Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ


τσιτσανης ,αντιλαλουν τα βουνα ,tsitsanis




Μεγάλη και μοναδική η προσφορά του

Τριάντα χρόνια συμπληρώνονται, την Παρασκευή, από το θάνατο του Βασίλη Τσιτσάνη (18/1/1983). Η φυσική του απουσία δεν κατάφερε να τον στερήσει από καμιά παρέα, από κανένα γλέντι και γιορτή, γιατί «ζει και βασιλεύει» στην καθημερινότητά μας, με τα τραγούδια του να μας συντροφεύουν πάντα στη θλίψη, στον καημό, στον πόνο και στο άχτι μας, αλλά και στον έρωτα, στο κέφι, στη χαρά μας.
Ο Βασίλης Τσιτσάνης υπήρξε ο δημιουργός που έδωσε συνέχεια στο ρεμπέτικο τραγούδι, δίνοντας το δικό του χρώμα και στίγμα. Συνθέτης, στιχουργός και τραγουδιστής, άνοιξε νέους ορίζοντες στο λαϊκό τραγούδι, αναδεικνύοντας μέσα από τα τραγούδια του τη ζωή του λαού μας. «Τίποτα δεν αγνόησα στα τραγούδια μου, διότι κι αυτό το θεωρούσα χρέος. Εγραψα για την Ελλάδα, για τη φτώχεια, για τη γυναίκα, για την εργατιά, για τον πόνο, για την αδικία, για το χαμό, για τη φυγή, για τη λευτεριά, για τον πόθο, για το ανικανοποίητο. Και πού δε φτερούγισε η φαντασία μου όλα αυτά τα χρόνια...», έλεγε ο ίδιος.
Ανοιξε νέους ορίζοντες
Χτίζοντας νότα τη νότα στην καρδιά της ρωμιοσύνης την απέραντη μουσική του, κατέθεσε ένα πλουσιότατο έργο σε μέγεθος και ποιότητα. Δημιουργώντας με το τεράστιο ταλέντο του τραγούδια σαν τη «Συννεφιασμένη Κυριακή», τον «εθνικό ύμνο» του λαϊκού μας τραγουδιού, που γράφτηκε μέσα στα σκοτεινά χρόνια της Κατοχής. Ενα τραγούδι εμπνευσμένο από «τα τραγικά περιστατικά που συνέβαιναν τότε στον τόπο μας, με την πείνα, τη δυστυχία, το φόβο, την καταπίεση, τις συλλήψεις, τις εκτελέσεις». Ανάμεσα στις δεκάδες επιτυχίες του τα τραγούδια: «Αρχόντισσα», «Αχάριστη», «Μπαξέ τσιφλίκι», «Τα πέριξ», «Νύχτες μαγικές», «Ξημερώνει και βραδιάζει», «Απόψε στις ακρογιαλιές», «Της Γερακίνας γιος» κ.ά. Ο Β. Τσιτσάνης υπήρξε ο δάσκαλος για τις γενιές των καλλιτεχνών που ακολούθησαν. Για μισό αιώνα, σκυμμένος πάνω σε τρεις διπλές χορδές, συνταίριαζε την αγωνία, τη λαχτάρα, την αγάπη του λαού μας. Αυτού του λαού, που τον αγάπησε και τον τοποθέτησε δίπλα στον Μάρκο Βαμβακάρη, στο πάνθεο των Αθανάτων.
Τα πρώτα του τραγούδια τα γράφει σε ηλικία 15 χρόνων. Στα τέλη του 1936 φεύγει από τα Τρίκαλα για την Αθήνα με σκοπό να σπουδάσει νομικά. Για να συμπληρώσει τα έσοδά του δουλεύει παράλληλα σε ταβέρνες. Σε μια απ' αυτές γνωρίζει τον τραγουδιστή Δημήτρη Περδικόπουλο, ο οποίος τον πηγαίνει σε μια δισκογραφική εταιρεία. Ηχογραφεί για πρώτη φορά το 1937, αλλά το κύριο μέρος των προπολεμικών δίσκων του πραγματοποιείται τα επόμενα χρόνια. Η «Αρχόντισσα» είναι το πιο γνωστό τραγούδι που ηχογραφεί τότε αλλά μαζί μ' αυτό βρίσκουν θέση στη δισκογραφία τραγούδια όπως τα «Να γιατί γυρνώ», «Γι' αυτά τα μαύρα μάτια σου» και πολλά άλλα που ερμηνεύουν ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Κερομύτης αλλά και ο Μάρκος Βαμβακάρης. Με αυτά τα τραγούδια ο Τσιτσάνης δίνει δημιουργική συνέχεια στο λαϊκό τραγούδι και το φέρνει σε πλατύτερο κοινό. Μ' αυτά απαντά στη λογοκρισία της Μεταξικής δικτατορίας, η οποία απαγορεύει τόσο τα προϋπάρχοντα τραγούδια του ρεμπέτικου όσο και τις εμφανείς ανατολίτικες μελωδίες. Τα χρόνια της Κατοχής τα περνά στη Θεσσαλονίκη, όπου δουλεύει σε διάφορα μαγαζιά. Αυτά τα χρόνια γράφει πολλά από τα τραγούδια που ηχογραφεί μετά τον πόλεμο, όταν άνοιξαν ξανά τα εργοστάσια δίσκων. «Αχάριστη», «Μπαξέ τσιφλίκι», «Τα πέριξ», «Νύχτες μαγικές», «Ζητιάνος της αγάπης», «Ντερμπεντέρισσα» και βέβαια τη «Συννεφιασμένη Κυριακή». Το 1946 εγκαθίσταται ξανά στην Αθήνα και αρχίζει πάλι να ηχογραφεί. Η δεκαετία 1945 - 1955 είναι ίσως η κορυφαία της καριέρας του καθώς γνωρίζει την πλατιά καταξίωση στη δισκογραφία και η πιο μεστή δημιουργικά γι' αυτόν. Φέρνει στο προσκήνιο νέες φωνές που υπηρετούν τα τραγούδια του και δένονται μαζί του: Την Μαρίκα Νίνου, την Σωτηρία Μπέλλου, τον Πρόδρομο Τσαουσάκη. «Είμαστε αλάνια», «Πήρα τη στράτα κι έρχομαι», «Χωρίσαμε ένα δειλινό», «Τρελός Τσιγγάνος», «Πέφτουν της βροχής οι στάλες», «Ομορφη Θεσσαλονίκη», «Αντιλαλούνε τα βουνά», «Κάνε λιγάκι υπομονή», «Φάμπρικες», «Πέφτεις σε λάθη», «Καβουράκια», «Κάθε βράδυ λυπημένη», «Ξημερώνει και βραδιάζει», «Ελα όπως είσαι», είναι μερικά μόνο από τα τραγούδια του γι' αυτή την περίοδο.
Μια διατριβή για το έργο του
Αποτελεί η μουσική του Βασίλη Τσιτσάνη από μόνη της ένα ξεχωριστό είδος; Τι μπορεί να αποκαλύψει η ανάλυση της συνθετικής τεχνοτροπίας του σχετικά με τα «σύνορα» του ρεμπέτικου και του νεότερου λαϊκού τραγουδιού; Ποιες οι ουσιαστικές συνθετικές διαφορές μεταξύ των τραγουδιών του και των ρεμπέτικων τραγουδιών πριν από αυτόν; Ποια τα κύρια στοιχεία του στίγματος του Τσιτσάνη;
Ποιος θα το πίστευε ότι το ενδιαφέρον για τέτοιου είδους απαντήσεις θα ερχόταν από το Λιντς της Βρετανίας; Η έκπληξη του νέου μουσικού, απόφοιτου του Τμήματος Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας Νίκου Ορδουλίδη, που έκανε το μεταπτυχιακό του, ήταν μεγάλη ακούγοντας τους καθηγητές του εκεί να του μιλούν για την Σωτηρία Μπέλλου και τον Βασίλη Τσιτσάνη. Η έκπληξη του Νίκου Ορδουλίδη ήταν ακόμη μεγαλύτερη όταν οι συνομιλητές του του πρότειναν να κάνει στο εκεί πανεπιστήμιο τη διατριβή του με θέμα τον Βασίλη Τσιτσάνη.
«Δυστυχώς έξω ενδιαφέρονται, όπως αποδείχθηκε, περισσότερο γι' αυτά τα θέματα», λέει ο Νίκος Ορδουλίδης, ο οποίος πριν από λίγα χρόνια άρχισε μια έρευνα που όχι μόνο θα βοηθήσει τον ίδιο ως επιστήμονα, αλλά και θα βάλει τις βάσεις ενός αρχείου πολλαπλά πολύτιμου.
Τίτλος Διδακτορικού: «Η Δισκογραφική Καριέρα του Βασίλη Τσιτσάνη (1936 - 1983). Ανάλυση της Μουσικής του και τα Προβλήματα της Ερευνας στην Ελληνική Λαϊκή Μουσική».
«Ο Βασίλης Τσιτσάνης - λέει ο Ν. Ορδουλίδης - είναι μία φυσιογνωμία - κλειδί στην ιστορία του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Ο Τσιτσάνης ως μουσικός και ως συνθέτης ήταν καινοτόμος και ανακαινιστής. Οι ρίζες της μουσικής του βρίσκονται στο ρεμπέτικο είδος. Αλλάζοντας τις ρίζες αυτές, δημιούργησε, διαμόρφωσε και καθιέρωσε το ελληνικό λαϊκό είδος μουσικής. Μια προκαταρκτική ανάλυση των ηχογραφημένων τραγουδιών του Τσιτσάνη φανερώνει τη μοναδική και ξεχωριστή του συνεισφορά ως εκτελεστή και συνθέτη. Η ανάλυση επίσης φανερώνει το πόσο μεγάλο ρόλο και αντίκτυπο είχε η μουσική του Τσιτσάνη στην εξέλιξη και γενικά στην ιστορία της ελληνικής λαϊκής μουσικής».
Μια φυσιογνωμία - κλειδί
Πολλά από τα βασικά συστατικά της συνθετικής τεχνοτροπίας του Τσιτσάνη αντλούνται από τις παραδοσιακές φόρμες που απαντώνται στο ρεμπέτικο, πριν από αυτόν.
«Υπάρχει, όμως, ένα αρκετά ξεχωριστό χαρακτηριστικό», επισημαίνει στο διδακτορικό του ο Ν. Ορδουλίδης, «εξαιτίας της μεγάλης σε διάρκεια δισκογραφικής του καριέρας (1936 - 1983), η τεχνοτροπία του παρουσιάζει αλλαγές από περίοδο σε περίοδο. Οι συγκρίσεις μεταξύ του πριν με το μετά φανερώνουν τις διαφορές, τις ομοιότητες και γενικώς τις σχέσεις - συνδέσεις των διαφόρων περιόδων. Σχέσεις οι οποίες και γεννούν πολλά ερωτήματα: Με ποιο τρόπο επηρέασε ο Τσιτσάνης την επόμενη γενιά του λαϊκού τραγουδιού; Ακολουθεί "κάτι", ή είναι αυτός το "κάτι" που ακολουθείται; Αν δεχτούμε το δεύτερο, συμβαίνει όλο αυτό εν γνώσει του ιδίου; Γνωρίζει τις διαστάσεις και τις επιδράσεις των αλλαγών που εισάγει στο είδος; Δημιουργεί, με άλλα λόγια, μουσική συνειδητά ή όχι; Κυρίως από προφορικές πηγές καταλαβαίνουμε πως ήταν ικανός να αντιληφθεί και να αξιολογήσει τις εξελίξεις, όπως για παράδειγμα τις ανάγκες της αγοράς, τις προτιμήσεις του κοινού και γενικά τη μόδα την οποία η μουσική βιομηχανία κάθε φορά προωθούσε. Ακρως σημαντικά είναι τα νέα στοιχεία που εισήγαγε αμέσως μετά το τέλος του πολέμου (1946) και την επαναλειτουργία του εργοστασίου της Columbia. Τις προθέσεις του γύρω από τα νέα αυτά στοιχεία έδειξε από το προπολεμικό του κιόλας έργο (παράδειγμα τα τραγούδια του που ο ίδιος αποκαλούσε καντάδες). Από δικές του συνεντεύξεις, καθώς και από μαρτυρίες, πληροφορούμαστε πως ετοίμασε ένα ολοκαίνουριο, σημαντικού όγκου ρεπερτόριο κατά τη διάρκεια της Κατοχής, στη Θεσσαλονίκη, όπου και έζησε. Με την επιστροφή του στη δισκογραφία, ήταν έτοιμος να ηχογραφήσει το ρεπερτόριο αυτό, το οποίο φαίνεται πως αποτελεί τη βάση του (νέου) λαϊκού τραγουδιού. Γενική παραδοχή αποτελεί το γεγονός πως η περίοδος μεταξύ του 1940 και του 1950 υπήρξε μία περίοδος γεμάτη μεγάλες αλλαγές για το ελληνικό τραγούδι, πολλές από τις οποίες "χρεώνονται" στον Τσιτσάνη».

Σοφία ΑΔΑΜΙΔΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου