Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

Ο Καστοριάδης και το Μεταβολικό Ρήγμα





Στο παρόν κείμενο  γίνεται αναφορά σε μια θέση του Καστοριάδη για ζητήματα Οικολογίας τα οποία, κατά τον ίδιο, «o Μαρξ παραβλέπει ή περιθωριοποιεί».
Η άποψη αυτή εκφράστηκε στο κείμενο με τίτλο Η επαναστατική δύναμη της Οικολογίας Μια συνέντευξη με τον Κορνήλιο Καστοριάδη (1993) που δόθηκε το 1993 στο γαλλικό περιοδικό «Πράσινος Πλανήτης», απο την οποία επιλέγω ένα μέρος. (1)

Οι λόγοι για τους οποίους αναφέρομαι σ’ αυτόν είναι τρεις:
Ο πρώτος είναι ότι η άποψη του είναι τυπική και πολύ διαδεδομένη απο οικο-αριστερούς αλλά και δυστυχώς αποδεκτή σε κάποιους που τοποθετούνται στον χώρο της κομμουνιστικής αριστεράς. 
Ο δεύτερος είναι ότι Καστοριάδης είναι «δικός μας» και οι επικλήσεις σ’ αυτόν είναι της μόδας εδώ, μιας και αποτελούν τεκμήρια ταύτισης με μια «ανοιχτά και αδογμάτιστα» αριστερή διανόηση. Και διότι πολλοί συμφωνούν με την (τα μάλα) υπρβολική εκτίμηση των συντακτών της εν λόγω συνέντευξης κατά τους οποίους

«Ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ίσως ο σημαντικότερος πολιτικός στοχαστής και φιλόσοφος του 20ου αιώνα, από το τη δεκαετία του 70’ αρχίζει να ενσωματώνει στο σύστημα της κριτικής του και το οικολογικό ζήτημα. Φαίνεται, δε, σχεδόν από όλα τα τελευταία κείμενά του ότι το οικολογικό ήταν το ζήτημα που τον απασχολούσε περισσότερο ή τουλάχιστον εξίσου πολύ με άλλα θέματα. κτλ)».(2)

Ο τρίτος και ειδικότερος λόγος είναι το γεγονός ότι στην απάντηση του Καστοριάδη που παραθέτω, ο Μαρξ εμφανίζεται αδιάφορος για σημαντικά πράγματα που αφορούν την οικολογία και κατά τον ίδιο πάντα, «το ότι ο Μαρξ «ξεχνάει» αυτά τα πράγματα είναι περίεργο, λόγω του ότι στην εποχή του αυτή η σκέψη απασχολεί πολλούς συγγραφείς». Στο πλαίσιο αυτό αναφέρεται το όνομα Justus Liebig, κάτι που θεώρησα άξιο λόγου, όπως ελπίζω θα φανεί παρακάτω.

Μια «εφ’ όλης της ύλης κριτική» στις θέσεις του Καστοριάδη για το ζήτημα της οικολογίας δεν είναι στις προθέσεις, ούτε και θα ήταν δυνατή στο πλαίσιο ενός κειμένου όπως το παρόν. Θα σταθούμε μόνο στο ζήτημα του αφορισμού «περί του μη οικολογικά προβληματισμένου» Μαρξ. Είναι δίκαιο να ειπωθεί εξ’ αρχής εδώ ότι αυτή η συνέντευξη δόθηκε πριν απο σχεδόν μια εικοσαετία και έκτοτε μεσολάβησε μια έντονη δραστηριότητα, κυρίως απο μαρξιστές ακαδημαϊκούς, εστιασμένη όχι μόνο σε μια στενά ιδωμένη διερεύνηση του ερωτήματος αν οι πατέρες του Μαρξισμού είχαν αναπτυγμένη οικολογική συνείδηση, αλλά και στην ανάδειξη της σχέσης κοινωνίας και φύσης στη σκέψη τους, και στο βαθμό κατά τον οποίο αυτή η σκέψη είναι ακόμα ζωντανά επίκαιρη και ικανή να οπλίσει θεωρητικά μια ποιο διεισδυτική ενατένιση και ερμηνεία της περιβαλλοντικής κρίσης που βιώνουμε. Ωστόσο, η αναφορά του Καστοριάδη στον Justus Liebig καθιστά «περίεργο» (για να χρησιμοποιήσω την δική του έκφραση) το γεγονός ότι αποσιωπάται σ’ αυτήν ή αγνοείται η σχέση του Μαρξ με τον Liebig

Ας  δούμε τι λέει:

[...]
Pascale Egre : Ποιο παραλληλισμό θα μπορούσαμε να κάνουμε ανάμεσα στην υποχώρηση του μαρξισμού και στη ραγδαία ανάπτυξη της πολιτικής οικολογίας;

Κορνήλιος Καστοριάδης: Η σχέση τους είναι προφανώς περίπλοκη. Πρώτα απ’ όλα, πρέπει κανείς να παρατηρήσει ότι ο Μαρξ μετέχει πλήρως του καπιταλιστικού φαντασιακού: σύμφωνα με αυτόν, όπως και με την κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής του, τα πάντα εξαρτώνται από την αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων. Όταν η παραγωγή φθάνει σε ένα αρκετά υψηλό επίπεδο είναι κανείς σε θέση να μιλήσει για μια αληθινά ελεύθερη κοινωνία, για μια κοινωνία ισότητας και πάει λέγοντας. Δεν βρίσκει κανείς στον Μαρξ καμία κριτική της καπιταλιστικής τεχνικής, είτε όσον αφορά την μέθοδο παραγωγής είτε όσον αφορά τον τύπο και τη φύση των προϊόντων που παράγονται. Για αυτόν, η καπιταλιστική τεχνική και τα προϊόντα της αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της διαδικασίας της ανθρώπινης προόδου. Ούτε ασκεί κριτική στην εργασιακή διαδικασία του εργοστασίου. Επικρίνει, βεβαίως, μερικά «υπερβολικά» στοιχεία αλλά, υπό αυτήν τη μορφή, αυτή η οργάνωση φαίνεται για αυτόν να αποτελεί μια πραγμάτωση της ορθολογικότητας, χωρίς την προσθήκη εισαγωγικών. Το βασικό κομμάτι της κριτικής του έχει να κάνει με την χρήση αυτής της τεχνικής και αυτής της οργάνωσης: πως, δηλαδή, από αυτές επωφελείται μόνο το κεφάλαιο και όχι η ανθρωπότητα ως σύνολο. Δεν εντοπίζει την ανάγκη να γίνει μια εσωτερική κριτική στην τεχνική και την οργάνωση της καπιταλιστικής παραγωγής.
Το ότι ο Μαρξ «ξεχνάει» αυτά τα πράγματα είναι περίεργο, λόγω του ότι στην εποχή του αυτή η σκέψη απασχολεί πολλούς συγγραφείς. Ας θυμηθούμε, για να αναφερθούμε σε ένα γνωστό παράδειγμα, τους Άθλιους του Βίκτωρ Ουγκό. Όταν, με σκοπό να σώσει τον Μάριο, ο Γιάννης Αγιάννης τον κουβαλάει μέσα από τους υπονόμους του Παρισιού, ο Ουγκό παραδίδεται σε μία από τις πολυαγαπημένες παρεκβάσεις του. Βασισμένος, χωρίς αμφιβολία, στους υπολογισμούς των μεγάλων χημικών της εποχής, πιθανόν του Justus Liebig, λέει πως από το Παρίσι καταλήγει στην θάλασσα κάθε χρόνο, μέσω των υπονόμων του, χρηματικό ποσό ίσο με 500 εκατομμύρια χρυσά φράγκα. Αυτό το αντιπαραβάλλει στη συμπεριφορά των κινέζων αγροτών, οι οποίοι λιπαίνουν το χώμα με τα δικά τους περιττώματα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μας λέει ουσιαστικά ότι το έδαφος της Κίνας είναι τόσο εύφορο όσο ήταν και την πρώτη μέρα της Δημιουργίας. Γνωρίζει πως οι παραδοσιακές οικονομίες ήταν οικονομίες ανακύκλωσης, ενώ η σημερινή είναι μια οικονομία σπατάλης.
Ο Μαρξ όλα αυτά τα παραβλέπει ή τα περιθωριοποιεί. Και αυτό επρόκειτο να παραμείνει, μέχρι το τέλος, η τοποθέτηση του μαρξιστικού κινήματος. Αρχίζοντας από το τέλος της δεκαετίας του 50’, αρκετοί παράγοντες θα ενώνονταν προκειμένου να αλλάξει αυτή η κατάσταση. (3)

Η θέση αυτή του Καστοριάδη αδικεί έντονα τον Μαρξ. Κατά τον John Bellamy Foster η έκφραση αυτής της άποψης θα χαρακτηριζόταν περιγέλαστη σήμερα. Ο ίδιος συγγραφέας γράφει ότι: «Μετά από δεκαετίες έρευνας στις συνεισφορές του Μαρξ σε οικολογικούς διαλόγους και την δημοσίευση των επιστημονικών-τεχνικών σημειωματάριών του, δεν μπαίνει πλέον ερώτημα αν ο Μαρξ καταπιάνεται με την φύση, και αν το έκανε σε όλη τη ζωή του». (4)  Προφανώς διότι το ερώτημα έχει απαντηθεί απο έναν αυξανόμενο αριθμό σύγχρονων θεωρητικών – εκτός απο τον John Bellamy Foster, και απο πολλούς άλλους, όπως οι Paul Burkett,  Fred Magdoff , Brett Clark, Richard York, David Harvey, Ricardo Dobrovolski, Jason W. Moore Erik Swyngedouw (η λίστα δεν εξαντλείται εδώ) οι οποίοι έχουν καταπιαστεί συστηματικά με σοβαρότητα και κύρος με το θέμα αυτό.

Ο κύριος κορμός του παρόντος κειμένου συνίσταται απο μεταφορά και παρουσίαση βασικών παρατηρήσεων στο ίδιο ζήτημα που έχουν γίνει σε άρθρα μερικών απο τους προαναφερθέντες θεωρητικούς.  Πέραν της σύνθεσης τους εδώ, σαν αντιπαράθεση και σαν απάντηση στον  αφορισμό του Καστοριάδη σε σχέση με τις «παραβλέψεις» του Μαρξ,  στα ελάχιστα που προσθέτω συμπεριλαμβάνεται η διαπίστωση ότι η διάλυση αυτής της προκατάληψης αλλά και ο εμπλουτισμός του μαρξιστικού προβληματισμού για το περιβάλλον και την σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με την φύση, εάν είναι όσο θα έπρεπε πλατιά γνωστά στον ελληνικό χώρο της Μαρξιστικής αριστεράς (πράγμα που ομολογώ μου είναι άγνωστο), τουλάχιστον δεν φαίνεται να την απασχολεί με την ένταση που αρμόζει στο θέμα αυτό.

Μια πλήρης ανάγνωση του έργου του Μαρξ, εστιασμένη στην ανάδειξη αυτής της σημαντικής πλευράς της σκέψης του που αφορά τον βαθύ και απαράμιλλο για την εποχή του προβληματισμό του για τη σχέση κοινωνία–φύση, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Διότι ο προβληματισμός αυτός διαποτίζει ολόκληρη την σκέψη του, είναι βασικό συστατικό της. Και σίγουρα κάποιες απο τις προκαταλήψεις που έχουν εξαπλωθεί, προερχόμενες κυρίως απο τον «πράσινο», στην ουσία σοσιαλδημοκρατικό, χώρο μπορεί να είναι αδιάβαστες αναπαραγωγές απο ψευδο-διατριβές λειψά καταρτισμένων διανοούμενων. Άλλες προέρχονται απο μια κάστα γραφιάδων που κάνουν καλοπληρωμένη καριέρα την προσπάθεια να βγάλουν τον Μαρξ άσχετο και στο θέμα της οικολογίας.

Κάποιοι, πιο ραφιναρισμένα αναγκάζονται τώρα να ομολογήσουν ότι ο Μαρξ ναι μεν είχε υπόψη του το περιβαλλοντικό πρόβλημα της εποχής του, αλλά ισχυρίζονται ότι οι εκτιμήσεις του ήταν υποταγμένες σ’ ένα Προμηθεανισμό, (5) (δηλαδή σε μια έντονη έμφαση στην αναγκαιότητα της βιομηχανικής ανάπτυξης την οποία θεωρούσε προϋπόθεση της ανθρώπινης χειραφέτησης, και η οποία ήταν αναγκαίο να πραγματοποιηθεί ανεξάρτητα απο το περιβαλλοντικό κόστος της.  Έτσι, κατά την ίδια κριτική στον Μαρξ,  προβάλλεται η άποψη ότι δεν έδειξε έναν οικολογικό προβληματισμό επαρκή για να ωθήσει μια περαιτέρω ανάπτυξη σε μεταγενέστερες γενιές μαρξιστών, και άρα δεν συνείσφερε στην επακόλουθη διαμόρφωση της  Οικολογίας. Άλλοι τον «δικαιολογούν» ότι έγραψε πριν την ανάπτυξη της οικολογίας, εξ’ ου και το γεγονός ότι,  σαν λέξη, η οικολογία είναι ανύπαρκτη στο λεξιλόγιο του.   

Η αλήθεια όμως είναι ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς (όπως γράφει ο John Bellamy Foster)

είχαν το πλεονέκτημα ότι έζησαν σε μια εποχή όπου η μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό εξακολουθούσε ακόμα να πραγματοποιείται ή να είχε συμβεί στην πρόσφατη μνήμη. Ως εκ τούτου, τα ερωτήματα που έθεσαν για την καπιταλιστική κοινωνία, ακόμη και για τη σχέση μεταξύ της κοινωνίας και της φύσης ήταν συχνά πιο θεμελιώδη από αυτά που χαρακτηρίζουν την κοινωνική και οικολογική σκέψη, ακόμη και στην αριστερά, σήμερα.

Αλλά, παραδόξως, η ανταγωνιστική σχέση του καπιταλισμού με το περιβάλλον, η οποία βρίσκεται στον πυρήνα της σημερινής κρίσης μας, ήταν κατά κάποιο τρόπο πιο εμφανής στους σοσιαλιστές του 19ου και 20ου αιώνα, από ότι είναι στην πλειοψηφία των πράσινων στοχαστών της εποχής μας.(6)


Ας επιστρέψουμε στo επίδικο: την αποσιωπημένη η αγνοουμένη (απο τον Καστοριάδη) σχέση Μαρξ και Liebig. Ο Justus von Liebig, μεγάλος Γερμανός χημικός, είναι  γνωστός για την έντονη κριτική που άσκησε στον ανορθολογισμό της αγροκαλλιέργειας και ειδικά στις εντατικοποιημένες μεθόδους της βρετανικής γεωργικής παραγωγής της εποχής του, τις οποίες χαρακτήρισε ως ένα «σύστημα ληστείας». Περιέγραψε λεπτομερώς την σοφία παλαιότερων κοινωνιών οι οποίες αυτά που έπαιρναν απο την φύση με την παραγωγική τους δραστηριότητα τα επέστρεφαν σ’ αυτήν σε μορφή λιπαντικών συστατικών απαραίτητων για ανακύκλωση στη γη, διατηρώντας μια ισορροπία μεταξύ της φύσης και της αγροκαλλιέργειας.  Η κριτική αυτή αναπτύχθηκε στο πρωτοποριακό επιστημονικό έργου του, Organic Chemistry in its Application to Agriculture and Physiology (Οργανική Χημεία και η Εφαρμογή της στην Γεωργία και την Φυσιολογία) που εκδόθηκε το 1840.

Με το ξεδίπλωμα της βιομηχανικής επανάστασης, η μείωση του πληθυσμού των αγροτικών περιοχών σήμανε την προλεταριοποίηση μέρους της αγροτιάς που οδήγησε επίσης στην συγκεντροποίηση της ιδιοκτησίας γης. Συνάμα διαφοροποιήθηκε δραματικά η πόλη απο το χωριό, αναστέλλοντας την παράδοση ανακύκλωσης. Τρόφιμα και φυτικές ίνες αποστέλλονταν από την ύπαιθρο σε μακρινές αγορές. Στο πλαίσιο αυτό, τα θρεπτικά συστατικά του εδάφους, όπως άζωτο, φώσφορο και κάλιο,  μεταφέρονταν από τη ύπαιθρο στην πόλη, όπου μετατρέπονταν  σε συσσωρευμένα ανθρώπινα και ζωικά απόβλητα και σε  ρύπανση των πόλεων, αντί να επιστρέψουν στο έδαφος για την ανακύκλωση τους.

Μια «λύση» που βρήκαν οι καπιταλίστες στην αρχή του 19ου Αιώνα ήταν η ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου γκουανό, νιτρικών αλάτων. Το γκουανό ήταν ένα από τα καλύτερα λιπάσματα για αύξηση της αγροτικής παραγωγής με εμπλουτισμό του εδάφους.  Πρόκειται για την ονομασία περιττωμάτων θαλάσσιων πτηνών που κατοικούν σε μεγάλες αποικίες στα νησιά ανοικτά των ακτών του Περού. Το γκουανό έχει υψηλές ποσότητες συγκεντρωμένων φωσφορικών ενώσεων και αζώτου. Εκείνη την εποχή, αυτό το νέο λίπασμα προκάλεσε  ενα διεθνή ανταγωνισμό για την διεκδίκηση των νησιών που είχαν αποθέματα γκουανό. Εκατομμύρια τόνοι γκουανό σκάφτηκαν για  εξαγωγές στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη. Οι  εργάτες που το έσκαβαν ήταν κινέζοι "κούληδες" μεταφερμένοι σαν σκλάβοι στο Περού, για να δουλεύουν εκεί χειρότερα απο σκλάβους... (7)


Πέραν τούτου, πηγή λιπασμάτων αποτελούσαν και τα οστά ανθρώπων και ζώων τα οποία είχαν επίσης καταστεί αντικείμενο ληστρικής εκμετάλλευσης. Πρωταγωνιστές ήταν οι Άγγλοι αποικιοκράτες και καπιταλίστες. Φυσικά κάποιες χώρες κυριολεκτικά γδέρνονταν απο τα θρεπτικά συστατικά του εδάφους τους. Αυτό ώθησε τον Liebig  να δηλώσει ότι η Μεγάλη Βρετανία

... Στερεί όλες τις χώρες από τις συνθήκες της γονιμότητας τους. Έχει σαρώσει τα πεδία των μαχών της Λειψίας, του Βατερλώ και της  Κριμαίας! Έχει καταναλώσει τα οστά πολλών γενεών συσσωρευμένα  στις κατακόμβες της Σικελίας! Και τώρα καταστρέφει κάθε χρόνο το φαγητό για μια μελλοντική γενιά από τριάμισι εκατομμύρια ανθρώπων. Όπως ένας βρικόλακας, που κρέμεται στο στήθος της Ευρώπης, και  του κόσμου ακόμα, ρουφά το αίμα της  ψυχής του, χωρίς καμία πραγματική ανάγκη ή μόνιμο όφελος για τον εαυτό του. (8)

Σε αντίθεση με τον Καστοριάδη, ο John Bellamy Foster, διακρίνει ότι ο Μαρξ είχε πλήρη επίγνωση της εργασίας του Liebig την οποία μελέτησε την ίδια περίοδο που έγραφε τον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, και απο την οποία πληροφορήθηκε  το Κεφάλαιο. Ο Μαρξ παρακολούθησε τις διαλέξεις του Liebig στο Λονδίνο, όπως και διαλέξεις των Moleschott και Huxley.  (9) Κάθε άλλο παρά «παραμελώντας και παραβλέποντας μια εσωτερική κριτική στην τεχνική και την οργάνωση της καπιταλιστικής παραγωγής», όπως σχολίασε σε επιστολή στον Ένγκελς το 1866, η εντατική μελέτη της νέας γεωργικής χημείας, «ιδίως των Liebig και Schönbein, ήταν πιο σημαντική για αυτό το θέμα από όλων των οικονομολόγων μαζί». (10) Χαρακτήρισε μάλιστα την ανάδειξη, μέσω της φυσικής επιστήμης, της καταστροφικής πλευρά της καπιταλιστικής ανεπτυγμένης γεωργικής καλλιέργειας ως μια «αθάνατη τιμή» στον Liebig '.

Ο Μαρξ ξεκινώντας απο θέσεις του Liebig προχώρησε πιο πέρα απο αυτές. Η καταστροφή του κύκλου ανακύκλωσης των συστατικών της φύσης απαραίτητων για την αναπαραγωγή της και η ανισορροπία που δημιουργείται ορίζεται ως «Μεταβολικό Ρήγμα».   Αιτία αυτού του φαινομένου είναι το γεγονός ότι ο καπιταλισμός έχει δημιουργήσει μια «μεταβολική αλληλεπίδραση» μεταξύ  ανθρώπων και γης η οποία μορφοποιείται απο τους όρους της παραγωγής που επέβαλε. Επισημαίνει  την αναγκαιότητα για «συστηματική αποκατάσταση» αυτού του ρήγματος η οποία αποκατάσταση θα πρέπει να λειτουργήσει ως «ρυθμιστικός νόμος της κοινωνικής παραγωγής».  Ωστόσο η μεγάλης κλίμακας καπιταλιστική ανάπτυξη της γεωργίας και του εμπορίου οξύνει το Μεταβολικό Ρήγμα. Αποτέλεσμα είναι η σπατάλη θρεπτικών συστατικών του εδάφους που μετατρέπονται σε ρύπανση και απόβλητα της πόλης. «Το Λονδίνο,» έγραψε, «δεν μπορεί να βρει καμία καλύτερη χρήση για την απέκκριση των τεσσεράμισι εκατομμυρίων ανθρώπων από το να μολύνει τα Τάμεση». (11)  Η μεγάλης κλίμακας βιομηχανία εντείνει την εν λόγω καταστροφική διαδικασία εξάντλησης του εδάφους.

Ο Μαρξ βλέπει  το Μεταβολικό Ρήγμα σε σχέση με το χάσμα που δημιουργείται ταυτόχρονα μεταξύ πόλης και χωριού. Ενώ μειώνεται ο αγροτικός πληθυσμός, αυξάνεται ο πληθυσμός στοιβαγμένος στις πόλεις

«Με αυτόν τον τρόπο παράγει τις συνθήκες που προάγουν ένα ανεπανόρθωτο ρήγμα στην αλληλεξάρτηση διαδικασία του κοινωνικού μεταβολισμού, ένα μεταβολισμό που προβλέπεται από τους φυσικούς νόμους της ίδιας της ζωής. Το αποτέλεσμα αυτού είναι μια διάβρωση της ζωτικότητας του εδάφους, η οποία πραγματοποιείται από το εμπόριο πέρα ​​από τα όρια μιας μόνο χώρας». (12)

[...]

«διαταράσσει  τη μεταβολική αλληλεπίδραση μεταξύ του ανθρώπου και της γης, δηλαδή εμποδίζει την επιστροφή στο έδαφος των στοιχείων που το συνθέτουν και καταναλώνονται από τον άνθρωπο με τη μορφή των τροφίμων και των ειδών ένδυσης? Ως εκ τούτου παρεμποδίζει τη λειτουργία της αιώνιας φυσικής συνθήκης για τη διαρκή γονιμότητας του εδάφους». (13)

[...]

«Όλη η πρόοδος της καπιταλιστικής γεωργίας αποτελεί μια πρόοδο στην τέχνη, όχι μόνο της καταλήστευσης του εργάτη, αλλά της καταλήστευσης της γης. Όλη η πρόοδος στην αύξηση της γονιμότητας του εδάφους για μια δεδομένη χρονική στιγμή αποτελεί μια πρόοδο προς τον αφανισμό των μακροχρόνιων πηγών αυτής της γονιμότητας ... Η καπιταλιστική παραγωγή, επομένως, αναπτύσσει τις τεχνικές και το βαθμό συνδυασμού της κοινωνικής διαδικασίας της παραγωγής μόνο ταυτόχρονα με την υπονόμευση των  πρωταρχικών πηγών όλου του πλούτου, του εδάφους και του εργάτη». (14)


Η ενατένιση του προβλήματος απο τον Μαρξ φαίνεται να έχει μακρά ακτίνα ορατότητας όταν διαπιστώνει ότι αυτό το πρόβλημα δεν μπορεί να βρει λύση παρά μόνο με την υπέρβαση του καπιταλισμού, καθόσον σήμερα το βρίσκουμε ακόμα μπροστά μας με πολλαπλάσια ένταση, χωρίς καμία προοπτική επίλυσης του στα όρια του συστήματος. 

Η υπονόμευση της αέναης φύσης απο τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις της ανθρώπινης ύπαρξης θέτει προοπτικά υπό αμφισβήτηση την βιωσιμότητα του πλανήτη.   Δεν φαίνεται να υιοθετεί ο Μαρξ μια συνεχόμενη και άνευ όρων βιομηχανική ή οικονομική ανάπτυξη (δεν πάσχει καθόλου απο «Προμηθεανισμό», όπως έχει κατηγορηθεί) όταν γράφει:

Από τη σκοπιά ενός ανώτερου κοινωνικό-οικονομικού σχηματισμού, η ιδιωτική ιδιοκτησία γης απο συγκεκριμένων άτομα θα φαίνεται τόσο παράλογη όσο η ιδιωτική ιδιοκτησία άλλων ανθρώπων απο έναν άνθρωπο. Ακόμη και μια ολόκληρη κοινωνία, ένα έθνος, ή όλες οι ταυτόχρονα υπάρχουσες κοινωνίες μαζί, δεν είναι ιδιοκτήτες της γης. Είναι απλά οι κάτοχοί της, οι δικαιούχοι της, και πρέπει να την κληροδοτήσουν σε μια βελτιωμένη κατάσταση στις επόμενες γενιές όπως οι Boni patres Familias [καλοί επικεφαλής του νοικοκυριού](15)




 
1 Η επαναστατική δύναμη της Οικολογίας Μια συνέντευξη με τον Κορνήλιο Καστοριάδη (1993)
2 ibid (στο ίδιο)
3 ibid (στο ίδιο) ολόκληρο το κείμενο της συνέντευξης εδώ

4 John Bellamy Foster Marx’s Ecology In Historical Perspective From International Socialism 2:96, Autumn 2002.
5, 6
ibid (στο ίδιο)

8 εδάφιο απο John Bellamy Foster Marx's ecology in historical perspective, (με αναφορά στο ίδιο:  «The translation of this passage from the introduction to the 1862 edition of Liebig’s work follows Erland Mårold in Everything Circulates: Agricultural Chemistry and Recycling Theories in the Second Half of the Nineteenth Century, Environment and History 8 (2002), p. 74»

10 K Marx, Capital, vol 3 (New York, 1981), pp948-950, 959. ; Απο εδάφιο στο Marx's ecology in historical perspective, John Bellamy Foster

11 ibid (στο ίδιο)
δείτε επίσης Ν. ΤΡΙΑΝΤΗΣ, Κ. ΜΑΡΞ – Φ. ΕΝΓΚΕΛΣ κείμενα για τις πόλεις, για την γη, για την Αρχιτεκτονική σελ. 128


13 ibid (στο ίδιο) δείτε επίσης John Bellamy Foster and Brett Clark, “Ecological Imperialism,” in Leo Panitch and Colin Leys, ed., Socialist Register 2004 (London: Merlin Press, 2003); Jason W. Moore, “The Modern World-System as Environmental History,” Theory and Society 32, no. 3 (2003): 307–77; Marx, Capital, vol. 1, 637.

14 Marx, Capital, vol. 1, 638 (εδάφιο απο Brett Clark and Richard York, Rifts and Shifts: Getting to the Root of Environmental Crises).

15 K Marx, Capital, vol 1 (New York, 1976) p911.

Μετάφραση στην ελληνική απο την αγγλική όλων των εδαφίων πλην του Καστοριάδη απο red rock views



Μ. Γαλαντόμος       (Brighton- Ικαρία, Ιούλιος 2012) 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου