Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

Κάπου είχα μεταβεί




Κάπου είχα μεταβεί πέρα από το πρόθυμο ποτέ, έχοντας ταξιδέψει δίχως παρένθεση ύπνου. Ήμουν το βλέφαρο της γλυκιάς κάθεξης που έτρεμε, εντείνοντας μιαν αίσθηση προσωρινότητας την στιγμή που αγνοούσε τη γλώσσα των αγγείων που λειτούργησαν χωρίς να παίρνουν μήνυμα απ’ τον φλοιό του εγκεφάλου. Μα σ’ αυτόν το σταυρό των ατέρμονων δρόμων (ποια εποχή  πιο καλή απ’ την άνοιξη;) πριν το Πάσχα καρφώθηκα. Κι αν είναι θάνατος η τελική χειρονομία του ποτέ, έστω και μια παράγραφος ζωής στα χέρια σου εκτείνεται στο πάντοτε, όπου με κάθε αναπνοή μύρια λουλούδια σε ονειροπόληση με περιέκλεισαν, παρά την θαμπωμένη απ’ την λάμψη επίγνωση της αναπόφευκτης ματαιότητας ή γελοιότητας μου.

Τώρα λοιπόν, απ’ όλα θα πάρω και τίποτε, όταν στον κόσμο δεν μιλώ πια με αναστολή της γραμματικής του ταγού που απαιτεί την υποταγή σου. Αυτός  πραγματεύεται  μόνο φτηνές παραισθήσεις, γι αυτό και δεν υποπτεύεται καν ότι η επιθυμία σου να κατανοήσεις την απουσία μου είναι πιο ανυποχώρητη απο την εμμονή του να εξορκίζει το, κατά την κρίση του, «μοιραίο κακό», κλείνοντας κι ανοίγοντας την παλάμη του με το αίμα μου που έχει κρύψει ανάμεσα στα κολλημένα δάχτυλα του στην τσέπη του πανωφοριού του.

Η ελπίδα δεν διέρρηξε τη σιωπηλή μεμβράνη της αναμονής της για να εξανεμιστεί  παρά μόνο όταν πια δεν μπορούσα ν’ ακούσω τα κύματα. Μα τούτη τη στιγμή που η ευχή γίνεται άτοπη, παύουν να έχουν νόημα και οι κατάρες - ουδένα προστατεύει απ’ το αναγκαίο ή το τυχαίο ο θρήνος, η μετάνοια κι η οργή. Ανάμεσα σε μένα και σ΄ αυτόν υπάρχει ο θάνατος που αντικρίζω. Όταν γυρίσω και στραφώ σε ’σένα,  όσες φορές κι αν αποπειραθεί να με μαχαιρώσει στην πλάτη, θα σβήσει  σαν απειλητικός μετεωρίτης
 M

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου