Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

παραλλαγή του μύθου του Λυκάονα



Γιός του Πελασγού και της νύμφης Κυλλήνης, ο Λυκάων ήταν  ο πρώτος και πλέον φημισμένος βασιλιάς της Αρκαδίας. Ο Λυκάων, παρότι ικανός βασιλιάς, δεν ήταν ποτέ  δίκαιος, γιατί σαν βασιλιάς δεν μπορούσε να είναι. Ήταν ψευδολόγος και αλαζονικός προς τους υπηκόους του, θεωρόντας τους ηλίθιους που τον προσκυνούσαν. Του άρεσε η καλή ζωή, τα συμπόσια ιδιαίτερα, όπου κατανάλωνε με τους ευγενείς καλεσμένους του μεγάλες ποσότητες κρέατος, το οποίο, μεταξύ άλλων, του παρείχαν οι υπήκοοι του, θέλοντας και μη.  Η παροιμιώδης σπατάλη, η χλιδή και η συνεχής κραιπάλη του είχαν εξαθλιώσει τους υπηκόους του, τους οποίους ανάγκαζε να δανείζονται αργύρια από τον ίδιο -  αν δεν είχαν να του παρέχουν αυτά που απαιτούσε απ' αυτούς. Και φυσικά, όταν δεν είχαν να πληρώσουν τα χρέη τους, τους υποδούλωνε, πουλώντας τους σε αγορές.
Ο Λυκάων καυχιόταν και για την γεννητική του ζωτικότητα, έχοντας πάρει διάφορες γυναίκες (συζύγους, παλλακίδες και ερωμένες - ιερόδουλες και ευγενείς) με τις οποίες απέκτησε πάνω από  50 γιούς.

Μπερδεύοντας την παθητικότητα και τον φόβο των υπηκόων του με λατρεία, και θεωρώντας σίγουρο ότι είχε την εύνοια θεϊκών θεσμών, κάποια στιγμή η αλαζονεία του αθέλητα μετατράπηκε σε ύβρι και κατά των θεϊκών θεσμών.

Ήταν οταν καλεσε τον ύπατο των θεών σε γεύμα στο παλάτι του. Δείχνοντας πάντα δουλικότητα προς τους θεϊκούς θεσμούς, που ήταν το άκρον αντίθετο του ανελέητου αυταρχισμού που έδειχνε στους υποτελείς του, και για να τους εξευμενίσει αποφάσισε να προσφέρει για γεύμα τις τρυφερές σάρκες ενός βρέφους. Αποφάσισε να είναι  ένας γιός του το βρέφος που θα επέλεγε, για να τονίσει την αξία της ανθρωποθυσίας προς χάριν των θεσμών. Δεν δίστασε δε, να ανακατέψει και αίμα από το σφαχτό με το κόκκινο κρασί που θα σέρβιρε. Πριν σερβιριστεί το ψημένο κρέας του γιού του, το δοκίμασε στην βασιλική κουζίνα για να βεβαιωθεί ότι ήταν νόστιμο κι έφαγε μερικές μπουκιές ακόμα γιατί ήταν και λαίμαργος. Αφού κάθισαν όλοι για το γεύμα, αυτός σηκώθηκε και τέλεσε μεν την ιερά προσφώνηση προς τον ύψιστο καλεσμένο του, πίνοντας στο τέλος κρασί με το χρυσό δισκοπότηρo,  αλλά παρέλειψε να πει τι ακριβώς έβαλε στο τραπέζι, θεωρόντας ότι ήταν ευγενές να μην το αναφέρει και ότι ο καλεσμένος του, ως θεός, θα το καταλάβανε, αναγνωρίζοντας την αξία της θυσίας που έκανε και το γεγονός ότι δεν καυχήθηκε για αυτήν εκφράζοντας  έτσι την ταπεινότητα και  μετριοφροσύνη του προς τον ύπατο.

Ο θεός όμως υπέθεσε ότι ο Λυκάων προσπάθησε να τον γελάσει, και πως έδειξε ασέβεια προς το ιερό πρόσωπό του. Εξοργισμένος, λοιπόν, αναποδογύρισε το τραπέζι. Μα επειδή ο Λυκάων ήταν πάντα πιστός και ευλαβής και αυτή ήταν ή πρώτη φορά που τον προσέβαλε, "ένεκα ευσεβούς και τιμίου προτέρου βίου", αντί να τον εξοντώσει αμέσως, έκαψε το παλάτι με κεραυνούς και μεταμόρφωσε αυτόν και την οικογένειά του σε λύκους, δίνοντας τους όμως την ευκαιρία να ξαναμεταμορφωθούν σε άνθρωπους αν δεν φάνε κρέας για δέκα χρόνια.

Μαθημένοι όμως στην κρεατοφαγία, όπως ήταν φυσικό, δεν έδειξαν καμία διάθεση να μετατραπούν σε χορτοφάγους, ούτε για ένα λεπτό. Αρπάζοντας τα "συγγενή" κοψίδια απ' το τραπέζι, μασώντας τα,  ξεχύθηκαν προς τα δάσος, όπου εν καιρώ αυξήθηκαν και πολλαπλασιάστηκαν με εκτεταμένη αιμομιξία, πράγμα που προξένησε  διαστροφή και αγριότητα, τέτοια που δεν διέκρινε τους φυσικούς λύκους του ζωικού βασιλείου.

Έκτοτε, τήν ιδανική και υψηλά πολιτισμένη εικόνα της Αρκαδίας αμαύρωνε ή δραστηριότητα αυτών των λύκων, που λυμαίνονταν το δάσος, τα βοσκοτόπια κι έφταναν ως τις αυλές των σπιτιών.



❇❇❇
Images : (top) Herman Posthumus,  (bottom) Virgil Solis 

22 σχόλια:

  1. ΛΥΚΑΩΝ ΕΓΕΝΕΤΟ, ΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΩΝ ΑΡΚΑΔΩΝ…

    ’Επανάγωμεν δὲ νῦν πάλιν ἐπὶ τὸν Πελασγόν, ὃν Ἀκουσίλαος μὲν Διὸς λέγει καὶ Νιόβης, καθάπερ ὑπέθεμεν, Ἡσίοδος δὲ αὐτόχθονα. τούτου καὶ τῆς Ὠκεανοῦ θυγατρὸς Μελιβοίας, ἢ καθάπερ ἄλλοι λέγουσι νύμφης Κυλλήνης, παῖς Λυκάων ἐγένετο, ὃς βασιλεύων Ἀρκάδων ἐκ πολλῶν γυναικῶν πεντήκοντα παῖδας ἐγέννησε· Μελαινέα Θεσπρωτὸν Ἕλικα Νύκτιμον Πευκέτιον, Καύκωνα Μηκιστέα Ὁπλέα Μακαρέα Μάκεδνον, Ὅρον Πόλιχον Ἀκόντην Εὐαίμονα Ἀγκύορα, Ἀρχεβάτην Καρτέρωνα Αἰγαίωνα Πάλλαντα Εὔμονα, Κάνηθον Πρόθοον Λίνον Κορέθοντα Μαίναλον, Τηλεβόαν Φύσιον Φάσσον Φθῖον Λύκιον, Ἁλίφηρον Γενέτορα Βουκολίωνα Σωκλέα Φινέα, Εὐμήτην Ἁρπαλέα Πορθέα Πλάτωνα Αἵμονα, Κύναιθον Λέοντα Ἁρπάλυκον Ἡραιέα Τιτάναν, Μαντινέα Κλείτορα Στύμφαλον Ὀρχομενόν … οὗτοι πάντας ἀνθρώπους ὑπερέβαλλον ὑπερηφανίᾳ καὶ ἀσεβείᾳ. Ζεὺς δὲ αὐτῶν βουλόμενος τὴν ἀσέβειαν πειρᾶσαι εἰκασθεὶς ἀνδρὶ χερνήτῃ παραγίνεται. οἱ δὲ αὐτὸν ἐπὶ ξένια καλέσαντες, σφάξαντες ἕνα τῶν ἐπιχωρίων παῖδα, τοῖς ἱεροῖς τὰ τούτου σπλάγχνα συναναμίξαντες παρέθεσαν, συμβουλεύσαντος τοῦ πρεσβυτέρου ἀδελφοῦ Μαινάλου. Ζεὺς δὲ τὴν μὲν τράπεζαν ἀνέτρεψεν, ἔνθα νῦν Τραπεζοῦς καλεῖται ὁ τόπος, Λυκάονα δὲ καὶ τοὺς τούτου παῖδας ἐκεραύνωσε, χωρὶς τοῦ νεωτάτου Νυκτίμου· φθάσασα γὰρ ἡ Γῆ καὶ τῆς δεξιᾶς τοῦ Διὸς ἐφαψαμένη τὴν ὀργὴν κατέπαυσε.

    (Ψευδο) Ἀπολλοδώρου Βιβλιοθήκης Γ΄ 8, 1 (Frazer)

    Και για την αντιγραφή:

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ΣΧΕΤΙΚΑ

      Φίλε do.b4tool8, σου έστειλα εντωμεταξύ το πώς εκθέτει ο Παυσανίας (Ἑλλάδος Περιήγησεως Η΄ (Ἀρκαδικῶν), 2, 1–7) τον μύθο, δεν ξέρω να το έλαβες το σχόλιο με το απόσπασμα· προτιμώ την εκδοχή του γιατί καταβάλλει προσπάθεια ορθολογικής προσέγγισης του μυθολογικού «κορμού» των «Λυκαονικών». Ενδιαφέροντες είναι γενικά και οι στίχοι 480 και 481 (μαζί με το σχετικό σχόλιο του Τζέτζη) της «Ἀλεξάνδρας» του Λυκόφρονα, ενός ομολογουμένως «σκοτεινού» ποιήματος που όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι αρκετά διαφωτιστικό. Ο Οβίδιος διογκώνει με την συρραφή και συγκόλληση ενδεχομένως τοπικών παραλλαγών που δεν μας είναι όλες γνωστές από τις ελληνικές πηγές, τον βασικό μυθολογικό «κορμό», για να τον καταστήσει πιο «εύπεπτο» στο ρωμαϊκό αναγνωστικό και μη κοινό της εποχής του, αλλά και για τον προσαρμόσει στο ύφος που του είναι οικείο· ίσως το παρατραβάει. Γενικά, τα «Λυκαονικά», όπως φαίνεται κι από τον Παυσανία, προσφέρονται για πολλές παραλλαγές· καλό γιατί όλοι επωφελούμαστε μέχρι σήμερα. Σε χαιρετώ,

      Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

      Διαγραφή
    2. Πιθανόν η εκδοχή του μυθου απ' το πρώτο βιβλίο της Μεταμόρφωσης του Οβιδίου να είναι ή πιο γνωστή. Παρόλο που πράγματι φαίνεται πως δανείζομαι την πλοκή, περισσότερο απ' τον (ψευδο) Απολλόδωρο, (σκέφτηκα, μετά το σχόλιο σου, αν θα ήταν πιο φρικτο ή δραματικό να θέσω για θύμα της ανθρωποθυσίας τον Αρκάδα , αλλα ως εγγονό του Λυκάονα - κατά τον Υγίνο, γιο του Δια και της Καλλιστώς[?] ή οποία είναι κόρη του Λυκάονα στην ίδια εκδοχη αν δεν κάνω λάθος), έχω αυθαίρετα πάρει "άδεια" για να κάνω εκλεκτικές προσθαφαιρέσεις και να παρουσιάσω τον μύθο σαν αλληγορία (ο Μπόρχες θα τραβούσε τα μαλλιά του...) που έχει να πει κάτι άμεσα επίκαιρο... ελπίζω.

      Διαγραφή
    3. Φίλε Μη Απολιθωμένε,
      Σ' ευχαρστω. Μια διευκρίνιση για τον αναγνώστη: το σχόλιο μου 22/6/15 - 5.46 π.μ. έπρεπε να προηγείται του δικού σου (21/6/15 - 8.03 μ.μ). Εμφανίζεται μεταγενέστερο επειδή το διέγραψα και το επαναδημοσίευσα (απολογούμενος).

      Διαγραφή
  2. ΩΣ ΛΥΚΑΟΝΟΣ ΥΣΤΕΡΟΝ ΑΕΙ ΤΙΣ ΕΞ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΛΥΚΟΣ ΓΙΝΟΙΤΟ

    Λυκάων δὲ ὁ Πελασγοῦ τοσάδε εὗρεν ἢ ὁ πατήρ οἱ σοφώτερα· Λυκόσουράν τε γὰρ πόλιν ᾤκισεν ἐν τῷ ὄρει τῷ Λυκαίῳ καὶ Δία ὠνόμασε Λυκαῖον καὶ ἀγῶνα ἔθηκε Λύκαια. οὐκέτι δὲ τὰ παρ’ Ἀθηναίοις Παναθήναια τεθῆναι πρότερα ἀποφαίνομαι· τούτῳ γὰρ τῷ ἀγῶνι Ἀθήναια ὄνομα ἦν, Παναθήναια δὲ κληθῆναί φασιν ἐπὶ Θησέως, ὅτι ὑπὸ Ἀθηναίων ἐτέθη συνειλεγμένων ἐς μίαν ἁπάντων πόλιν.

    ὁ δὲ ἀγὼν ὁ Ὀλυμπικὸς — ἐπανάγουσι γὰρ δὴ αὐτὸν ἐς τὰ ἀνωτέρω τοῦ ἀνθρώπων γένους, Κρόνον καὶ Δία αὐτόθι παλαῖσαι λέγοντες καὶ ὡς Κούρητες δράμοιεν πρῶτοι — τούτων ἕνεκα ἐκτὸς ἔστω μοι τοῦ παρόντος λόγου. δοκῶ δὲ ἔγωγε Κέκροπι ἡλικίαν τῷ βασιλεύσαντι Ἀθηναίων καὶ Λυκάονι εἶναι τὴν αὐτήν, σοφίᾳ δὲ οὐχ ὁμοίᾳ σφᾶς ἐς τὸ θεῖον χρήσασθαι.

    ὁ μὲν γὰρ Δία τε ὠνόμασεν Ὕπατον πρῶτος, καὶ ὁπόσα ἔχει ψυχήν, τούτων μὲν ἠξίωσεν οὐδὲν θῦσαι, πέμματα δὲ ἐπιχώρια ἐπὶ τοῦ βωμοῦ καθήγισεν, ἃ πελάνους καλοῦσιν ἔτι καὶ ἐς ἡμᾶς Ἀθηναῖοι· Λυκάων δὲ ἐπὶ τὸν βωμὸν τοῦ Λυκαίου Διὸς βρέφος ἤνεγκεν ἀνθρώπου καὶ ἔθυσε τὸ βρέφος καὶ ἔσπεισεν ἐπὶ τοῦ βωμοῦ τὸ αἷμα, καὶ αὐτὸν αὐτίκα ἐπὶ τῇ θυσίᾳ γενέσθαι λύκον φασὶν ἀντὶ ἀνθρώπου.

    καὶ ἐμέ γε ὁ λόγος οὗτος πείθει, λέγεται δὲ ὑπὸ Ἀρκάδων ἐκ παλαιοῦ, καὶ τὸ εἰκὸς αὐτῷ πρόσεστιν. οἱ γὰρ δὴ τότε ἄνθρωποι ξένοι καὶ ὁμοτράπεζοι θεοῖς ἦσαν ὑπὸ δικαιοσύνης καὶ εὐσεβείας, καί σφισιν ἐναργῶς ἀπήντα παρὰ τῶν θεῶν τιμή τε οὖσιν ἀγαθοῖς καὶ ἀδικήσασιν ὡσαύτως ἡ ὀργή, ἐπεί τοι καὶ θεοὶ τότε ἐγίνοντο ἐξ ἀνθρώπων, οἳ γέρα καὶ ἐς τόδε ἔτι ἔχουσιν ὡς Ἀρισταῖος καὶ Βριτόμαρτις ἡ Κρητικὴ καὶ Ἡρακλῆς ὁ Ἀλκμήνης καὶ Ἀμφιάραος ὁ Οἰκλέους, ἐπὶ δὲ αὐτοῖς Πολυδεύκης τε καὶ Κάστωρ.

    οὕτω πείθοιτο ἄν τις καὶ Λυκάονα θηρίον καὶ τὴν Ταντάλου Νιόβην γενέσθαι λίθον. ἐπ’ ἐμοῦ δὲ — κακία γὰρ δὴ ἐπὶ πλεῖστον ηὔξετο καὶ γῆν τε ἐπενέμετο πᾶσαν καὶ πόλεις πάσας — οὔτε θεὸς ἐγίνετο οὐδεὶς ἔτι ἐξ ἀνθρώπου, πλὴν ὅσον λόγῳ καὶ κολακείᾳ πρὸς τὸ ὑπερέχον, καὶ ἀδίκοις τὸ μήνιμα τὸ ἐκ τῶν θεῶν ὀψέ τε καὶ ἀπελθοῦσιν ἐνθένδε ἀπόκειται.

    ἐν δὲ τῷ παντὶ αἰῶνι πολλὰ μὲν πάλαι συμβάντα, δὲ καὶ ἔτι γινόμενα ἄπιστα εἶναι πεποιήκασιν ἐς τοὺς πολλοὺς οἱ τοῖς ἀληθέσιν ἐποικοδομοῦντες ἐψευσμένα. λέγουσι γὰρ δὴ ὡς Λυκάονος ὕστερον ἀεί τις ἐξ ἀνθρώπου λύκος γίνοιτο ἐπὶ τῇ θυσίᾳ τοῦ Λυκαίου Διός, γίνοιτο δὲ οὐκ ἐς ἅπαντα τὸν βίον· ὁπότε δὲ εἴη λύκος, εἰ μὲν κρεῶν ἀπόσχοιτο ἀνθρωπίνων, ὕστερον ἔτει δεκάτῳ φασὶν αὐτὸν αὖθις ἄνθρωπον ἐκ λύκου γίνεσθαι, γευσάμενον δὲ ἐς ἀεὶ μένειν θηρίον.

    ὡσαύτως δὲ καὶ Νιόβην λέγουσιν ἐν Σιπύλῳ τῷ ὄρει θέρους ὥρᾳ κλαίειν. ἤδη δὲ καὶ ἄλλα ἤκουσα, τοῖς γρυψὶ στίγματα ὁποῖα καὶ ταῖς παρδάλεσιν εἶναι, καὶ ὡς οἱ Τρίτωνες ἀνθρώπου φωνῇ φθέγγοιντο· οἱ δὲ καὶ φυσᾶν διὰ κόχλου τετρυπημένης φασὶν αὐτούς. ὁπόσοι δὲ μυθολογήμασιν ἀκούοντες ἥδονται, πεφύκασι καὶ αὐτοί τι ἐπιτερατεύεσθαι· καὶ οὕτω τοῖς ἀληθέσιν ἐλυμήναντο, συγκεραννύντες αὐτὰ ἐψευσμένοις.

    Παυσανίου Ἑλλάδος Περιήγησεως Η΄ (Ἀρκαδικῶν), 2, 1–7 (Spiro)

    Και για την αντιγραφή:

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής


    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Which when the king of Gods beheld from high
    (Withal revolving in his memory,
    What he himself had found on Earth of late,
    Lycaon's guilt, and his inhumane treat),
    He sigh'd; nor longer with his pity strove;
    But kindled to a wrath becoming Jove:
    [...]
    Cancel your pious cares; already he
    Has paid his debt to justice, and to me.
    Yet what his crimes, and what my judgments were,
    Remains for me thus briefly to declare.
    The clamours of this vile degenerate age,
    The cries of orphans, and th' oppressor's rage,
    Had reach'd the stars: I will descend, said I,
    In hope to prove this loud complaint a lye.
    Disguis'd in humane shape, I travell'd round
    The world, and more than what I heard, I found.
    O'er Maenalus I took my steepy way,
    By caverns infamous for beasts of prey:
    Then cross'd Cyllene, and the piny shade
    More infamous, by curst Lycaon made:
    Dark night had cover'd Heaven, and Earth, before
    I enter'd his unhospitable door.
    Just at my entrance, I display'd the sign
    That somewhat was approaching of divine.
    The prostrate people pray; the tyrant grins;
    And, adding prophanation to his sins,
    I'll try, said he, and if a God appear,
    To prove his deity shall cost him dear.
    'Twas late; the graceless wretch my death prepares,
    When I shou'd soundly sleep, opprest with cares:
    This dire experiment he chose, to prove
    If I were mortal, or undoubted Jove:
    But first he had resolv'd to taste my pow'r;
    Not long before, but in a luckless hour,
    Some legates, sent from the Molossian state,
    Were on a peaceful errand come to treat:
    Of these he murders one, he boils the flesh;
    And lays the mangled morsels in a dish:
    Some part he roasts; then serves it up, so drest,
    And bids me welcome to this humane feast.
    Mov'd with disdain, the table I o'er-turn'd;
    And with avenging flames, the palace burn'd.
    The tyrant in a fright, for shelter gains
    The neighb'ring fields, and scours along the plains.
    Howling he fled, and fain he wou'd have spoke;
    But humane voice his brutal tongue forsook.
    About his lips the gather'd foam he churns,
    And, breathing slaughters, still with rage he burns,
    But on the bleating flock his fury turns.
    His mantle, now his hide, with rugged hairs
    Cleaves to his back; a famish'd face he bears;
    His arms descend, his shoulders sink away
    To multiply his legs for chase of prey.
    He grows a wolf, his hoariness remains,
    And the same rage in other members reigns.
    His eyes still sparkle in a narr'wer space:
    His jaws retain the grin, and violence of his face

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Metamorphoses, by Ovid - translated by S. Garth, J. Dryden, et al
      First Book

      Διαγραφή
  4. Κατά τον Πλάτωνα, ο οποίος αναφέρεται στον Λυκάονα, αυτός που τελεί ανθρωποθυσίες ή γίνεται τύραννος ή εξοντώνεται απ' τους εχθρούς του.

    Εγώ λέω πως αυτός που είναι τύρρανος κάνει ανθρωποθυσίες. Ή αλαζονία του τον μετατρέπει σε λύκο. Αλλά επειδή πάντα, σαν τύρρανος, συμμαχεί με τον θεο, ο θεός είναι επιεικής στην τιμωρία του και τον αφήνει να παραμείνει λύκος (μέχρι να τον εξοντώσουν αυτοί που προορίζονται να γίνουν θήραμά του).

    Αλλά, με δοσμένο ότι κι ένας λυκος απ' το φυσικό βασίλειο μπορεί να γίνει πιστός φίλος του ανθρώπου, ο τύπος του τυράννου Λυκάονα, είναι χειρότερος απ' τον φυσικό λύκο. Μια διαστροφή της φύσης και φρικτή χίμαιρα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ΧΡΕΩΝ ΑΠΟΚΟΠΑΙ ΚΑΙ ΓΗΣ ΑΝΑΔΑΣΜΟΣ

      Εννοείς, πιστεύω, το παρακάτω απόσπασμα (Πλάτωνος Πολιτείας Η΄ 565D–Ε) που το παραθέτω κατά την έκδοση του S. R. Slings (Oxford 2003):

      |565D| […] Τίς ἀρχὴ οὖν μεταβολῆς ἐκ προστάτου ἐπὶ τύραννον; ἢ δῆλον ὅτι ἐπειδὰν ταὐτὸν ἄρξηται δρᾶν ὁ προστάτης τῷ ἐν τῷ μύθῳ ὃς περὶ τὸ ἐν ᾿Αρκαδίᾳ τὸ τοῦ Διὸς τοῦ Λυκαίου ἱερὸν λέγεται;

      Τίς; ἔφη.

      ῾Ως ἄρα ὁ γευσάμενος τοῦ ἀνθρωπίνου σπλάγχνου, ἐν ἄλλοις ἄλλων ἱερείων ἑνὸς ἐγκατατετμημένου, ἀνάγκη δὴ τούτῳ λύκῳ γενέσθαι. ἢ οὐκ ἀκήκοας τὸν λόγον;

      |565E| ῎Εγωγε.

      ῏Αρ’ οὖν οὕτω καὶ ὃς ἂν δήμου προεστώς, λαβὼν σφόδρα πειθόμενον ὄχλον, μὴ ἀπόσχηται ἐμφυλίου αἵματος, ἀλλ’ ἀδίκως ἐπαιτιώμενος, οἷα δὴ φιλοῦσιν, εἰς δικαστήρια ἄγων μιαιφονῇ, βίον ἀνδρὸς ἀφανίζων, γλώττῃ τε καὶ στόματι ἀνοσίῳ γευόμενος φόνου συγγενοῦς, καὶ ἀνδρηλατῇ καὶ |566A| ἀποκτεινύῃ καὶ ὑποσημαίνῃ χρεῶν τε ἀποκοπὰς καὶ γῆς ἀναδασμόν, ἆρα τῷ τοιούτῳ ἀνάγκη δὴ τὸ μετὰ τοῦτο καὶ εἵμαρται ἢ ἀπολωλέναι ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν ἢ τυραννεῖν καὶ λύκῳ ἐξ ἀνθρώπου γενέσθαι;

      Πολλὴ ἀνάγκη, ἔφη.

      Οὗτος δή, ἔφην, ὁ στασιάζων γίγνεται πρὸς τοὺς ἔχοντας τὰς οὐσίας.

      Οὗτος.

      ῏Αρ’ οὖν ἐκπεσὼν μὲν καὶ κατελθὼν βίᾳ τῶν ἐχθρῶν τύραννος ἀπειργασμένος κατέρχεται;

      Δῆλον.

      ᾿Εὰν δὲ ἀδύνατοι ἐκβάλλειν αὐτὸν ὦσιν ἢ ἀποκτεῖναι |566B| διαβάλλοντες τῇ πόλει, βιαίῳ δὴ θανάτῳ ἐπιβουλεύουσιν ἀποκτεινύναι λάθρᾳ.

      Φιλεῖ γοῦν, ἦ δ’ ὅς, οὕτω γίγνεσθαι.

      Τὸ δὴ τυραννικὸν αἴτημα τὸ πολυθρύλητον ἐπὶ τούτῳ πάντες οἱ εἰς τοῦτο προβεβηκότες ἐξευρίσκουσιν, αἰτεῖν τὸν δῆμον φύλακάς τινας τοῦ σώματος, ἵνα σῶς αὐτοῖς ᾖ ὁ τοῦ δήμου βοηθός.

      Καὶ μάλ’, ἔφη.

      Διδόασι δὴ οἶμαι δείσαντες μὲν ὑπὲρ ἐκείνου, θαρρήσαντες δὲ ὑπὲρ ἑαυτῶν.

      Καὶ μάλα.


      Γιατί στο συγκεκριμένο απόσπασμα πέφτει και μια ολιγαρχική-αριστοκρατική «μπηχτή» του Πλάτωνα, όταν ταυτίζει την δια της ωμής βίας τυραννία (γλώττῃ τε καὶ στόματι ἀνοσίῳ γευόμενος φόνου συγγενοῦς, καὶ ἀνδρηλατῇ καὶ ἀποκτεινύῃ) με το πιο επαναστατικό σύνθημα των καταπιεζομένων και εκμεταλλευομένων μαζών της αρχαιότητας, δηλ. την κατάργηση των χρεών και την ανακατανομή της έγγειας ιδιοκτησίας (καὶ ὑποσημαίνῃ χρεῶν τε ἀποκοπὰς καὶ γῆς ἀναδασμόν). Να μην ξεχνάμε ότι ο Πλάτωνας δεν παραλείπει συχνά-πυκνά και με κάθε ευκαιρία, όπως εδώ με την επίκληση του μύθου του Λυκάονα, να διακηρύσσει τις πολιτικές του πεποιθήσεις…

      Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

      Διαγραφή
    2. Ναι! Σ' ευχαριστώ, αυτό ειναι. Το σxολίασα απο μνήμης. Το σχετικό εδαφιο που βρήκα σε μετάφραση online για όσους ενδιαφέρονται:
      "Πώς αρχίζει […] αυτή η μεταβολή από προστάτης του λαού σε τύραννο; Ή είναι φανερό ότι η μεταβολή συντελείται μόλις ο αρχηγός αρχίσει να κάνει αυτό το οποίο, σύμφωνα με το μύθο, γίνεται και στο ιερό του Λυκαίου Διός στην Αρκαδία;
      - Τι δηλαδή; […]
      - Όποιος γευτεί, λένε, το ανθρώπινο σπλάχνο που είναι ανακατεμένο μαζί με άλλα τεμαχισμένα ιερά σφάγια, μοιραία ο άνθρωπος αυτός γίνεται λύκος. Ή μήπως δεν το έχεις ακούσει αυτό;
      - Το έχω.
      - Έτσι λοιπόν κι εκείνος που θα 'ναι αρχηγός του λαού, άμα -έχοντας πίσω του μια μάζα που τον ακολουθεί τυφλά- δεν κρατηθεί μακριά από αδελφικό αίμα αλλά αρχίσει να σύρει πολίτες στα δικαστήρια, όπως συνήθως γίνεται, με άδικες κατηγορίες, άμα λερώνει τα χέρια του με φόνους, αφανίζοντας ανθρώπινη ζωή, δοκιμάζοντας με τη γλώσσα του και με το ανόσιο στόμα του αίμα συγγενικό, άμα εξορίζει και σκοτώνει και συγκεκαλυμμένα υπόσχεται αποσβέσεις χρεών και αναδιανομή της γης, άραγε, ύστερα απ' όλα αυτά, δεν είναι αναπόφευκτο και μοιραίο ένας τέτοιος άνθρωπος ή να εξολοθρευτεί από τους εχθρούς του ή να γίνει τύραννος και λύκος από άνθρωπος που ήταν πρωτύτερα;"
      - Εντελώς αναπόφευκτο [κτλ …] ,"
      (Πλάτων, Πολιτεία 565.d.4-566.a.7, μετ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος)

      Βέβαια, δεν επικροτεί την ανθρωποφαγία που οδηγεί τον λαοπλάνο να καταστεί τύρρανος...(αλλα, υπονοούμενα, ούτε και τον εμφύλιο που μπορεί να οδηγήσει και σε σβήσιμο χρεών και αναδιανομή της γης)...

      Διαγραφή
  5. ΠΑΡΟΡΑΜΑ, ΠΑΡΟΡΑΜΑ!

    Περιήγησεως = Περιηγήσεως

    Συγνώμη…

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΠΑΡΟΡΑΜΑ!

    Η σωστή παραπομπή για το απόσπασμα από την «Πολιτεία» είναι:

    Πλάτωνος Πολιτείας Η΄ 565D–566B (Slings)

    Και πάλι συγνώμη…

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. OVIDIVS REDVNDANS

    Φίλε do.b4tool8, ξαναδιάβασα το σχετικό με τον Λυκάονα απόσπασμα (ακολουθεί για του λόγου το ασφαλές) του Οβίδιου από τις «Μεταμορφώσεις» και δεν άλλαξα γνώμη· τον βρήκα —τον Οβίδιο εννοώ— αρκούντως πλεονάζοντα στο ύφος…

    P. Ovidi Nasonis Metamorphoseon libri I, 163–243 (Magnus)

    Quae pater ut summa vidit Saturnius arce,
    ingemit et, facto nondum vulgata recenti,
    foeda Lycaoniae referens convivia mensae,
    ingentes animo et dignas Iove concipit iras,
    conciliumque vocat: tenuit mora nulla vocatos.
    Est via sublimis, caelo manifesta sereno:
    lactea nomen habet, candore notabilis ipso.
    hac iter est superis ad magni tecta Tonantis
    regalemque domum. dextra laevaque deorum
    atria nobilium valvis celebrantur apertis
    (plebs habitat diversa locis): hac parte potentes
    caelicolae clarique suos posuere penates.
    hic locus est, quem, si verbis audacia detur,
    haud timeam magni dixisse Palatia caeli.
    Ergo ubi marmoreo superi sedere recessu,
    celsior ipse loco sceptroque innixus eburno
    terrificam capitis concussit terque quaterque
    caesariem, cum qua terram, mare, sidera movit.
    talibus inde modis ora indignantia solvit:
    ‛Non ego pro mundi regno magis anxius illa
    tempestate fui, qua centum quisque parabat
    inicere anguipedum captivo bracchia caelo.
    nam quamquam ferus hostis erat, tamen illud ab uno
    corpore et ex una pendebat origine bellum.
    nunc mihi qua totum Nereus circumsonat orbem,
    perdendum est mortale genus: per flumina iuro
    infera sub terras Stygio labentia luco!
    cuncta prius temptata, sed inmedicabile corpus
    ense recidendum, ne pars sincera trahatur.
    sunt mihi semidei, sunt, rustica numina, nymphae
    faunique satyrique et monticolae silvani:
    quos quoniam caeli nondum dignamur honore,
    quas dedimus, certe terras habitare sinamus.
    an satis, o superi, tutos fore creditis illos,
    cum mihi, qui fulmen, qui vos habeoque regoque,
    struxerit insidias notus feritate Lycaon?’
    Confremuere omnes studiisque ardentibus ausum
    talia deposcunt. sic, cum manus inpia saevit
    sanguine Caesareo Romanum exstinguere nomen,
    attonitum tanto subitae terrore ruinae
    humanum genus est totusque perhorruit orbis:
    nec tibi grata minus pietas, Auguste, tuorum est,
    quam fuit illa Iovi. qui postquam voce manuque
    murmura conpressit, tenuere silentia cuncti.
    substitit ut clamor pressus gravitate regentis,
    Iuppiter hoc iterum sermone silentia rupit:
    ‛ille quidem poenas, curam hanc dimittite, solvit.
    quod tamen admissum, quae sit vindicta, docebo.
    contigerat nostras infamia temporis aures;
    quam cupiens falsam summo delabor Olympo
    et deus humana lustro sub imagine terras.
    longa mora est, quantum noxae sit ubique repertum,
    enumerare: minor fuit ipsa infamia vero.
    Maenala transieram latebris horrenda ferarum
    et cum Cyllene gelidi pineta Lycaei:
    Arcadis hinc sedes et inhospita tecta tyranni
    ingredior, traherent cum sera crepuscula noctem.
    signa dedi venisse deum, vulgusque precari
    coeperat: inridet primo pia vota Lycaon,
    mox ait „experiar, deus hic, discrimine aperto,
    an sit mortalis. nec erit dubitabile verum.“
    nocte gravem somno necopina perdere morte
    me parat: haec illi placet experientia veri;
    nec contentus eo est: missi de gente Molossa
    obsidis unius iugulum mucrone resolvit,
    atque ita semineces partim ferventibus artus
    mollit aquis, partim subiecto torruit igni.
    quod simul inposuit mensis, ego vindice flamma
    in domino dignos everti tecta penates.
    territus ipse fugit nactusque silentia ruris
    exululat frustraque loqui conatur: ab ipso
    conligit os rabiem, solitaeque cupidine caedis
    utitur in pecudes et nunc quoque sanguine gaudet.
    in villos abeunt vestes, in crura lacerti:
    fit lupus et veteris servat vestigia formae.
    canities eadem est, eadem violentia vultus,
    idem oculi lucent, eadem feritatis imago est.
    occidit una domus. sed non domus una perire
    digna fuit: qua terra patet, fera regnat Erinys
    in facinus iurasse putes. dent ocius omnes,
    quas meruere pati (sic stat sententia) poenas.’

    Χαιρετώ,

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μη Απολιθωμένε, σε χαιρετώ!
      Ευχαριστώ για το εδάφιο.

      Έψαξα να βρω μετάφραση (online στην ελληνική) του σχετικού κειμένου, το οποίο έχει ενδιαφέρον και υφολογικά, αλλά δεν το βρήκα. (As my latin is not better than my greek, I would not attempt translation...)

      Αν κάποιος αναγνώστης έχει υπόψη του ένα link, θα του ήμουν ευγνώμων.

      Να 'σαι πάντα καλά.

      Διαγραφή
  8. ΔΕΣ ΠΡΟΧΕΙΡΑ [1/2]

    Φίλε do.b4tool8, δες πρόχειρα για το παραπάνω απόσπασμα την παλιά (1886) μετάφραση των Α. Παπαγεωργίου και Γ. Παπαφωτίου (Ὀβιδίου Μεταμορφώσεων τὰ ὀκτὼ πρῶτα βιβλία μετὰ βιογραφίας τοῦ ποιητοῦ μεταφρασθέντα καὶ δι’ ἀναλύσεων διασαφηνισθέντα ὑπὸ Ἀνδρέου Παπαγεωργίου καὶ Γεωργίου Παπαφωτίου, Ἔκδοσις δευτέρα, Ἐκδότης Ἀνέστης Κωνσταντινίδης, Ἐν Ἀθήναις 1886, σελ. 5–7) σε πεζό λόγο (διατηρείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου με σιωπηρή διόρθωση εξόφθαλμων λαθών της στοιχειοθεσίας):


    Περὶ τοῦ ὅτι (163–253) ὁ Ζεὺς μεταβάλλει τὸν Λυκάονα εἰς λύκον, καὶ θέλει νὰ ἐξαφανίσῃ τὸ ἀληθὲς γένος τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ παραγάγῃ ἄλλο

    Ὡς δὲ ταῦτα ὁ πατὴρ Κρονίδης ἐκ τῆς ὑψίστης ἀκροπόλεως εἶδεν, ἀνεστέναξε, καὶ προσφάτου τοῦ πράγματος ὄντος τὸ μήπω διαδοθὲν βδελυρὸν συμπόσιον τῆς Λυκαονίας τραπέζης ἀναπολῶν, ὑπερβολικὴν καὶ τοῦ Διὸς ἀξίαν ὀργὴν ἐν τῇ ψυχῇ συλλαμβάνει, καὶ συγκαλεῖ σύνοδον· οὐδεμία βραδύτης κατέσχε τοὺς προσκληθέντας.

    Ἔστιν ὁδὸς μετέωρος, φανερὰ εἰς ἡμᾶς ἐν αἰθρίῳ οὐρανῷ· ὀνομάζεται Γαλαξίας, διὰ τὴν λευκότητα αὐτὴν κατάδηλος. Διὰ ταύτης εἶνε ἡ ὁδὸς τῶν θεῶν πρὸς τὰ δώματα καὶ τὰ βασίλεια τοῦ Ἐριγδούπου· πρὸς δὲ δεξιὰν καὶ ἀριστερὰν κεῖνται τὰ μέγαρα τῶν ἐπιφανῶν θεῶν μὲ ἀνοικτὰς θύρας.

    Ὁ δὲ ὄχλος (τῶν θεῶν) κατοικεῖ εἰς διαφόρους τόπους· κατὰ μέτωπον οἱ ἰσχυροὶ καὶ ἔνδοξοι Οὐρανίωνες ἔθεσαν τὰς ἑαυτῶν οἰκίας. Οὗτος εἶνε ὁ τόπος, ὅν, ἐὰν δίδηται τόλμη εἰς τοὺς λόγους, (ἐὰν ἐτόλμων νὰ εἴπω), δὲν ἤθελον φοβηθῆ νὰ ὀνομάσω τὰ βασίλεια τοῦ μεγάλου οὐρανοῦ.

    Ἀφοῦ λοιπὸν ἐκάθησαν ἐπὶ μαρμαρίνης ἕδρας οἱ οὐράνιοι, αὐτὸς ἐξοχώτερος κατὰ τὸν τόπον καὶ ἐστηριγμένος ἐπὶ ἐλεφαντίνου σκήπτρου, τὴν φοβερὰν κόμην τῆς κεφαλῆς του ἔσεισε τρὶς καὶ τετράκις, μεθ’ ἧς τὴν γῆν, τὴν θάλασσαν καὶ τὰ ἄστρα ἐκίνησεν. Εἶτα οὕτως τὸ κεχολωμένον στόμα ἔλυσεν.


    (Συνεχίζεται)

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. ΔΕΣ ΠΡΟΧΕΙΡΑ [2/2]

    (Συνέχεια από το προηγούμενο)

    Ἐγὼ δὲν εφοβήθην μᾶλλον διὰ τὴν βασιλείαν τοῦ κόσμου κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ἕκαστος τῶν ὀφιοπόδων ἡτοιμάζετο νὰ ἐπιβάλλῃ ἑκατὸν χεῖρας ἐπὶ τοῦ πολιορκουμένου ἁλωθῆναι οὐρανοῦ. Διότι ἂν καὶ ὁ πόλεμος ἦτο ἄγριος, ὅμως ἐκεῖνος ὁ πόλεμος ἐξ ἑνὸς σώματος καὶ ἐκ μιᾶς ἀρχῆς ἐξηρτᾶτο. Τώρα καθ’ ἅπασαν τὴν σφαῖραν, περὶ ἣν ὁ Νηρεὺς ἠχεῖ, πρέπει ἐγὼ νὰ καταστρέψω τὸ θνητὸν γένος. Ὀμνύω εἰς τὰ καταχθόνια ὕδατα τὰ καταπίπτοντα ὑπὸ τὴν γῆν ἐν τῷ Στυγίῳ ἄλσει, ὅτι ἅπαντα πρότερον ἀπεπειράθην· ἀλλ’ ἡ ἀνίατος πληγὴ πρέπει ν’ ἀποτμηθῇ διὰ τοῦ ξίφους, ἵνα μὴ παρέλκηται (πάθη) τὸ ἀβλαβὲς μέρος. Ἔχω ἡμιθέους, ἔχω ἀγροτικὰς θεότητας, Νύμφας, Φαύνους, Σατύρους καὶ ὀρεσιβίους Σειληνούς, τοὺς ὁποίους ἐπειδὴ εἰσέτι δὲν αξιοῦμεν τῆς οὐρανίας τιμῆς, ἂς ἐπιτρέψωμεν νὰ κατοικῶσιν ἀσφαλῶς τὰς γαίας, ἃς ἐδώκαμεν (αὐτοῖς). Ἢ νομίζετε, ὦ ἐπουράνιοι, ὅτι ἐκεῖνοι εἶνε ἀρκετὰ ἀσφαλεῖς, ἀφ’ οὗ εἰς ἐμέ, ὅστις τὸν κεραυνόν, ὅστις ὑμᾶς ἔχω καὶ διευθύνω, κατεσκεύασεν ἐνέδραν ὁ γνωστὸς διὰ τὴν ἀγριότητά του Λυκάων; Περίτρομοι ἐγένοντο πάντες, καὶ μετὰ ἐνθέρμου προθυμίας ἐξαιτοῦσι τὸν τοιαῦτα τολμήσαντα. Οὕτως, ὅτε ἡ ἀσεβὴς χεὶρ ἐμάνη ὥστε ν’ ἀποσβέσῃ ἐν τῷ Καισαρίῳ αἵματι τὸ Ῥωμαϊκὸν ὄνομα, ἔκθαμβον ἦτο τὸ ἀνθρώπινον γένος ἕνεκα τοῦ φόβου τοῦ τόσον αἰφνιδίου ὀλέθρου καὶ ὁλόκληρος ἡ οἰκουμένη ἔφριξεν. Οὐδ’ εἰς σέ, ὦ Αὔγουστε, ὀλιγώτερον εὐχάριστος ἦτο ἡ ἀσέβεια τῶν σῶν, παρ’ ὅτι ἦτο ἐκείνη εἰς τὸν Δία. Ἀφ’ οὗ δὲ οὗτος διὰ τῆς φωνῆς καὶ τῆς χειρὸς συνέστειλε τὸν θόρυβον, πάντες ἐτήρησαν σιωπήν. Ἐκεῖνος μὲν ποινὰς ἀπῄτησεν (ἐτιμωρήθη), ἀποβάλλετε ταύτην τὴν φροντίδα. Τί ὅμως ἦτο τὸ ἁμάρτημα καὶ τίς ἡ ἐκδίκησις θὰ σᾶς διδάξω. Ἥψατο (ἔχει φθάσει εἰς τὰς ἡμετέρας ἀκοὰς) τῶν ἡμετέρων ἀκοῶν ἡ δυσφημία τοῦ αἰῶνος τούτου, ἣν ἐπιθυμῶν νὰ διαψεύσω, κατέρχομαι ἐκ τῆς κορυφῆς τοῦ Ὀλύμπου καὶ θεὸς ὑπὸ ἀνθρωπίνην μορφὴν περιέρχομαι τὴν γῆν. Μακρὰ εἶνε ἡ βραδύτης ν’ ἀπαριθμήσω πόσας ἀδικίας εὗρον πανταχοῦ. Κατωτέρα ἦτο αὕτη ἡ δυσφημία τοῦ ἀληθοῦς. Διῆλθον τὸ Μαίναλον (ὄρος) τὸ διὰ τοὺς κευθμῶνας τῶν θηρίων φρικαλέον, καὶ σὺν τῇ Κυλλήνῃ τοὺς πιτυῶνας τοῦ παγετώδους Λυκαίου. Ἐντεῦθεν μεταβαίνω εἰς τὰς κατοικίας καὶ εἰς τὸν ἄξενον οἶκον τοῦ τυράννου Ἀρκάδος, ὅτε ἡ ὀψία δείλη προσείλκυε τὴν νύκτα. Ἔδωκα σημεῖα, ὅτι ἦλθε θεός, καὶ ὁ λαὸς ἤρχισε νὰ δέηται. Ἐν πρώτοις τὰς εὐσεβεῖς δεήσεις ἐπισκώπτει ὁ Λυκάων, μετ’ ὀλίγον λέγει, θὰ λάβω πεῖραν διὰ προδήλου διακρίσεως (ἂν) οὗτος θεὸς ἢ θνητός ἐστιν, οὐδὲ θὰ εἶνε ἀμφίβολος ἡ ἀλήθεια. Τὴν νύκτα βαρὺν ἐκ τοῦ ὕπνου παρασκευάζεται νὰ μὲ ἀπολέσῃ δι’ ἀπροσδοκήτου θανάτου· αὕτη ἡ δοκιμὴ τῆς ἀληθείας ἀρέσκει αὐτῷ. Μὴ ἀρκούμενος εἰς τοῦτο, διεχώρησε διὰ τοῦ ξίφους τὸν λαιμὸν ἑνὸς ὁμήρου πεμφθέντος ἐκ τοῦ ἔθνους τῶν Μολοσσῶν, καὶ τοιουτοτρόπως τὰ ἡμιθανῆ μέλη τὰ μὲν ἐν ζέοντι ὕδατι βράζει, τὰ δὲ ὑποβαλὼν πῦρ ψήνει. Ἅμα ταῦτα ἐπέθηκεν ἐπὶ τῶν τραπεζῶν, ἐγὼ διὰ τῆς ἐκδικητικῆς φλογὸς (κεραυνοῦ) ἀνέτρεψα ἐπὶ τῶν ἐπαξίων τῷ οίκοδεσπότῃ ἐφεστίων θεῶν τὸν οἶκον. Περίτρομος ἐκεῖνος φεύγει, καὶ φθάσας εἰς τοὺς σιγῶντας ἀγροὺς ἐξολολύζει καὶ μάτην ἐπιχειρεῖ νὰ ὁμιλήσῃ· ἐκ τούτου τὸ στόμα συνάγει λύσσαν καὶ ἐξ ἐπιθυμίας τῶν συνήθων φόνων τρέπεται κατὰ τῶν ποιμνίων· καὶ νῦν ἤδη τῷ αἵματι χαίρει. Εἰς μαλλὸν μεταβάλλονται τὰ ἱμάτια, εἰς κνήμας δὲ οἱ βραχίονες· γίνεται λύκος καὶ διατηρεῖ τὰ ἴχνη τῆς ἀρχαίας μορφῆς· ἡ αὐτὴ πολιότης ὑπάρχει, ἡ αὐτὴ σκληρότης τοῦ προσώπου· ὡσαύτως οἱ ὀφθαλμοὶ λάμπουσιν, ἡ αὐτὴ τῆς ἀγριότητος εἰκών. Κατέπεσεν εἷς οἶκος, ἀλλ’ οὐχὶ εἷς οἶκος ἦτο ἄξιος νὰ καταστραφῇ, ἐφ’ ὅσον ἐκτείνεται τὸ ἔδαφος, ἡ αγρία βασιλεύει Ἐριννύς. Δύνασαι νὰ νομίσῃς ὅτι ὤμοσαν εἰς τὸ ἔγκλημα. Ἂς δώσωσιν ταχύτερον πάντες ποινάς, ἃς ἄξιοι εἶνε νὰ πάσχωσιν, οὕτως ἵσταται ἡ γνώμη (τοιαύτην γνώμην ἔχω).

    Χαιρετώ,

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. ΚΑΙ ΜΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

    Φίλε do.b4tool8,

    Το σωστό είναι κραιπάλη και όχι κρεπάλη.

    Η λέξη που απαντάται στην ελληνική γλώσσα ήδη από τον 5ο αι. π. Χ., σημαίνει αρχικά: πονοκέφαλος από υπερβολική οινοποσία, από κατάχρηση ποτού· απ’ αυτήν την αρχική σημασία προέρχεται κι η σημερινή σημασία της.

    Παρά τις προσπάθειες των αρχαίων γιατρών να ετυμολογήσουν την λέξη από τα ελληνικά, μάλλον έχουμε να κάνουμε με προελληνικό δάνειο καθώς φαίνεται και από το λατινικό συνώνυμο crāpula (πρβλ. crapule στα γαλλικά), στο οποίο το μακρό ā μάλλον συνεχίζει και αντανακλά την προελληνική εναλλαγή μεταξύ αι και μακρού : αι/ᾱ.

    Περισσότερα για τους ενδιαφερόμενους και τις ενδιαφερόμενες:

    — Γ. Μπαμπινιώτη, Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2010, σελ. 727

    — R. Beekes–L. van Beek, Etymological Dictionary of Greek, Volume One, Leiden • Boston 2010, σελ. 768

    ― E. J. Furnée, Die wichtigsten konsonantischen Erscheinungen des Vorgriechischen. Mit einem Appendix über den Vokalismus, Den Haag 1972, σελ. 336 κε.


    Χαιρετώ,

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ' ευχαριστώ, φίλε. Διορθώθηκε. Ενδιαφέρον σχόλιο, και γιατί αναδεικνύει την πιθανότητα να έχει δανειστεί ή αρχαία ελληνική απ' την λατινική (όχι μόνο το αντίθετο). Αντικρούει το σωβινιστικό "τους δώσαμε τα φώτα", με την έννοια ότι δεν μπορείς να φωτίσεις χωρίς να φωτιστείς κι εσύ.

      Δεν έχω ιδέα για το θέμα - ομολογώ - και ίσως, αν είχες την ευχέρεια χρόνου, να μπορούσες να γράψεις ένας σύντομο κείμενο επ' αυτού. Θα το αναρτούσα με χαρά εδώ, αν και το ίδιο, είμαι σίγουρος, θα έκαναν κι άλλα ιστολόγια με μεγαλύτερη επισκεψιμότητα

      Διαγραφή
  11. ΣΥΝΤΟΜΟ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΤΙΚΟ

    Φίλε do.b4tool8,

    Αρχικά σ’ ευχαριστώ πολύ που ανάρτησες το σχόλιό μου.

    Μετά να κάνω μια σύντομη διευκρίνηση, γιατί δημιουργήθηκε με δική μου ευθύνη που οφείλεται στο λακωνικότατο στιλ του προηγούμενου σχολίου μου, μια παρανόηση. Δεν πρόκειται στην περίπτωση της συγκεκριμένης λέξης για δάνειο της ελληνικής από την λατινική, αλλά ενδεχομένως για κοινό δάνειο από μιαν προελληνική (επομένως και προλατινική) γλώσσα και στις δυο αυτές γλώσσες. Και λέω «ενδεχομένως», επειδή σ’ αυτές τις περιπτώσεις μη ύπαρξης επαρκών γραπτών πηγών δεν μπορεί να υπάρξει 100% σιγουριά. Το ότι πρόκειται για τέτοιο δάνειο προκύπτει από γενικότερα συμπεράσματα, στα οποία κατέληξε ο ολλανδός γλωσσολόγος και ελληνιστής E. J. Furnée βασιζόμενος στην παρατήρηση της εναλλαγής μεταξύ αι και μακρού (αι/ᾱ) και εντάσσοντας αυτή την εναλλαγή σε ανάλογα φαινόμενα και άλλων ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Η εν λόγω εναλλαγή φαίνεται καθαρά από την σύγκριση της πρώτης συλλαβής των δυο ταυτόσημων στις αντίστοιχες γλώσσες λέξεων κραιπάλη και crāpula, κραι- και crā-. Σημειωτέον ότι την παρατήρηση για τις λέξεις κραιπάλη και crāpula δεν την κάνει ο Furnée, αλλά ―στηριζόμενοι σ’ αυτόν― οι R. Beekes και L. van Beek στο νέο τους ετυμολογικό λεξικό της αρχαίας ελληνικής σε δύο τόμους που εκδόθηκε το 2010 στο Λέιντεν και στην Βοστώνη.

    Τώρα, για να μείνουμε στα καθ’ ημάς, το πρόβλημα των προελληνικών δανείων —εννοείται: λέξεων— στην ελληνική γλώσσα είναι τεράστιο και αρκετά πολύπλοκο· το τελευταίο οφείλεται στο ότι η λύση του έχει επί χιλιετίες συσκοτιστεί είτε από άγνοια είτε από κακώς εννοούμενη «υπεράσπιση» της εθνικής μας ταυτότητας είτε από συνδυασμό και των δύο. Το ότι πραγματικά «δώσαμε τα φώτα» σε πολλούς και σε πολλές περιπτώσεις είναι γεγονός και δεν επιδέχεται σοβινιστικής εκμετάλλευσης αφού δεν μπορεί να εξαρτάται από το ότι δανειστήκαμε κι εμείς πολλά από πολλούς πράγμα που επίσης αποτελεί γεγονός. Το τι όμως δανειστήκαμε και πώς το αξιοποιήσαμε είναι το ζήτημα· πιστεύω ―για να μείνω σ’ ένα μόνο παράδειγμα― ότι ο τρόπος με τον οποίο αναπτύξαμε από ένα ξένο αλφάβητο (το λεγόμενο πρώιμο φοινικικό) που δεν απεικόνιζε τα φωνήεντα ένα νέο αλφάβητο που ήταν ικανό να προσεγγίζει με απίστευτα μεγαλύτερη σαφήνεια απ’ ό,τι ο πρόγονός του την διαρκώς εναλλασσόμενη φωνητική εικόνα της ομιλούμενης γλώσσας, φτάνει και περισσεύει για δείξει το τι πραγματικά σημαίνει «δώσαμε τα φώτα».

    Σε πείσμα λοιπόν κάθε σοβινιστικής ψευτοεπιστημονικής ιδεοληψίας που θέλει σώνει και καλά να ετυμολογεί την ελληνική γλώσσα με αφετηρία και τέλος αποκλειστικά την ελληνική γλώσσα, η σύγχρονη γλωσσολογία έχει τον τελευταίο αιώνα πραγματοποιήσει αρκετές προόδους στην έρευνα των προελληνικών δανείων της ελληνικής γλώσσας. Βασικό έργο που αποκρυσταλλώνει την έρευνα αυτή είναι η εργασία του E. J. Furnée Die wichtigsten konsonantischen Erscheinungen des Vorgriechischen. Mit einem Appendix über den Vokalismus (Τα σπουδαιότερα συμφωνικά φαινόμενα της προελληνικής γλώσσας. Με ένα παράρτημα για τον φωνηεντισμό) που αποτελεί την διδακτορική του διατριβή και εκδόθηκε το 1972 στην Χάγη, αγνοήθηκε ή υποτιμήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα για να εκτιμηθεί και αποτιμηθεί όπως άρμοζε από τους Beekes και van Beek στο ετυμολογικό τους λεξικό.

    Ο E. J. Furnée ανιχνεύει τα προελληνικά δάνεια στην ελληνική γλώσσα αναλύοντας και διερευνώντας βασικά τις συμπλοκές κι εναλλαγές των συμφώνων των ελληνικών λέξεων χωρίς παράλληλα να παραλείπει να αποδίδει την δέουσα σημασία και στα αντίστοιχα «πάθη» των φωνηέντων. Βγάζει το συμπέρασμα ότι ο αριθμός των προελληνικών δανείων λέξεων στην ελληνική γλώσσα ανέρχεται με βεβαιότητα στις πέντε με έξι χιλιάδες.

    Ελπίζω να αρκούν τα παραπάνω για μια πρώτη γεύση. Ίσως να επανέλθω άλλη φορά από ανάλογη αφορμή.

    Καλό σου Σαββατοκύριακο,

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Σ' ευχαριστώ για την απόκριση. Το σχόλιο σου είναι ενδιαφέρον και διαφωτιστικό σαν αρχή για όσους ενδιαφέρονται να ερευνήσουν το θέμα περαιτέρω.

    Να 'σαι πάντα καλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. ΚΑΙ ΤΑ «ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ» ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ

    Στο αμέσως προηγούμενο σχόλιό μου

    αντί διαρκώς εναλλασσόμενη φωνητική εικόνα να διαβαστεί διαρκώς εναλλασσόμενη φωνολογική εικόνα

    Στο σχόλιό μου «ΔΕΣ ΠΡΟΧΕΙΡΑ [1/1]»

    αντί Περὶ τοῦ ὅτι (163–253) ὁ Ζεὺς να διαβαστεί Περὶ τοῦ ὅτι (163–243) ὁ Ζεὺς

    Συγνώμη!

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή