αριστεράς (και μ' αυτό τον όρο εννοούνται δυνάμεις μέσα απο τα κομμουνιστικά, εργατικά κόμματα και όσοι έξω από αυτά δεν υπνοβατούν ψάχνοντας για καπιταλιστικές λύσεις στα προβλήματα που μαστίζουν την ανθρωπότητα σήμερα). Σ’ αυτήν εστιάζεται  η ελπίδα, όχι μόνο να βάλει το στίγμα της στο περιβαλλοντικό κίνημα αλλά και να δώσει το έναυσμα στο ξεκίνημα νέων οργανωτικών σχημάτων του. Στον χώρο που σήμερα δρουν τα πράσινα και οικολογικά θεματικά κινήματα, κοντά σ’ αυτά όπου οι στόχοι είναι κοινοί, κι ακόμα πιο πέρα, πρέπει να μπει δυναμικά η μαρξιστική αριστερά ανεβάζοντας το ζήτημα του περιβάλλοντος στις υψηλότερες θέσεις της αγωνιστικής ατζέντας της και θέτοντας το σε μια ρεαλιστική προοπτική ουσιαστικών αλλαγών που θα τείνουν το νυστέρι προς τα εκεί που θα έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα – στις δομές του κυρίαρχου οικονομικού συστήματος.

Η καταστροφή του πλανήτη είναι ένα πρόβλημα που υπερβαίνει ταξικούς διαχωρισμούς. Μέχρι πρότινος, κατάφερνε το κεφάλαιο να φορτώνει όλα τα προβλήματα στις πλάτες των εργαζόμενων οι οποίοι εκτός του ότι δούλευαν σε καταστρεπτικά εργασιακά περιβάλλοντα αναγκάζονταν πάντα να μένουν στις πιο υποβαθμισμένες περιβαλλοντικά περιοχές. Δεν είναι τυχαίο ότι το προσδόκιμο ζωής  του μέσου προλεταρίου ήταν πάντα σε χαμηλότερο επίπεδο από το αντίστοιχο του μέσου αστού. Αυτό  εξακολουθεί να ισχύει και τώρα. Επιπρόσθετα όμως, οι καταστρεπτικές επιπτώσεις της γενικής διατάραξης της περιβαλλοντικής ισορροπίας σήμερα δεν φτάνουν απλά και μόνο στις οθόνες της τηλεόρασης κάποιων προνομιούχων σαν υπερθέαμα, άρχισαν να τους χτυπούν την πόρτα. Προοδευτικά θα χτυπήσουν όλο τον πληθυσμό χωρίς τις γνώριμες διακρίσεις. Άρα η νέα συνθήκη στην ιστορική φάση που περνάμε είναι ότι ο καπιταλισμός σαν σύστημα αντικειμενικά λειτουργεί πλέον εναντίον ζωτικότατων συμφερόντων ολόκληρου σχεδόν του πληθυσμού, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την επιβίωση της ανθρωπότητας στον πλανήτη όχι γιατί σαν είδος αδυνατεί να εξελιχθεί φυσικά και να επιβιώσει, αλλά επειδή το σύστημα τεχνητά δεν της το επιτρέπει. Εξυπακούεται ότι για την διάσωση του πλανήτη μπορούν και πρέπει να συσπειρωθούν οι πλατύτερες μάζες. Το ζήτημα είναι πως θα οργανωθούν με ποιους και από ποιους, και με τι στόχους.

Μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα απο το να πειστούν οι πλατύτερες μάζες ως προς το ποια είναι τα αίτια της κρίσης (τεκμήρια και αποδείξεις μας παρέχει το κεφάλαιο αφειδώς) είναι η υπέρβαση της φιλοσοφίας του «δεν γίνεται τίποτε» - δηλαδή μιας κοσμοθεώρησης που καθιστά την ανατροπή του συστήματος αδιανόητη σε μια πολιτική  κουλτούρα στην οποία κυριαρχούν φιλαρχία αριβισμός, καιροσκοπισμός, απληστία, ψέμα, υποκρισία δημαγωγία... Αυτοί που παράγουν πολιτική έχουν εμποτίσει τους καταναλωτές της με ένα μείγμα κυνισμού και απελπισίας που μετατρέπεται σε παραλυσία. Μόνον αν αρχίσει «κάτι να γίνεται» θα αρχίσει η μάζα να διανοείται το αδιανόητο. 

Το στοίχημα θα κερδισθεί αν η Μαρξιστική Αριστερά, καταφέρει να πείσει ότι σωτηρία δεν υπάρχει αν ο σύγχρονος σκεπτόμενος άνθρωπος παραμείνει χαμένος  σε μια αδρανή μάζα και, κυρίως, αν καταφέρει να πείσει γι αυτό που στην ίδια φαίνεται αναμφισβήτητο, ότι δηλαδή το δίλημμα για την ανθρωπότητα στις μέρες μας έγκειται στην επιλογή: ή καπιταλισμός ή σωτήρια του πλανήτη – διότι και τα δυο δεν μπορούμε να τα έχουμε. Προϋπόθεση γι' αυτό ίσως όμως να είναι το να πείσει ότι είναι φερέγγυα και σε μια σειρά άλλα ζητήματα που αναγκαστικά απαιτούν λύσεις οι οποίες θα βρεθούν παράλληλα με τις περιβαλλοντικές λύσεις. Να γίνει ξεκάθαρη ως προς το πως, πέρα απο την επιβίωση του πλανήτη, τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που θα παρέχει η ανώτερη κοινωνία την οποία επαγγέλλεται θα είναι πιο πλήρη και ανώτερα απο αυτά που προσφέρονται οπουδήποτε στον καπιταλισμό. 

Η διάσωση και προστασία του περιβάλλοντος, παρότι χρειάζεται μια ιδιαίτερη  αγωνιστική στρατηγική, αναγκαστικά μπαίνει μέσα (χωρίς να διαλύεται σε αφάνεια) στο γενικότερο πλαίσιο ενός αγώνα για την ανατροπή και αντικατάσταση του καπιταλισμού, και εδώ ακριβώς βρίσκεται η δυσκολία και βέβαια το αντικείμενο ενός άλλου προβληματισμού, πέρα απο τον σκοπό του παρόντος κειμένου: Πως πείθονται πλατύτερα στρώματα του πληθυσμού που μέχρι πρότινος δεν έβλεπαν την μοίρα τους να ταιριάζει με τα όραμα της αφυπνισμένης εργατικής τάξης για ένα καλύτερο και βιώσιμο κόσμο; 

Μιχάλης Γαλαντόμος                                                                      Οκτώβρης 2008

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου