Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

Μερικές κοινοτυπίες και μια «Ρηξικέλευθη» Ερώτηση




Το κύριο πρόβλημα εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες είναι ότι ο καπιταλισμός δεν αναπτύσσεται πλέον, κατά συνέπια το κεφάλαιο δεν μπορεί να συσσωρεύεται χωρίς τονωτικές «ενέσεις» από το κράτος. Επομένως βιώνουμε μια μόνιμη οικονομική δυσλειτουργία η ένταση της οποίας παρουσιάζεται με αναπόφευκτες διακυμάνσεις κι η οποία δυσλειτουργία γίνεται προβληματικά αισθητή σε περιόδους όξυνσης της, σε κρίσεις. Επειδή το κεφάλαιο δεν συσσωρεύεται πλέον με τους ρυθμούς που θα ήταν ικανοποιητικοί γι αυτό, έχει επιβάλει σαν απαραβίαστο δόγμα την οικονομική ενίσχυση του από το κράτος.  Αυτή η ενίσχυση αναγκαστικά εντείνεται σε κρισιακες περιόδους.   

Η κρατική οικονομική στήριξη του κεφαλαίου, με δεδομένο ότι μετά την εκποίηση όλου του δημοσίου πλούτου στο κεφάλαιο ο ρόλος του κράτους έχει περιοριστεί στο να μαζεύει φόρους από τους εργαζόμενους, οδηγεί σε συνεχή πίεση του κράτους να αυξάνει το εισόδημα του με περιορισμένου φάσματος μεθόδους: δηλαδή είτε με εξορθολογισμό της κρατικής οργάνωσης της διαχείρισης (πράγμα πολύ δύσκολο και χωρίς γρήγορα αποτελέσματα, και κάτι που μόνο μια-δυό φορές στον αιώνα μπορεί να το κάνει), είτε με περικοπές κρατικών δαπανών, είτε με αύξηση φόρων, πράγμα που αποτελεί την πλέον απεχθή και αντιλαϊκή μέθοδο, είτε με όλα αυτά. Το να μπει περιορισμός, αν όχι τέρμα στην χρηματοδότηση του κεφαλαίου από το δημόσιο πορτοφόλι είναι αδιανόητο. Σε καμία καπιταλιστική χώρα δεν περικόπτονται κονδύλια για οικονομική ενίσχυση του κεφαλαίου. Δεν μιλάμε πλέον μόνο για την υπεράξια που κλέβει το κεφάλαιο στην  παραγωγή, αλλά και για μιαν απροσχημάτιστη ληστεία του εργάτη μέσω φορολογίας.

Για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του κεφαλαίου το κράτος κατ’ αρχήν συνήθως επιλεγεί την μέθοδο δανεισμού η οποία δίνει στο κεφάλαιο ένα επιπρόσθετο δώρο μέσω των επιτοκίων που εισπράττει. Δηλαδή το κεφάλαιο δανείζει το κράτος για να μπορέσει το κράτος να ενισχύσει το κεφάλαιο (με επιδοτήσεις και προμήθειες αμέτρητων μορφών). Κάποια στιγμή πρέπει να πληρώσει και τα επιτόκια στο κεφάλαιο. Αδυναμία του κράτους να το κάνει αυτό οδηγεί σε περεταίρω δανεισμό και αυξανόμενο χρέος.  Εφόσον το ποσό αύξησης του κρατικού εισοδήματος προορίζεται για το κεφάλαιο, «φυσικό» είναι να το επιβαρυνθεί η εργασία. Όταν το κεφάλαιο δεν μπορεί, χρησιμοποιώντας την κύρια συμβατική οικονομική μέθοδο που διαθέτει, δηλαδή ζήτηση και προσφορά εργασίας, να αναγκάσει τους εργάτες να δουλεύουν περισσότερο ή για λιγότερη αμοιβή, η και για συνδυασμό και των δυο, τότε βάζει το κράτος να το κάνει με νομοθεσία.

Τις συνέπειες της σημερινής κρίσης μπορούν να διακρίνουν με εμπειρική καθαρότητα μόνο αυτοί (κι όχι όλοι) που εκπροσωπούν το κεφάλαιο στις ανώτερες μορφές συσσώρευσης του (δηλαδή μια μικρή μειοψηφία των κεφαλαιοκρατών) και το τμήμα της εργασίας (κι όχι όλο) που πιέζεται προς τα κάτω, δηλαδή προς το όριο της αθλιότητας και κάτω απ’ αυτό. Αυτό που βλέπουν οι πρώτοι είναι ότι η πραγματική οικονομία δεν μπορεί να βγει έξω από μια σχετική στασιμότητα και προσπαθούν να αγοράσουν χρόνο μη εχοντες ετοιμη λυση, ενω αυτό που βλέπουν εργαζόμενοι είναι η επιταχυνόμενη εξαθλίωση τους και δεν μπορούν ν’ αγοράσουν χρόνο. Το γιατί, αφού δεν επαναστατούν, δεν διαμαρτύρονται έστω και με την ψήφο τους, εκεί που ακόμα την έχουν, είναι το ερώτημα.
Ανάμεσα στο ύψος και το βάθος, οι μικροαστοί που, με την γεύση ενός μέρους της κοινωνικής υπεραξίας στο στόμα, ψευδίζουν, καικαιδιζουν όταν αναφέρονται στο ΚΚ, δεν μπορούν να δουν ούτε πολύ ψηλά ούτε πολύ χαμηλά, και  τρομάζουν μπροστά στην προοπτική της προλεταριοποίησης τους. Οι μικροαστοί φιλοδοξούν να κυβερνήσουν, αλλά για εξουσία είναι ανίκανοι. Όλοι είναι καλεσμένοι στο τραπέζι τους, αλλά μόνο το δικό τους σκύλο θέλουν χορτάτο διατηρώντας μόνο την δική τους πίτα ολόκληρη. Το ξέρουν ήδη οι ταγοί τους ότι οι υψηλότερα ιστάμενοι δεν θα τους αφήσουν.
Να ρωτήσω όμως: αν εμείς δεν καταφέραμε να τους μιλήσουμε πειστικά, η «μέση λύση» που υιοθετούν είναι δική τους, μα καταδική τους πλάνη; Ναι! Απολύτως! Δεν μπορούμε να καταδικάζουμε την εργατική τάξη για εγκλήματα που δεν έχει διαπράξει. Η μη αποτροπή του λάθους άλλων, δεν γίνεται αυτόματα και λάθος δικό σου. Μα αν το τμήμα της εργασίας που όντως έχει την εμπειρική καθαρότητα στην σκέψη δεν τους την μεταφέρει άν όχι «τώρα αμέσως» που δεν γίνεται, αμέσως μετά την επερχόμενη μάχη (βρίσκοντας νέα κανάλια, διαύλους και τρόπους, μιας και με την πεπατημένη δεν το έχει καταφέρει) για να τους αποδείξει την πλάνη τους, τότε –  
«όταν αρχίσει η αγέλη τους να καλπάζει  ξέφρενα προς το γκρεμό ποιους δεν θα παρασύρει κάτω απο τις οπλές της...»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου