Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2015

Βινιέτες απο την Γηραιά Αλβιώνα (2)




Στον Ναό

Συναντιέμαι με μια φίλη μου σ’ ένα «καθεδρικο ναο» στην κεντρική πλατεία  της πόλης.  Παρότι βρέχει και κάνει κρύο, η πλατεία είναι γεμάτη κόσμο που κινείται βιαστικά και καθόλου άσκοπα. Ψωνίζει, καταναλώνει με θρησκοληπτική αφοσίωση.

Η πλατεία ειναι το κύριο εμπορικό κέντρο της πόλης και ο «ναός» ο πυρήνας του κέντρου. Η φάτσα του «ναού» βλέπει την πλατεία και σχηματίζεται απο βιτρίνες μεγάλων καταστημάτων. Η δύο είσοδοι του οδηγούν σε στοές που περνούν ανάμεσα σε βιτρίνες και εισόδους μαγαζιών  και καταλήγουν σ’ ένα αίθριο  στο εσωτερικό του κτιρίου, σκεπασμένο απο ένα τεράστιο φωταγωγό  σε ημικυλινδρικό σχήμα.

Καθόμαστε για καφέ στο τρίτο πάτωμα,  που είναι διαμορφωμένο σαν μια μεγάλη σκεπαστή βεράντα η οποία στην άκρη της καταλήγει να είναι μπαλκόνι με θέα τα μαγαζιά στα δυο χαμηλότερα πατώματα του αίθριου, με τους κρεμαστούς, εσωτερικούς αύλιους χώρους μπροστά τους, απ' όπου περνούν οι πιστοί καταναλωτές σαν μυρμήγκια.

Εκτός από το Café όπου καθίσαμε, στο ίδιο πάτωμα στεγάζονται και δυο εστιατόρια, των οποίων όλα τα τραπέζια είναι κατειλημμένα  - όπως και εκεί που καθόμαστε – ενώ το μεσημέρι ακόμα αργεί.

Κουβεντιάζοντας με τη φίλη μου (Janet την λένε)  παρατηρώ οτι έχουν αλλάξει κάπως τη διαρρύθμιση του χώρου, και ότι κάθε φορά που, μετά απο μικρό χρονικό διάστημα απουσίας, επιστρέφω εδώ  και μπαίνω σε τούτο το χώρο, με εντυπωσιάζει η έξυπνη αρχιτεκτονική του σαν να είναι η πρώτη φορά.

«Ειναι ο καθεδρικός μας», μου λεει η Janet (απο την οποία δανείζομαι την παρομοίωση του shopping mall με ναό).

«Πράγματι», λέω, «κάποτε η μεγάλης κλίμακας, συχνά αριστουργηματική  αρχιτεκτονική, στην οποία ο λαός κατ' εξαίρεση μπορούσε να έχει πρόσβαση, ήταν ο καθεδρικός ναός. Σήμερα είναι το shopping mall».

Σ’ αυτό το σημείο η Janet με διακόπτει, δείχνοντας προς τον χαμηλότερο όροφο. Βγαίνοντας με βιασύνη απο ένα μαγαζί, κάποιος που προφανώς δεν πρόσεξε ένα μικρό μπροστά του, το παρέσυρε με τα πόδια του,  ρίχνοντας το στο πάτωμα. Αυτό τώρα τσιρίζει και όπως το σηκώνει η μάνα του, αυτός φαίνεται να της ζητά συγγνώμη, χαϊδεύοντας το κεφάλι του μικρού.

«Βιάζονται, μην τυχόν και χάσουν κάτι» παρατηρεί η Janet...

Μετά τις γιορτές, αρχίζει συνήθως μια περίοδος εκπτώσεων στα εμπορικά καταστήματα, και οι πιστοί καταναλωτές τρέχουν να προλάβουν για να αγοράσουν ότι δεν αγόρασαν πριν τα Χριστούγεννα.

Λέω στην Janet πως  ξοδεύουν σαν μην υπάρχει αύριο. Σαν να μήν τους έχει αγγίξει η κρίση εδώ. Και μου απαντά πως αυτοί που ξοδεύουν είναι μόνο αυτοί που μπορούν να ξοδεύουν. Και είναι αρκετοί για να γεμίσουν το εμπορικό κέντρο της πόλης το πρώτο Σάββατο των εκπτώσεων. Αυτοί που δεν έχουν, και είναι πολλοί, και αυξάνονται και πληθύνονται στην φτώχεια τους, κάθονται στα σπίτια τους. Δεν μπορούν να εμφανιστούν γιατί δεν μπορούν να καταναλώσουν τα απαγορευμένα φρούτα του «ναού» εδώ. Κι αυτό, συν τοις άλλοις, σημαίνει πως δεν μπορούν να κρύψουν την αλήθεια της φτώχειας τους αγοράζοντας  την κατάλληλη αμφίεση από εδώ, πράγμα που έχει καταστεί προαπαιτούμενο για να αισθανθούν  αξιοπρέπεια.

Αποφεύγουν αυτό τον «ναο», μου λέει, επειδή ντρέπονται για την φτώχεια τους.

Και, θα πρόσθετα, ντρέπονται για τη φτώχεια τους επειδή θα ήθελαν αλλά δεν μπορούν να ...
προσκυνήσουν εδώ.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου