Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

95 ΧΡΟΝΙΑ ΟΧΤΩΒΡΙΑΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ


Από τον Απρίλη στον Οκτώβρη - Η νίκη της Επανάστασης

Την Παρασκευή 1 του Σεπτέμβρη, έξι μήνες μετά την ανατροπή της απολυταρχίας, στη Ρωσία ανακηρύχτηκε επίσημα η δημοκρατία. Η σχετική είδηση δημοσιεύτηκε σε όλες τις εφημερίδες, ταυτόχρονα με την είδηση για την απόφαση που πήρε η Προσωρινή Κυβέρνηση να σχηματίσει ένα Διευθυντήριο (Συμβούλιο των πέντε) με την εξής σύνθεση: Πρωθυπουργός - Α. Κέρενσκι, υπουργός Στρατιωτικών - Α. Βερχόφσκι, υπουργός Ναυτικών - Ντ. Νικίτιν και υπουργός Εξωτερικών - Μ. Τερέστσενκο, με σκοπό να «αποκαταστήσει τη δημόσια τάξη που είχε κλονιστεί».


Μια από τις αιτίες δημιουργίας του Διευθυντηρίου ήταν η άρνηση των μενσεβίκων και των εσέρων να μπουν στη νέα σύνθεση της κυβέρνησης με συμμετοχή των καντέτων. Οι ηγέτες των κομμάτων του συμβιβασμού φοβούνταν μη χάσουν ολοκληρωτικά την εμπιστοσύνη των μαζών, που έτσι κι αλλιώς είχε κλονιστεί σημαντικά μετά τα γεγονότα του Ιούλη, την Κρατική Σύσκεψη και τη στάση του Κορνίλοφ.Στις πρώτες, κιόλας, μέρες μετά την καταστολή της στάσης του Κορνίλοφ, και στο κέντρο και στην επαρχία το βασικό ρόλο στις μαζικές οργανώσεις του προλεταριάτου άρχισαν να τον παίζουν οι μπολσεβίκοι.
Ο Λένιν έγραφε την 1 του Σεπτέμβρη 1917: «Τα σημάδια μιας βαθιάς κοινωνικής στροφής υπάρχουν. Αυτά δείχνουν ξεκάθαρα την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσει η δουλειά. Μέσα στο προλεταριάτο παρατηρείται ολοφάνερη πτώση της επιρροής των εσέρων και των μενσεβίκων, ολοφάνερη άνοδος της επιρροής των μπολσεβίκων. Ανάμεσα στ' άλλα, ακόμη και οι εκλογές της 20 Αυγούστου παρουσίασαν αύξηση των ψήφων των μπολσεβίκων, σε σύγκριση με τις εκλογές για τα συνοικιακά Δημοτικά Συμβούλια, που έγιναν τον Ιούνη στην ίδια την Πετρούπολη, και αυτό παρά το γεγονός ότι ήλθαν "τα στρατεύματα του Καλέντιν στην Πετρούπολη"!
Αντικειμενικός δείκτης της στροφής της μικροαστικής δημοκρατίας, που δεν μπορεί να μην ταλαντεύεται ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο, είναι το δυνάμωμα, η στερέωση, η ανάπτυξη των επαναστατικών διεθνιστικών ρευμάτων: Ο Μάρτοφ κ.ά. στους μενσεβίκους, η Σπυριντόνοβα, ο Καμκόφ κ.ά. στους εσέρους. Είναι περιττό να πούμε ότι ο επερχόμενος λιμός, η οικονομική καταστροφή και οι στρατιωτικές ήττες μπορεί να επιταχύνουν εξαιρετικά αυτή τη στροφή προς την πλευρά του περάσματος της εξουσίας στο προλεταριάτο, που υποστηρίζεται από τη φτωχή αγροτιά».
Τα γεγονότα στα τέλη Αυγούστου - αρχές Σεπτέμβρη έδειξαν ότι το Κόμμα στο 6ο Συνέδριο είχε προσδιορίσει σωστά τη γενική εξέλιξη του επαναστατικού κινήματος στη χώρα, την κατεύθυνση του κύριου χτυπήματος και τις μορφές αγώνα.
Ο αγώνας κατά του κορνιλοφισμού αναζωογόνησε τα Σοβιέτ. Αρχισε μια περίοδος ανανέωσής τους, μαζικής τους μπολσεβικοποίησης. «Εφτασε όμως», τόνιζε ο Λένιν, «να φυσήξει το "δροσερό αεράκι" του κορνιλοφισμού, που προμήνυε μεγάλη φουρτούνα, για να εξανεμιστεί για ένα διάστημα καθετί το μουχλιασμένο που υπήρχε στο Σοβιέτ, και να αρχίσει να εκδηλώνεται η πρωτοβουλία των επαναστατικών μαζών σαν κάτι το μεγαλειώδες, το ρωμαλέο και το ακατάβλητο».
Στις 31 του Αυγούστου, για πρώτη φορά από τη στιγμή της ίδρυσης των Σοβιέτ, οι μενσεβίκοι και οι εσέροι βρέθηκαν στη μειοψηφία κατά την ψηφοφορία για ένα από τα βασικά ζητήματα της επανάστασης, για το ζήτημα της εξουσίας. Τη νύχτα προς την 1 του Σεπτέμβρη, το Σοβιέτ της Πετρούπολης στη συνεδρίαση της ολομέλειας με πλειοψηφία 279 ψήφων, κατά 115 και 50 λευκά πήρε την απόφαση που πρότεινε το κόμμα των μπολσεβίκων, η οποία κατέκρινε την πολιτική των συνασπισμών, καλούσε για το πέρασμα όλης της εξουσίας στα χέρια των Σοβιέτ και πρότεινε ένα πρόγραμμα επαναστατικών μετασχηματισμών στη χώρα.
Ας δούμε αποσπάσματα από την απόφαση του Σοβιέτ της Πετρούπολης για το ζήτημα της εξουσίας.
«1 του Σεπτέμβρη
...Το Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών της Πετρούπολης δηλώνει:
Στην κυβέρνηση της αστικής τάξης, της μονοκρατορίας και της αντεπαναστατικής βίας, εμείς οι εργάτες και η φρουρά της Πετρούπολης δεν θα παράσχουμε καμιά υποστήριξη. Εκφράζουμε τη σταθερή μας βεβαιότητα ότι η είδηση για τη νέα εξουσία θα γίνει δεχτή από την πλευρά όλης της επαναστατικής δημοκρατίας με μια απάντηση: "Παραιτηθείτε"».
Στην απόφαση αυτή, το κόμμα του Λένιν για πρώτη φορά μετά το 6ο Συνέδριο ξαναγύριζε στο ζήτημα για την εξουσία των Σοβιέτ. Η αλλαγή της σύνθεσης και της πολιτικής της συντριπτικής πλειοψηφίας των Σοβιέτ της χώρας, η μετατροπή τους σε μαχητικό όργανο των μαζών είχαν δημιουργήσει αντικειμενικές προϋποθέσεις για την προβολή πάλι του συνθήματος «Ολη η εξουσία στα Σοβιέτ!». Ετσι ακριβώς αντιλαμβάνονταν οι μπολσεβίκοι της δεύτερης πρωτεύουσας, της Μόσχας, τη θέση του Σοβιέτ Πετρούπολης. Στην απόφασή τους, που ψηφίστηκε στις 5 του Σεπτέμβρη από το Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών της Μόσχας (με πλειοψηφία 355 ψήφων), υποστήριξαν τη λύση αυτή του ζητήματος της εξουσίας.
Στις 9 του Σεπτέμβρη, το εσερο-μενσεβίκικο προεδρείο του εργατικού τμήματος του Σοβιέτ Πετρούπολης υπέβαλε την παραίτησή του. Στις 13 του Σεπτέμβρη, επανεκλέχτηκε η Εκτελεστική Επιτροπή του στρατιωτικού τμήματος. Στις 23 του Σεπτέμβρη, οι μπολσεβίκοι μπήκαν επικεφαλής της νέας Εκτελεστικής Επιτροπής του Σοβιέτ της Πετρούπολης. Από τους 400 παρόντες στη σύνοδο, οι 230 βουλευτές του Σοβιέτ ψήφισαν υπέρ των μπολσεβίκων. Οι εσέροι πήραν 102 ψήφους, οι μενσεβίκοι 54. Η εφημερίδα «Πετρογκράντσκι Λιστόκ», στο φύλλο της στις 26 του Σεπτέμβρη, έγραφε: «Το Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών της Πετρούπολης μπαίνει σε μια νέα περίοδο της ζωής του, στην μπολσεβίκικη. Η πλειοψηφία στο Σοβιέτ ανήκει τώρα στους μπολσεβίκους...».
Ο αριθμός των πόλεων, όπου τα Σοβιέτ παίρνανε αποφάσεις με προτάσεις των μπολσεβίκων, μεγάλωνε γρήγορα. Μόνο το Σεπτέμβρη, οι αποφάσεις των Σοβιέτ της Πετρούπολης και της Μόσχας για το πέρασμα όλης της εξουσίας στα χέρια των εργατών και της αγροτικής φτωχολογιάς υποστηρίχτηκαν από 80 και πλέον Σοβιέτ. Δείκτη ανόδου της επιρροής των μπολσεβίκων στις μάζες αποτέλεσαν και οι εκλογές του Σεπτέμβρη για την ανάδειξη Δούμας στις πόλεις και τις περιφέρειες. Στη Δούμα της Πετρούπολης, το 33% των ψηφοφόρων έδωσε την ψήφο του στους μπολσεβίκους. Από τις δέκα ομάδες, που πήραν μέρος στις εκλογές για την ανάδειξη Δούμας στις περιφέρειες της Μόσχας, το 47% των ψήφων το πήρε το μπολσεβίκικο κόμμα.
Στις 24 του Σεπτέμβρη η εφημερίδα «Γκαζέτα Κοπέικα» είχε ρεπορτάζ για την ανάδειξη μιας γυναίκας στη Δούμα της Πετρούπολης. Να τι έγραφε: «Στη Δούμα της Πετρούπολης, στα θεωρεία των δημοτικών συμβούλων, για πρώτη φορά, εμφανίστηκε γυναικεία μορφή. Πρόκειται για ένα νέο "Δημοτικό Σύμβουλο". Μελαχρινή, 23 χρόνων, ντυμένη με μαύρο φόρεμα. Στη διάρκεια της συνεδρίασης ανέβηκε στο βήμα δυο φορές. Συμπεριφέρεται ελεύθερα. Είναι η κυρία Σμιτ - Φάλκνερ, που υποστηρίζουν οι μπολσεβίκοι. Στο νέο "Δημοτικό Σύμβουλο", που ανήκει στο ωραίο φύλο, παραχωρήθηκε ένας από τους έξι επισιτιστικούς χαρτοφύλακες».
Στις αρχές του Σεπτέμβρη, στη χώρα μέσα σε μερικές μέρες είχε διαμορφωθεί μια πολύ ιδιόμορφη κατάσταση, την οποία ο Λένιν χαρακτήρισε «απότομη και... πρωτότυπη στροφή στη ρωσική επανάσταση»: Η αντεπανάσταση αποδείχτηκε αισθητά εξασθενημένη, τη στιγμή που το επαναστατικό στρατόπεδο είχε δυναμώσει, γιατί ο αγώνας κατά του κορνιλοφισμού συνένωσε τις διάφορες δυνάμεις του επαναστατικού κινήματος στη χώρα.
Εμφανίστηκε, σύμφωνα με τον Λένιν, πολύ σπάνια δυνατότητα ειρηνικής εξέλιξης της επανάστασης. Στα Σοβιέτ δινόταν ακόμη μια πιθανότητα να πάρουν την εξουσία με ειρηνικό τρόπο.
Γρήγορα όμως άλλαξε γνώμη. Οπως έγραψε ο ίδιος, «όταν, όμως, διάβασα τις εφημερίδες του Σαββάτου και τις σημερινές, της Κυριακής, είπα μέσα μου: ...Ολα δείχνουν ότι οι μέρες που κατά σύμπτωση έγινε δυνατός ο δρόμος της ειρηνικής εξέλιξης ανήκουν πια στο παρελθόν».
Τι συνέβη όμως τις δυο αυτές μέρες;
Τη νύχτα προς τις 2 του Σεπτέμβρη, μετά την έκτακτη διήμερη σύσκεψη της κοινής ολομέλειας της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών και της Εκτελεστικής Επιτροπής του Πανρωσικού Σοβιέτ των αγροτών βουλευτών, η εσερο-μενσεβίκικη καθοδήγηση, που όλο και διατηρούσε ακόμη την πλειοψηφία στην Πανρωσική Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή (ΠΚΕΕ), πέρασε την απόφαση για υποστήριξη του Διευθυντηρίου, παραχωρώντας πάλι με τον τρόπο αυτό στον Κέρενσκι την αρμοδιότητα να σχηματίσει κυβέρνηση κατά την κρίση του. Ετσι, δηλώνοντας στα λόγια τη ρήξη τους με τους καντέτους, οι ηγέτες των μενσεβίκων και των εσέρων για άλλη μια φορά συνθηκολόγησαν μαζί τους. Οι μπολσεβίκοι εκτίμησαν το βήμα αυτό της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής (ΚΕΕ) σαν νέα προδοσία των συμφερόντων της επανάστασης, σαν άρνηση της ρεαλιστικής δυνατότητας για κατάληψη της εξουσίας με ειρηνικό τρόπο.
Ο Λένιν, φτάνοντας στο συμπέρασμα ότι είναι αδύνατη τελικά η ειρηνική εξέλιξη της επανάστασης, γράφει το γράμμα προς την Κεντρική Επιτροπή, τις Επιτροπές Πετρούπολης και Μόσχας του ΣΔΕΚΡ (μπ.) από 12 έως 14 του Σεπτέμβρη «Οι μπολσεβίκοι πρέπει να πάρουν την εξουσία»: «Οι μπολσεβίκοι, αφού πήραν την πλειοψηφία στα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών και στις δυο πρωτεύουσες, μπορούν και πρέπει να πάρουν την κρατική εξουσία στα χέρια τους.
Μπορούν, γιατί η δραστήρια πλειοψηφία των επαναστατικών στοιχείων του λαού και στις δυο πρωτεύουσες είναι αρκετή για να προσελκύσει τις μάζες, να καταβάλει την αντίσταση του εχθρού, να τον τσακίσει, να καταλάβει την εξουσία και να την κρατήσει. Γιατί, προτείνοντας αμέσως δημοκρατική ειρήνη, δίνοντας αμέσως τη γη στους αγρότες, αποκαθιστώντας τους δημοκρατικούς θεσμούς και τις ελευθερίες που κουρέλιασε και εκμηδένισε ο Κέρενσκι, οι μπολσεβίκοι θα σχηματίσουν μια τέτοια κυβέρνηση, που κανείς δε θα μπορούσε να την ανατρέψει.
Η πλειοψηφία του λαού είναι με το μέρος μας. Αυτό το απέδειξε ο μακρύς και δύσκολος δρόμος που περάσαμε από τις 6 του Μάη έως τις 12 του Σεπτέμβρη: Η πλειοψηφία μέσα στα Σοβιέτ στις δυο πρωτεύουσες είναι καρπός της στροφής του λαού προς το μέρος μας. Οι ταλαντεύσεις των εσέρων και των μενσεβίκων, το δυνάμωμα των διεθνιστών στις γραμμές τους δείχνουν το ίδιο πράγμα.
Η Δημοκρατική σύσκεψη δεν αντιπροσωπεύει την πλειοψηφία του επαναστατικού λαού, παρά μόνο την ηγεσία των μικροαστών συμβιβαστών...
Γιατί οι μπολσεβίκοι πρέπει να πάρουν την εξουσία ακριβώς τώρα;
Επειδή η επικείμενη παράδοση της Πετρούπολης (σ.σ. παράδοσή της από την κυβέρνηση της αστικής τάξης στους Γερμανούς) θα μειώσει εκατό φορές τις πιθανότητες επιτυχίας μας.
Οσο όμως υπάρχει στρατός με τους Κέρενσκι και Σία επικεφαλής του, δεν μπορούμε να εμποδίσουμε την παράδοση της Πετρούπολης...
Ο λαός κουράστηκε από τις ταλαντεύσεις των μενσεβίκων και των εσέρων. Μόνο η δική μας νίκη στις δυο πρωτεύουσες θα τραβήξει τους αγρότες μαζί μας.
Δεν πρόκειται για τη "μέρα" της εξέγερσης, για τη "στιγμή" της εξέγερσης με τη στενή έννοια της λέξης. Αυτό θα το αποφασίσει μόνο η γενική γνώμη εκείνων που έρχονται σ' επαφή με τους εργάτες και τους στρατιώτες, με τις μάζες...
Το ζήτημα είναι ότι πρέπει να κάνουμε ξεκάθαρο για το Κόμμα το καθήκον: Να βάλουμε στην ημερήσια διάταξη την ένοπλη εξέγερση στην Πετρούπολη και στη Μόσχα (μαζί με την περιοχή), την κατάληψη της εξουσίας, την ανατροπή της κυβέρνησης...
Να θυμηθούμε, να καλοσκεφθούμε τα λόγια του Μαρξ για την εξέγερση: "Η εξέγερση είναι τέχνη", κτλ...
Οι αξιοθρήνητες ακριβώς ταλαντεύσεις της "Δημοκρατικής σύσκεψης" πρέπει να εξαντλήσουν και θα εξαντλήσουν την υπομονή των εργατών της Πετρούπολης και της Μόσχας! Η Ιστορία δε θα μας το συγχωρήσει, αν δεν πάρουμε τώρα την εξουσία».
Από τα μέσα του Σεπτέμβρη το σύνθημα «Ολη η εξουσία στα Σοβιέτ!» έγινε ισοδύναμο με το σύνθημα για ένοπλη εξέγερση. Λόγος γινόταν όχι για την ημερομηνία της εξέγερσης με τη στενή έννοια, αλλά για το ότι η επανάσταση μπήκε σε ένα καινούριο στάδιο της εξέλιξής της, που απαιτούσε να μπει «στην ημερήσια διάταξη» το ζήτημα της κατάληψης της εξουσίας από το προλεταριάτο σε συμμαχία με την αγροτική φτωχολογιά. Γιατί στη χώρα μεγάλωνε γρήγορα η πανεθνική κρίση. Πώς εκφραζόταν συγκεκριμένα η πανεθνική κρίση;
Πρώτ' απ' όλα η κυβέρνηση είχε παραλύσει. Μερικές εντολές της δόθηκαν με την πρωτοβουλία των επαναστατημένων μαζών (ανακήρυξη της Ρωσίας σε δημοκρατία, φυλάκιση των δραστήριων εμψυχωτών και οργανωτών της κορνιλοφικής στάσης - των στρατηγών Κορνίλοφ, Λουκόμσκι, Ρομάνοφσκι και του συνταγματάρχη Πλιουσέφσκι - Πλιούσικ). Αλλες, που στρέφονταν ενάντια στις μάζες αυτές, παραγνωρίζονταν και δεν εκπληρώνονταν. Ετσι, παρά την απειλητική διαταγή του Κέρενσκι (που στις 30 Αυγούστου έγινε και Ανώτατος Διοικητής), η οποία απαγόρευε στους στρατιώτες να ασχολούνται με την πολιτική, στο Μινσκ συνέρχεται ανοιχτά σύσκεψη των μπολσεβίκων της περιοχής και του μετώπου, που την επιδοκιμάζουν πλατιά οι στρατιώτες. Αυξάνει και ευρύνεται η εντατική οικοδόμηση των τμημάτων της Κόκκινης Φρουράς, παρά την κυβερνητική απαγόρευση για «αυθαίρετη» συγκρότηση οποιωνδήποτε λεγόμενων τμημάτων αγώνα κατά της αντεπανάστασης. Μόνο στην Πετρούπολη, στις αρχές του Σεπτέμβρη, οι κοκκινοφρουροί αριθμούσαν 13-15 χιλιάδες.
Οι δυνάμεις της εξουσίας όχι μόνο δεν μπορούσαν να κυβερνήσουν τη χώρα όπως παλιότερα, αλλά χρεοκόπησε και η πολιτική του συμβιβασμού που ακολουθούσαν οι μενσεβίκοι και οι εσέροι. Αυτό βρήκε την έκφρασή του στο ότι και τα δυο αυτά κόμματα μετά τα γεγονότα του Ιούλη ήδη «αποδείχτηκαν στην πράξη συνεργάτες και βοηθοί των αντεπαναστατών δημίων. Η ανεπίγνωστη ευπιστία των μικροαστών στους καπιταλιστές τους οδήγησε», έγραφε ο Λένιν, «ως τη συνειδητή υποστήριξη των αντεπαναστατών».
Η κατάσταση επιδεινωνόταν, η οικονομία της χώρας παρήκμαζε, η καταστροφή στη βιομηχανία και τις μεταφορές πήρε πανρωσικές διαστάσεις. Η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε αισθητά. Το 1917, ο όγκος της σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος ελαττώθηκε κατά 36,4%. Η παραγωγή ατσαλιού και χυτοσίδηρου μειώθηκε σχεδόν 2 φορές, η εξόρυξη κάρβουνου έπεσε στο επίπεδο του 1911. Οι σιδηροδρομικές μεταφορές είχαν αποδιοργανωθεί απίστευτα: Δεν επαρκούσαν τα καύσιμα, τα βαγόνια, οι ατμομηχανές, οι γραμμές καταστρέφονταν.
Η οικονομική κρίση επιτάχυνε τους ρυθμούς αποσύνθεσης της οικονομίας. Η αύξηση των τιμών οδήγησε στην αύξηση της έκδοσης χαρτονομισμάτων, γνωστών με την ονομασία «κέρενκι». Αυτά εκδίδονταν σε χωριστά φύλλα, 40 αντίτυπα στο φύλλο, και θεωρούνταν «έγκυρα εφόσον διατηρούσαν τα 3/4 του μεγέθους τους και αναγνωρίζονταν από την εξωτερική τους όψη». Το Σεπτέμβρη είχαν εκδοθεί χαρτονομίσματα που έφταναν σε αξία τα 1.954,4 εκατομμύρια ρούβλια. Το ρούβλι είχε αγοραστική ικανότητα που μόλις και μετά βίας αντιστοιχούσε στα 10 προπολεμικά καπίκια. Η Ρωσία βάδιζε γρήγορα προς την οικονομική καταστροφή. Η ανέχεια και η δυστυχία των εργαζόμενων μαζών είχαν φτάσει στο απροχώρητο.
Σ' ολόκληρη τη χώρα ξέσπασαν ταραχές εξαιτίας της πείνας. Σε μερικές περιπτώσεις, όπως λόγου χάρη στο Ζιτομίρ, κάλεσαν το στρατό ενάντια στους διαδηλωτές που διαμαρτύρονταν κατά της ακρίβειας του ψωμιού. Την 1 του Σεπτέμβρη, στα Ουράλια έγινε μια μεγαλειώδης 24ωρη πολιτική απεργία. Οι προλετάριοι των Ουραλίων απαιτούσαν ομόφωνα αποφασιστικό αγώνα κατά της αντεπανάστασης και την παράδοση της εξουσίας στα Σοβιέτ. Αυτό απέδειχνε την αλλαγή του χαρακτήρα του απεργιακού αγώνα, απέδειχνε ότι οι εργάτες είχαν χάσει τις αμυνίτικες διαθέσεις, είχαν ξεφύγει από την επιρροή των συμβιβασμένων.
Συνολικά, το Σεπτέμβρη στις βιομηχανικές επιχειρήσεις είχαν καταγραφεί 169 εκδηλώσεις: 108 απεργίες, 18 εργατικές ταραχές, 33 περιπτώσεις εφαρμογής εργατικής αυτοδιοίκησης, 21 συλλήψεις και απομακρύνσεις της εργοστασιακής διεύθυνσης, 8 καταλήψεις επιχειρήσεων κλπ. Μεγάλο πολιτικό γεγονός αποτέλεσε μια από τις πιο μαζικές οικονομικές απεργίες της προοκτωβριανής περιόδου, η πανρωσική απεργία των σιδηροδρομικών. «Η Πανρωσική Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή Σιδηροδρομικών, με πλειοψηφία 19 ψήφων έναντι 16, αποφάσισε να αρχίσει πανρωσική απεργία των σιδηροδρομικών στις 12 η ώρα τη νύχτα στις 23 προς 24 του Σεπτέμβρη. Οι περιφερειακές επιτροπές σιδηροδρομικών διαφόρων πόλεων της Ρωσίας συνενώνονται με την απόφαση της ΚΕΚ των σιδηροδρομικών, που αποφάσισε να κηρύξει απεργία.
Η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος του Λένιν κάλεσε τους εργάτες και τους αγρότες να «περιβάλουν τους σιδηροδρομικούς με μιαν ατμόσφαιρα πλήρους αλληλεγγύης», να τους προστατεύσουν από τις διώξεις των αντεπαναστατών, και να τους βοηθήσουν να κερδίσουν τη νίκη. Η απεργία, την οποία υποστήριζε ολόκληρη η εργατική τάξη, διεξαγόταν οργανωμένα. Οι απεργοί φρουρούσαν τους σιδηροδρομικούς σταθμούς, το τροχαίο υλικό. Η απεργία των σιδηροδρομικών ανάγκασε την Προσωρινή Κυβέρνηση να κάνει παραχωρήσεις, και να ικανοποιήσει μερικώς τα αιτήματα που είχαν προβάλει.
Οι επιχειρηματίες, για να καταπολεμήσουν το εργατικό κίνημα που μεγάλωνε, έκλειναν τα εργοστάσια. Για παράδειγμα, την 1 του Σεπτέμβρη, στην περιοχή του Ιβάνοβο - Βοζνεσένσκ, οι εργοστασιάρχες πέταξαν στο δρόμο 10 χιλιάδες υφαντουργούς. Με το πρόσχημα της έλλειψης πρώτης ύλης, η διεύθυνση του εργοστασίου μηχανουργίας και χυτηρίου «Βουλκάν» της Πετρούπολης ανάγγειλε το κλείσιμο του εργοστασίου και την απόλυση των εργατών από τις 7 του Σεπτέμβρη. Στις 8 του Σεπτέμβρη, η διεύθυνση του εργοστασίου χυτηρίου και μηχανουργίας «Παρβιάινεν», με τη δικαιολογία της έλλειψης καυσίμων, ανακοίνωσε την απόλυση 1.630 εργατών.
Επικεφαλής του αγώνα κατά των λοκάουτ έμπαιναν οι μπολσεβίκοι. Οντας μέλη των εργοστασιακών επιτροπών, εξακρίβωναν το πραγματικό μέγεθος των αποθεμάτων καυσίμων και τροφών, εξηγούσαν στους εργάτες τις αληθινές αιτίες των αποφάσεων που έπαιρναν οι επιχειρηματίες, ξεσήκωσαν το προλεταριάτο σε οργανωμένο αγώνα κατά του κεφαλαίου. Ετσι, λόγου χάρη, στις 6 του Σεπτέμβρη, η αχτιδική επιτροπή του Κόμματος του Σουραχάνι, της επαρχίας του Μπακού, οργάνωσε συλλαλητήριο με αφορμή την απόλυση εργατών από την Εταιρεία Πετρελαίου του Μπακού. Την επομένη, σύμφωνα με απόφαση του συλλαλητηρίου, απέργησαν οι εργάτες ολόκληρης της περιοχής του Σουραχάνι. Στα τέλη του Σεπτέμβρη, η απεργία είχε επεκταθεί σε όλες τις πετρελαιοπηγές του Μπακού.
Την ίδια περίοδο επίσης διευρυνόταν και αναπτυσσόταν και το αγροτικό κίνημα, για την κατάπνιξη του οποίου η κυβέρνηση χρησιμοποιούσε τα πιο αυστηρά μέτρα. Στις 8 του Σεπτέμβρη, ο Κέρενσκι υπόγραψε διαταγή, στην οποία αναφερόταν ότι οι εκδηλώσεις των αγροτών θα τιμωρούνται με όλη την αυστηρότητα μιας εμπόλεμης περιόδου.
Στις περιοχές της χώρας, όπου οι αγρότες καταλάμβαναν χωράφια, τσιφλίκια, αγροτικές περιουσίες, κλπ., στάλθηκαν αποσπάσματα για την καταστολή τους.
Παρ' όλα αυτά, το αγροτικό κίνημα προχωρούσε. Μόνο το Σεπτέμβρη, σε 68 κυβερνεία και περιοχές της Ρωσίας είχαν καταγραφεί 630 αγροτικές εκδηλώσεις.
Στα μέσα του Σεπτέμβρη, το Σοβιέτ της Τασκένδης, που μόλις είχε επανεκλεγεί, συγκρότησε Προσωρινή Επαναστατική Επιτροπή, η οποία απομάκρυνε από την εξουσία την τοπική διοίκηση, και έβαλε κάτω από τον έλεγχό της το ταχυδρομείο, το τηλεγραφείο και τον τηλεφωνικό σταθμό. Αφοπλίστηκε η σχολή των ανθυπολοχαγών. Ο Κέρενσκι θεώρησε τα γεγονότα της Τασκένδης σαν «αντεπαναστατική ανταρσία». Με εντολή του στάλθηκε στην Τασκένδη απόσπασμα καταστολής. Από το τηλεγράφημα του Α. Κέρενσκι από 19 του Σεπτέμβρη προς την Επιτροπή του Τουρκεστάν της Προσωρινής Κυβέρνησης για τη λήψη μέτρων ενάντια στο Σοβιέτ της Τασκένδης: «...Να μην αρχίσετε οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις με τους στασιαστές, οι παραπέρα ταλαντεύσεις είναι απαράδεχτες, είναι αναγκαία η λήψη των πιο αποφασιστικών μέτρων. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να ανεχτεί την ατιμωρησία των εγκλημάτων, που εκθέτουν σε κίνδυνο την υπόσταση του πληθυσμού ολόκληρων περιοχών. Ολοι οι δημόσιοι υπάλληλοι πρέπει αμέσως να κληθούν να εκτελέσουν το υπηρεσιακό τους καθήκον... Καμιά εντολή, που έρχεται σε αντίθεση με τις υποδείξεις αυτές, να μη δοθεί.
Ο Ανώτατος Διοικητής Κέρενσκι»
Παρ' όλα αυτά, η χρησιμοποίηση του στρατού για την καταστολή των εκδηλώσεων γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Οι μάζες των στρατιωτών όλο και περισσότερο πείθονταν πως η πολιτική της Προσωρινής Κυβέρνησης ήταν προδοτική. Στις αρχές του Σεπτέμβρη, μερικοί λόχοι του 74ου εφεδρικού συντάγματος πεζικού στην πόλη Οριόλ αρνήθηκαν να επιτρέψουν τη λειτουργία πειθαρχικών δικαστηρίων στους λόχους τους, και αποπειράθηκαν να συλλάβουν το διοικητή του συντάγματος, ο οποίος τάχθηκε υπέρ των μέτρων αυτών. Οι στρατιώτες δήλωσαν ότι δεν είχαν εκλέξει αυτοί την Προσωρινή Κυβέρνηση και τον Κέρενσκι, και γι' αυτό δεν τους αναγνώριζαν.
Μια από τις αποδείξεις της πανεθνικής κρίσης ήταν και η ενεργός παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας του διεθνούς ιμπεριαλισμού για στήριξη της κυβέρνησης Κέρενσκι. Η Αμερική παραχώρησε στην Προσωρινή Κυβέρνηση νέα πίστωση ύψους 125 εκατομμυρίων δολαρίων. Μεγάλο δάνειο ύψους 105 εκατομμυρίων γεν πήρε η Ρωσία από την Ιαπωνία (είναι αλήθεια ότι τα 70 εκατομμύρια απ' αυτά δόθηκαν για λογαριασμό της πληρωμής παλιών χρεών). Ομως, οι σύμμαχοι δεν βοηθούσαν μόνο, αλλά και απαιτούσαν. Κατά την ακρόαση που είχε ο Κέρενσκι στις 26 του Σεπτέμβρη, οι πρεσβευτές της Γαλλίας, της Αγγλίας και της Ιταλίας έλεγαν με μεγάλη επιμονή ότι η Προσωρινή Κυβέρνηση «οφείλει να αποδείξει στην πράξη την αποφασιστικότητά της να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα με σκοπό να αποκαταστήσει την πειθαρχία και το αληθινό πολεμικό πνεύμα στο στρατό, όπως και να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία του κυβερνητικού μηχανισμού τόσο στο μέτωπο, όσο και στα μετόπισθεν».
Στις 29 του Σεπτέμβρη, ύστερα από απαίτηση του Αγγλου πρεσβευτή Μπιούκενεν, η Προσωρινή Κυβέρνηση είχε διώξει δικαστικά το συντάκτη της μπολσεβίκικης εφημερίδας της Μόσχας «Σοτσιαλντεμοκράτ» Β. Σολοβιόφ για τη δημοσίευση, στο φύλλο αριθ. 150, του άρθρου «Για τους πράκτορες του ξένου ιμπεριαλισμού», όπου γινόταν λόγος για την υποστήριξη της ρωσικής αντεπανάστασης από τον Αγγλο πρεσβευτή. Ενώ στη Ρίγα, οι γερμανικές στρατιωτικές αρχές εκτέλεσαν έξι μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής του Σοβιέτ των εργατών βουλευτών. Αυτή ήταν η καταπληκτική ομοψυχία και των δύο εμπόλεμων ομάδων της διεθνούς αστικής τάξης απέναντι στους πραγματικούς εκφραστές των επαναστατικών συμφερόντων του ρωσικού προλεταριάτου.
Αναζητώντας διέξοδο από την κρίση που είχε δημιουργηθεί, και για να εξετάσει το ζήτημα της εξουσίας, η εσερο-μενσεβίκικη ΚΕΕ των Σοβιέτ κάλεσε στις 14 του Σεπτέμβρη τη λεγόμενη Πανρωσική Δημοκρατική Σύσκεψη, αναβάλλοντας και υποκαθιστώντας στην πράξη με τον τρόπο αυτό τη σύγκληση του Πανρωσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ. Στη σύσκεψη είχαν έρθει πάνω από 1.500 άτομα. Στα Σοβιέτ, τα οποία εκπροσωπούσαν, βέβαια, τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού, παραχωρήθηκαν μόνο 230 θέσεις, 300 θέσεις δόθηκαν στις αυτοδιοικήσεις των πόλεων, 200 στα ζέμστβο, 120 στους συνεταιρισμούς. Η σύνθεση αυτή εξασφάλιζε μια πλειοψηφία υπάκουη στους μενσεβίκους και εσέρους. Με πρότασή τους, η Δημοκρατική Σύσκεψη αποφάσισε να σχηματίσει Προσωρινό Σοβιέτ της Ρωσικής Δημοκρατίας ή, όπως το είχαν ονομάσει αλλιώτικα, Προκοινοβούλιο, ένα μόνιμο αντιπροσωπευτικό όργανο πλάι στην Προσωρινή Κυβέρνηση. Από πρώτη άποψη φαινόταν ότι στη Ρωσία εισάγεται το κοινοβουλευτικό σύστημα. Ομως, σύμφωνα με τον κανονισμό που είχε εγκρίνει η Προσωρινή Κυβέρνηση, το Προκοινοβούλιο αποτελούσε όλο κι όλο ένα συμβουλευτικό, μόνο, όργανο της Κυβέρνησης.
Ο Λένιν τάχθηκε αποφασιστικά υπέρ του μποϊκοταρίσματος του Προκοινοβουλίου, δείχνοντας πως η ουσία του συνίσταται στην εξαπάτηση των εργατών και των αγροτών για να τους αποσπάσει από την επανάσταση, πως η τακτική συμμετοχή στο Προκοινοβούλιο δεν ανταποκρίνεται στις αντικειμενικές αμοιβαίες σχέσεις των τάξεων και στις συνθήκες της στιγμής.
Στις 25 του Σεπτέμβρη, ύστερα από μακρόχρονες διαπραγματεύσεις των μελών του Διευθυντηρίου και της Επιτροπής της Δημοκρατικής Σύσκεψης με τους εκπροσώπους των βιομηχάνων της Μόσχας, επιτεύχθηκε ο κύριος στόχος, τον οποίο επεδίωκαν οι μενσεβίκοι και οι εσέροι συγκαλώντας τη Δημοκρατική Σύσκεψη. Τη μέρα αυτή ολοκληρώθηκε ο σχηματισμός της τρίτης (και τελευταίας) κυβέρνησης συνασπισμού.
Ο σχηματισμός της νέας κυβέρνησης δεν έσωσε τη χώρα από την πανεθνική κρίση, που όλο και πιο απειλητικά εκδηλωνόταν στην ανικανότητα της εξουσίας, στην οικονομική ερήμωση, στην άνοδο του επαναστατικού κινήματος, στην ολοκληρωτική απομάκρυνση του στρατού από την κυβέρνηση, στην όξυνση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.
Δημιουργήθηκε η απαραίτητη για τη νικηφόρα εξέγερση επαναστατική κατάσταση. Είχε φτάσει σε τέτοια ένταση, που τα «ανώτερα στρώματα» δεν μπορούσαν πια να διοικούν με τον παλιό τρόπο, ενώ τα «κατώτερα κοινωνικά στρώματα» ήταν αδύνατο να ζουν όπως πρώτα.
«Η κρίση ωρίμασε», προειδοποιούσε ο Λένιν στις 29 του Σεπτέμβρη. «Ολόκληρο το μέλλον της ρωσικής επανάστασης παίζεται κορόνα-γράμματα».
Αναλύοντας όλο το σύνολο των γεγονότων στη χώρα, ο Λένιν έφτασε στο συμπέρασμα ότι είναι αναγκαίο να υλοποιηθούν άμεσα οι αποφάσεις του 6ου Συνεδρίου του Κόμματος για την προετοιμασία της ένοπλης εξέγερσης. «Μας ακολουθεί η πλειοψηφία της τάξης που είναι η εμπροσθοφυλακή της επανάστασης, η εμπροσθοφυλακή του λαού, που είναι ικανή να συναρπάσει τις μάζες», έγραφε ο Λένιν. «Μας ακολουθεί η πλειοψηφία του λαού...».
Στην ενεργή, συνειδητή υποστήριξη των μπολσεβίκων από τις πιο πλατιές μάζες της Ρωσίας κατάληγε η σαφής απάντηση στο ερώτημα: Μπορούν άραγε οι μπολσεβίκοι να καταλάβουν την εξουσία; Ο Λένιν στο ερώτημα αυτό απαντούσε καταφατικά: «Μπορούν και πρέπει να πάρουν την κρατική εξουσία στα χέρια τους», γιατί μόνον έτσι θα σώσουν τη χώρα από την καταστροφή: θα ικανοποιήσουν τις αξιώσεις της αγροτιάς, που στη διάρκεια των εφτά μηνών της επανάστασης δεν πήρε από τα κόμματα συνασπισμού τίποτε, εκτός από κενές υποσχέσεις. Θα αποτρέψουν την επικείμενη παράδοση της επαναστατικής Πετρούπολης στους Γερμανούς. Θα εμποδίσουν τη χωριστή ειρήνη ανάμεσα στους Αγγλους και τους Γερμανούς ιμπεριαλιστές, με τις κοινές προσπάθειες των οποίων μπορεί να πνιγεί η ρωσική επανάσταση. Θα προτείνουν πραγματική ειρήνη στους λαούς.
Οι μπολσεβίκοι πρέπει να καταλάβουν την εξουσία, γιατί μόνον αυτοί έχουν σαφή και κατανοητό για τις μάζες σχέδιο εξόδου της χώρας από την παρατεταμένη κρίση: εγκαθίδρυση σωστού και δίκαιου συστήματος στη χρησιμοποίηση της εργατικής δύναμης στην παραγωγή και την κατανομή των προϊόντων, εξάλειψη της οποιασδήποτε περιττής δαπάνης δυνάμεων και μέσων. «Ο έλεγχος, η επίβλεψη, η καταγραφή», υπογράμμιζε ο Λένιν, «αυτά έχουν τον πρώτο λόγο στην αντιμετώπιση της καταστροφής και της πείνας. Αυτό είναι αναμφισβήτητο και πανθομολογούμενο».
Μόνον ο εργατικός έλεγχος στην παραγωγή και την κατανομή των τροφίμων, η εθνικοποίηση των τραπεζών και της μεγάλης βιομηχανίας, η κατάσχεση των τσιφλικάδικων ιδιοκτησιών και η εθνικοποίηση όλης της γης στη χώρα και άλλα επαναστατικά μέτρα θα μπορούσαν να σώσουν τη Ρωσία από την ερήμωση, την πείνα και παράλληλα να τη σπρώξουν μπροστά, προς το σοσιαλισμό.
Η συνεπής διεξαγωγή όλων αυτών των μέτρων προς το συμφέρον της επαναστατικής δημοκρατίας σήμαινε εκείνο το αποφασιστικό βήμα προς το σοσιαλισμό, το οποίο με κανέναν τρόπο δεν αποφάσιζαν να κάνουν οι ηγέτες των μενσεβίκων και των εσέρων. «Στη Ρωσία του 20ού αιώνα, που κατάκτησε τη δημοκρατία και το δημοκρατισμό με τον επαναστατικό δρόμο, δεν μπορείς να πας μπροστά», υπογράμμιζε ο ηγέτης της ρώσικης επανάστασης, «χωρίς να βαδίσεις προς το σοσιαλισμό, χωρίς να κάνεις βήματα προς αυτόν... Κι αν φοβάσαι να πας μπροστά, αυτό σημαίνει πως πας πίσω, κι αυτό κάνουν οι κ.κ. Κέρενσκι, με την ανόητη συνδρομή των Τσερετέλι και των Τσερνόφ, προκαλώντας τον ενθουσιασμό των Μιλιουκόφ και των Πλεχάνοφ». Μόνο παίρνοντας την εξουσία οι μπολσεβίκοι θα μπορούσαν να σώσουν τη Ρωσία από το πισωδρομικό αυτό κίνημα.
Οι μπολσεβίκοι έπρεπε ακόμη να πάρουν την εξουσία, γιατί, όπως σημείωνε ο Λένιν, αποτελούν το μοναδικό κόμμα, που είναι ικανό να σχηματίσει μια σταθερή κυβέρνηση που να βασίζεται «ανοιχτά και ανεπιφύλακτα στην πλειοψηφία του πληθυσμού» και επομένως μπορούν να προβάλλουν «μια πραγματικά μεγαλειώδη τόλμη και αποφασιστικότητα στην άσκηση της εξουσίας». Πραγματικό και άμεσο όργανο της λαϊκής εξουσίας ήταν τα Σοβιέτ.
Στις 10 του Οκτώβρη, για πρώτη φορά ύστερα από τρίμηνη παρανομία, ο Λένιν πήρε μέρος στην ειδική συνεδρίαση της ΚΕ του Κόμματος, που αποφάσισε για την ένοπλη εξέγερση. Η απόφαση για την ένοπλη εξέγερση, που ψηφίστηκε στη συνεδρίαση της ΚΕ του ΣΔΕΚΡ (μπ) λέει ανάμεσα σε άλλα τα εξής: «Η ΚΕ θεωρεί ότι τόσο η διεθνής θέση της ρωσικής επανάστασης (εξέγερση στο στόλο της Γερμανίας, σαν ανώτατη εκδήλωση της ανάπτυξης σε όλη την Ευρώπη της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης, καθώς και ο κίνδυνος σύναψης ειρήνης μεταξύ των ιμπεριαλιστών με σκοπό να πνίξουν την επανάσταση στη Ρωσία), όσο και η στρατιωτική κατάσταση (βέβαιη απόφαση της ρωσικής αστικής τάξης και του Κέρενσκι και Σία να παραδώσουν την Πετρούπολη στους Γερμανούς), όσο και η κατάκτηση από το προλεταριακό κόμμα της πλειοψηφίας στα Σοβιέτ - όλα αυτά, σε συνδυασμό με την εξέγερση των αγροτών και τη στροφή της εμπιστοσύνης του λαού προς το κόμμα μας (εκλογές στη Μόσχα), τέλος, η έκδηλη προετοιμασία ενός δεύτερου κινήματος Κορνίλοφ (απομάκρυνση των στρατευμάτων από την Πετρούπολη, μεταφορά κοζάκων στην Πετρούπολη, κύκλωση του Μινσκ από κοζάκους κλπ.) - όλα αυτά βάζουν στην ημερήσια διάταξη την ένοπλη εξέγερση.
Διαπιστώνοντας έτσι ότι η ένοπλη εξέγερση είναι αναπόφευκτη, κι ότι έχει ωριμάσει πέρα για πέρα, η ΚΕ καλεί όλες τις οργανώσεις του Κόμματος να καθοδηγούνται από τη γραμμή αυτή, και να συζητούν και να λύνουν ανάλογα όλα τα πρακτικά ζητήματα (συνέδριο των Σοβιέτ Βόρειας Περιοχής, απομάκρυνση των στρατευμάτων από την Πετρούπολη, δράση των κατοίκων της Μόσχας και του Μινσκ κ.λπ.)».
Στη συνεδρίαση αυτή ιδρύθηκε και Πολιτικό Γραφείο της ΚΕ, με επικεφαλής τον Λένιν, για την πολιτική καθοδήγηση της εξέγερσης.
Στις 11 του Οκτώβρη, στο Σμόλνι άρχισε το συνέδριο των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών της Βόρειας περιοχής, το οποίο είχε συγκληθεί με πρωτοβουλία της ΚΕ του ΣΔΕΚΡ (μπ). Σ' αυτό εκπροσωπήθηκαν τα Σοβιέτ πολλών πόλεων: από την Πετρούπολη και τη Μόσχα μέχρι το Βίμποργκ και τη Νάρβα. Επιπλέον, στις εργασίες του συνεδρίου έπαιρναν μέρος εκπρόσωποι του Σοβιέτ αγροτών βουλευτών της Πετρούπολης, του 2ου συνεδρίου του στόλου της Βαλτικής, της Περιφερειακής Επιτροπής του στρατού, του στόλου και των εργατών της Φινλανδίας κ.ά.
Η εσερο-μενσεβίκικη Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή (ΚΕΕ) των Σοβιέτ θεώρησε το συνέδριο σαν ειδική σύσκεψη, και ανακάλεσε τους αντιπροσώπους της. Οι μενσεβίκοι παράμειναν στο συνέδριο μόνο για «λόγους ενημέρωσης». Με πρόταση του μπολσεβίκικου τμήματος, που είχε τον ηγετικό ρόλο στις εργασίες του συνεδρίου, ψηφίστηκε απόφαση που απέρριψε την άποψη ότι είναι «ειδική σύσκεψη» και ότι το συνέδριο είναι κανονικό.
Οι εισηγήσεις των εκπροσώπων των Σοβιέτ του στόλου της Βαλτικής, της Κρονστάνδης, του Ελσινγκφορς, της Περιφερειακής Επιτροπής του στρατού, του στόλου και των εργατών της Φινλανδίας είχαν επιβεβαιώσει πλήρως τα συμπεράσματα του Λένιν για την ετοιμότητα των μαζών για εξέγερση.
Σε μια συνεδρίαση της μπολσεβίκικης ομάδας του συνεδρίου διαβάστηκε «Γράμμα προς τους συντρόφους μπολσεβίκους που παίρνουν μέρος στο συνέδριο των Σοβιέτ περιοχής του Βορρά», γραμμένο από τον Β.Ι. Λένιν. «Σύντροφοι», έλεγε, «η επανάστασή μας περνάει εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο. Η στιγμή είναι τέτοια που η αργοπορία ισοδυναμεί αληθινά με θάνατο».
Κάτω από την επιρροή των μπολσεβίκων, το συνέδριο πήρε απόφαση, με την οποία τόνιζε την κρίσιμη εσωτερική και εξωτερική κατάσταση της χώρας, και παραδεχόταν ότι «μόνο το άμεσο πέρασμα όλης της εξουσίας στα χέρια των οργάνων της επανάστασης - στα Σοβιέτ των εργατών, των στρατιωτών και αγροτών βουλευτών στο κέντρο και κατά τόπους μπορεί να σώσει το λαό».
Στις 14 του Οκτώβρη, στη Μόσχα, στο προεδρείο της Εκτελεστικής Επιτροπής του Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών εκλέχτηκαν αποκλειστικά μπολσεβίκοι. Στις 16 του Οκτώβρη, το Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών στο Σαράτοφ κήρυξε αποφασιστικό αγώνα ενάντια στην πολιτική της Προσωρινής Κυβέρνησης. Την ίδια μέρα, το Σοβιέτ του κυβερνείου του Βλαντίμιρ αποφάσισε ότι θεωρεί την Προσωρινή Κυβέρνηση και όλα τα κόμματα που την υποστηρίζουν προδοτικά απέναντι στην υπόθεση της επανάστασης, και υποχρέωσε όλα τα Σοβιέτ του κυβερνείου Βλαντίμιρ και το κέντρο τους - την Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ του κυβερνείου - να αγωνίζονται αποφασιστικά κατά της Προσωρινής Κυβέρνησης. Στις 16-24 του Οκτώβρη, συνήλθε το πρώτο πανσιβηρικό συνέδριο των Σοβιέτ στο Ιρκούτσκ, που ανάγγειλε το πέρασμα της εξουσίας στα Σοβιέτ και εξέλεξε Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ Σιβηρίας (Τσεντροσιμπίρ). Στις 18 του Οκτώβρη, το περιφερειακό συνέδριο των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών πήρε απόφαση στο Κίεβο για την παράδοση της εξουσίας στα Σοβιέτ. Στις 19 του Οκτώβρη, στη Μόσχα, η περιφερειακή εκτελεστική επιτροπή των Σοβιέτ των εργατών, στρατιωτών και αγροτών βουλευτών πήρε απόφαση για την παράδοση της γης στις αγροτικές επιτροπές γης, την άμεση διάλυση της κυβέρνησης Κέρενσκι, και για το πέρασμα της εξουσίας στα Σοβιέτ.
Το πρωί στις 24 του Οκτώβρη, άρχισε η επεξεργασία της ημερήσιας διάταξης και των βασικών ντοκουμέντων του 2ου Πανρωσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ, που θα άνοιγε στις 25 του Οκτώβρη. Αποφασίστηκε να ανατεθεί η προετοιμασία των ντοκουμέντων για το ζήτημα της γης, του πολέμου και της εξουσίας στον Λένιν, του εργατικού ελέγχου στον Μιλιούτιν και του εθνικού ζητήματος στον Στάλιν.
Στις 24 του Οκτώβρη, η εφημερίδα «Ραμπότσι Πουτ» περιείχε την έκκληση για ανατροπή της Προσωρινής Κυβέρνησης και εγκαθίδρυση της εξουσίας των Σοβιέτ.
Την ίδια μέρα, στη συνεδρίαση της Επιτροπής πρωτεύουσας του κόμματος των μπολσεβίκων με τη συμμετοχή του κομματικού αχτίφ της πόλης, συζητήθηκε το ζήτημα για την «τρέχουσα στιγμή σε σχέση με την πολιτική της Προσωρινής Κυβέρνησης τις τελευταίες μέρες». Η απόφαση ανέφερε: «Η Επιτροπή Πετρούπολης θεωρεί απαραίτητο καθήκον όλων των δυνάμεων της επανάστασης την άμεση ανατροπή της κυβέρνησης, και την παράδοση της εξουσίας στα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών τόσο στο κέντρο, όσο και τοπικά. Για την εκπλήρωση του καθήκοντος αυτού, η Επιτροπή Πετρούπολης έχει τη γνώμη ότι πρέπει απαραίτητα, χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση, να περάσουμε στην επίθεση με όλη την οργανωμένη δύναμη της επανάστασης...».
Στη 1 η ώρα μετά το μεσημέρι ο Κέρενσκι, μιλώντας στο ανάκτορο της αυτοκράτειρας Μαρίας, στη συνεδρίαση του Προκοινοβουλίου, δήλωσε ότι η Προσωρινή Κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να καταπνίξει την εξέγερση στην Πετρούπολη. «Η Προσωρινή Κυβέρνηση και εγώ», είπε ο πρωθυπουργός επιδεικτικά, «προτιμούμε να σκοτωθούμε και να αφανιστούμε, αλλά δεν θα προδώσουμε τη ζωή, την τιμή και την ανεξαρτησία του κράτους!» Οι καντέτοι και οι μενσεβίκοι, οι τρουντοβίκοι και οι δεξιοί εσέροι υποδέχτηκαν τα λόγια αυτά όρθιοι και με ζωηρά χειροκροτήματα. Το κίνημα, όμως, των μαζών αναπτυσσόταν και δυνάμωνε.
Τα ζητήματα της ένοπλης εξέγερσης συζητήθηκαν στις αχτιδικές κομματικές συνελεύσεις των μπολσεβίκων. Ανάμεσα σε μερικά μέλη της ΚΕ εμφανίστηκαν ταλαντεύσεις. Συγκεκριμένα, ο Τρότσκι, πρόεδρος του Σοβιέτ της Πετρούπολης τις μέρες εκείνες, δήλωσε, στις 24 του Οκτώβρη ότι η σύλληψη της Προσωρινής Κυβέρνησης δεν είναι στην ημερήσια διάταξη, ενώ το ζήτημα για την εξουσία θα αποφασιστεί στο συνέδριο των Σοβιέτ, που συνέρχεται στις 25 του Οκτώβρη.
Το βράδυ στις 24 Οκτώβρη, ο Λένιν έστειλε ξανά την Φοφάνοβα στην Επιτροπή του Βίμποργκ με «Γράμμα προς τα μέλη της ΚΕ».
Ας δούμε το Γράμμα.
«24 του Οκτώβρη 1917
Σύντροφοι!
Γράφω αυτές τις γραμμές στις 24 το βράδυ. Η κατάσταση είναι εξαιρετικά κρίσιμη. Είναι ολοκάθαρο ότι πραγματικά τώρα πια κάθε καθυστέρηση της εξέγερσης ισοδυναμεί με θάνατο.
Με όλες μου τις δυνάμεις θέλω να πείσω τους συντρόφους ότι τώρα όλα κρέμονται από μια τρίχα, ότι στην ημερήσια διάταξη μπαίνουν ζητήματα που δε λύνονται με συσκέψεις, ούτε με συνέδρια (έστω και με συνέδρια των Σοβιέτ), αλλά αποκλειστικά από τους λαούς, από την πάλη των οπλισμένων μαζών.
Η πίεση των κορνιλοφικών προς το συμφέρον των αστών, η απομάκρυνση του Βερχόβσκι δείχνει πως δεν επιτρέπεται να περιμένουμε. Πρέπει με κάθε θυσία, σήμερα το βράδυ, απόψε τη νύχτα, να συλλάβουμε την κυβέρνηση, αφού οπλίσουμε (αφού νικήσουμε, αν προβάλλουν αντίσταση) τους ευέλπιδες κ.τ.λ.
Δεν πρέπει να περιμένουμε!! Μπορεί να τα χάσουμε όλα!!
Το κέρδος από την άμεση κατάληψη της εξουσίας είναι ότι υπερασπίζουμε το λαό (όχι το συνέδριο, μα το λαό, πρώτ' απ' όλα το στρατό και τους αγρότες) από την κορνιλοφική κυβέρνηση που έδιωξε τον Βερχόβσκι και οργάνωσε δεύτερη κορνιλοφική συνωμοσία.
Ποιος πρέπει να πάρει την εξουσία;
Αυτό δεν έχει τώρα σημασία: ας την πάρει η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή "ή ένα άλλο όργανο" που θα δηλώσει ότι θα παραδώσει την εξουσία μονάχα στους πραγματικούς εκπροσώπους των συμφερόντων του λαού, των συμφερόντων του στρατού (άμεση πρόταση ειρήνης), των συμφερόντων των αγροτών (η γη πρέπει να παρθεί αμέσως, να καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία), των συμφερόντων των πεινασμένων.
Πρέπει να κινητοποιηθούν τώρα αμέσως όλες οι συνοικίες, όλα τα συντάγματα, όλες οι δυνάμεις και να στείλουν αμέσως αντιπροσωπείες στη Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή, στην ΚΕ των μπολσεβίκων, ζητώντας επιτακτικά: σε καμιά περίπτωση, οπωσδήποτε να μην αφήσουμε ως τις 25 του μήνα την εξουσία στα χέρια του Κέρενσκι και συντροφιάς. Η υπόθεση πρέπει να κριθεί το δίχως άλλο σήμερα το βράδυ ή τη νύχτα.
Η ιστορία δεν θα συγχωρήσει την καθυστέρηση στους επαναστάτες που θα μπορούσαν να νικήσουν σήμερα (και σίγουρα θα νικήσουν σήμερα), αλλά που θα κινδύνευαν να χάσουν πολλά αύριο, θα κινδύνευαν να τα χάσουν όλα.
Παίρνοντας την εξουσία σήμερα, την παίρνουμε όχι ενάντια στα Σοβιέτ, αλλά για τα Σοβιέτ.
Η κατάληψη της εξουσίας είναι έργο της εξέγερσης. Ο πολιτικός σκοπός της θα διευκρινιστεί ύστερα από την κατάληψη της εξουσίας.
Θα ήταν καταστροφή ή προσκόλληση στους τύπους να περιμένουμε την επισφαλή ψηφοφορία της 25 του Οκτώβρη, ο λαός έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να λύνει παρόμοια ζητήματα όχι με ψηφοφορίες, αλλά με τη βία, ο λαός έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση στις κρίσιμες στιγμές της επανάστασης να κατευθύνει τους εκπροσώπους του, ακόμη και τους καλύτερους εκπροσώπους του, κι όχι να τους περιμένει.
Αυτό το απόδειξε η ιστορία όλων των επαναστάσεων, και οι επαναστάτες θα έκαναν το μεγαλύτερο έγκλημα αν άφηναν να τους ξεφύγει η στιγμή, ενώ ξέρουν πως απ' αυτούς εξαρτάται η σωτηρία της επανάστασης, η πρόταση ειρήνης, η σωτηρία της Πετρούπολης, η σωτηρία από την πείνα, η μεταβίβαση της γης στους αγρότες.
Η κυβέρνηση κλονίζεται. Πρέπει να την αποτελειώσουμε με κάθε θυσία!
Η καθυστέρηση της δράσης ισοδυναμεί με θάνατο».
Η ΚΕ του Κόμματος δίνει εντολή σε συνεργάτρια της γραμματείας να αναζητήσει την Κρούπσκαγια και μέσω αυτής να παραγγείλει στον Λένιν να 'ρθει στο Σμόλνι. Ομως ο Λένιν δεν βρισκόταν πια στο παράνομο διαμέρισμα. Εφυγε με δική του πρωτοβουλία για το Σμόλνι.
Το πρωί της 25 του Οκτώβρη, στα χέρια των εξεγερμένων βρισκόταν, ήδη, σχεδόν ολόκληρη η Πετρούπολη. Ο Λένιν, στις 10 η ώρα το πρωί, γράφει εξ ονόματος της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής, (σ.σ.το επιτελείο του Σοβιέτ για την εξέγερση) την έκκληση «Προς τους πολίτες της Ρωσίας!» με την οποία έκανε γνωστό το πέρασμα της κρατικής εξουσίας στα χέρια ενός οργάνου του Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών της Πετρούπολης, στα χέρια της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής, που βρισκόταν επικεφαλής του προλεταριάτου και της φρουράς της Πετρούπολης.
Στις 14.35' η ώρα, στην αίθουσα συνεδριάσεων του Σμόλνι, συνήλθε σε έκτακτη συνεδρίαση το Σοβιέτ της Πετρούπολης. Εκεί ο Λένιν διεκήρυξε: «Η εργατοαγροτική επανάσταση, για την αναγκαιότητα της οποίας μιλούσαν συνεχώς οι μπολσεβίκοι, πραγματοποιήθηκε». Στην εισήγησή του για τα καθήκοντα της Σοβιετικής Εξουσίας, ο Λένιν είπε: «Τώρα μάθαμε να δουλεύουμε ενωμένοι. Αυτό μαρτυρεί η επανάσταση που έγινε πριν από λίγο. Εχουμε τη δύναμη εκείνη της μαζικής οργάνωσης που θα νικήσει τα πάντα, και θα οδηγήσει το προλεταριάτο ως την παγκόσμια επανάσταση».
Το βράδυ στις 11 παρά είκοσι, άρχισε στο Σμόλνι τις εργασίες του το 2ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών. Κατά την έναρξη των εργασιών του Συνεδρίου ήταν παρόντες 649 αντιπρόσωποι, από τους οποίους 390 μπολσεβίκοι, 160 εσέροι, 72 μενσεβίκοι, κ.λπ. Οι μενσεβίκοι, οι δεξιοί εσέροι και οι άλλοι συμβιβασμένοι, όταν πείστηκαν ότι η πλειοψηφία των συνέδρων ήταν με το μέρος των μπολσεβίκων, εγκατέλειψαν επιδεικτικά τη συνεδρίαση.
Στη διάρκεια των εργασιών του Συνεδρίου τα Χειμερινά Ανάκτορα καταλήφθηκαν με έφοδο. Ετσι η Προσωρινή Κυβέρνηση δεν υπάρχει πια.
Από την πλευρά της ομάδας των μπολσεβίκων, ο Ανατόλι Λουνατσάρσκι διάβασε το γραμμένο από τον Λένιν διάγγελμα «Προς τους εργάτες, τους στρατιώτες και τους αγρότες!» με το οποίο διακηρυσσόταν το πέρασμα όλης της εξουσίας στα χέρια των Σοβιέτ, και δινόταν η εντολή να εξασφαλιστεί πραγματική επαναστατική τάξη. Το διάγγελμα τέλειωνε με την έκκληση για επαγρύπνηση και σταθερότητα.
Στις 5 η ώρα το πρωί, σχεδόν ομόφωνα (με 2 κατά και 12 λευκά), το συνέδριο επικύρωσε το ντοκουμέντο αυτό, που σήμαινε ότι το 2ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ παρέλαβε την κρατική εξουσία από τη Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή, και διακήρυξε το πέρασμα όλης της εξουσίας στη χώρα στα χέρια των Σοβιέτ των εργατών, των στρατιωτών και των αγροτών βουλευτών.
Στις 9 το βράδυ της 26 του Οκτώβρη, άρχισε η δεύτερη συνεδρίαση του Συνεδρίου. Εισηγήσεις για δύο βασικά ζητήματα, για την ειρήνη και για τη γη, έκανε ο Λένιν. Στις 11 η ώρα, ψηφίστηκε το Διάταγμα για την ειρήνη, με το οποίο η εργατοαγροτική εξουσία εξέφραζε την αποφασιστικότητά της να υπογράψει αμέσως ειρήνη χωρίς προσαρτήσεις και επανορθώσεις. Το Διάταγμα θεωρούσε τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σαν το μεγαλύτερο έγκλημα ενάντια στην ανθρωπότητα, και καλούσε τους λαούς και το πιο πρωτοπόρο τμήμα τους, την εργατική τάξη, να επέμβουν στην υπόθεση, της πάλης για την ειρήνη στον κόσμο.
Στις 2 η ώρα τη νύχτα της 27 Οκτώβρη, ψηφίστηκε το δεύτερο ιστορικό ντοκουμέντο, που εξέφραζε τους πόθους και τα συμφέροντα εκατομμυρίων αγροτών, το Διάταγμα που καταργούσε την ατομική ιδιοκτησία στη γη. Η γη κηρυσσόταν παλλαϊκή περιουσία.
Το Συνέδριο σχημάτισε εργατοαγροτική κυβέρνηση, το Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων. Οι αριστεροί εσέροι, που υποστήριζαν στο Συνέδριο τους μπολσεβίκους, αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στη σοβιετική κυβέρνηση, έτσι που η πρώτη της σύνθεση ήταν καθαρά μπολσεβίκικη. Πρόεδρος του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων έγινε ο Βλαντίμιρ Ουλιάνοφ - Λένιν. Στο Συμβούλιο μπήκαν οι λαϊκοί επίτροποι: Εσωτερικών Αλεξέι Ρίκοφ, Γεωργίας Βλαντίμιρ Μιλιούτιν, Εργασίας Αλεξάντρ Σλιάμπινοφ, Εμπορίου και Βιομηχανίας Βίκτορ Νογκίν, Λαϊκής Παιδείας Ανατόλ Λουνατσάρσκι, Εξωτερικών Λεφ Τρότσκι, Δικαιοσύνης Νικολάι Γκλέμποφ - Αβίλοφ, Εθνικοτήτων Ιωσήφ Στάλιν, Στρατιωτικο-ναυτικών Υποθέσεων επιτροπή από τους Βλαντίμιρ Αντόνοφ - Οφσεγιένκο, Νικολάι Κριλένκο και Πάβελ Ντιμπένκο.
Μετά, έγινε η εκλογή της νέας Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής, σύμφωνα με τον «Κανονισμό», που είχε ψηφιστεί στο 1ο Συνέδριο των Σοβιέτ.
Γύρω στις 6 το πρωί της 27 του Οκτώβρη, το 2ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ έκλεισε τις εργασίες του. Σε διάρκεια δύο ημερών, είχε εκπληρώσει ένα ιστορικά σπουδαίο έργο: εδραίωσε τη νίκη της ένοπλης εξέγερσης, διακήρυξε την Εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου, βάζοντας την αρχή του μετασχηματισμού των Σοβιέτ σε σύστημα οργάνων της κρατικής εξουσίας.

πηγή: «Εικονογραφημένη Ιστορία της Μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης» του Αλμπερτ Νιεναρόκοφ, εκδόσεις «Πρόγκρες»./ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ http://www1.rizospastis.gr/page.do?publDate=4/11/2012&id=14296&pageNo=2&direction=1

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

αισθητικοποιώντας την πολιτική (σκεφτόμενος φωναχτά)



Β Μέρος 

 (συνέχεια απο το Είναι δυνατή μια εξέγερση)

_____________


- Όμως για την ώρα είναι μπλοκαρισμένος, ακινητοποιημένος σ’ ένα ‘cul de sac’. Πολιτικό κοινωνικό και υπαρξιακό.

- Και πολιτιστικό αδιέξοδο. Και ίσως εκεί να βρίσκεται ένα κλειδί. Πρέπει να μπει φρέσκος αέρας στην κουλτούρα της κομμουνιστικής αριστεράς. Λεει κάπου ο Walter Benjamin για το ανθρώπινο είδος, πως «η αυτο-αποξένωση του έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό που βιώνει τη δική του καταστροφή σαν πρώτης τάξεως αισθητική ικανοποίηση. Αυτή είναι η κατάσταση της πολιτικής την οποία ο Φασισμός μετατρέπει σε αισθητική. Ο κομμουνισμός ανταποκρίνεται πολιτικοποιώντας την τέχνη». Αν δοκιμάσεις μια μετατροπία (για να δανεισθώ έναν όρο απο την μουσική)  της τελευταίας φράσης του Μπενιαμιν, θα ακούσεις την φράση «ο κομμουνισμός ανταποκρίνεται αισθητικοποιώντας την πολιτική».

-  Τι σημαίνει αυτο; Να κάνουν κι οι κομμουνιστές ότι κάνουν οι φασίστες; Δεν γίνεται!

- Σίγουρα όχι ότι κάνουν οι φασίστες και οι φιλελεύθεροι αστοί αντάμα. Όμως, λειτουργώντας σαν συνήγορος διαβόλου θα πω ότι η αδράνεια και οι αργοί, καταθλιπτικοί ρυθμοί ανόδου της κινητικότητας της εργατικής τάξης στο σύνολο της, μέσα σε τόσο φρικτές συμπληγάδες που περνά, σαν φαινόμενο ναι μεν οφείλεται κυρίως κι όχι αποκλειστικά στον ευνουχισμό μέρους της απο οπορτουνιστές (δεξιούς και αριστερούς) και απο ξεπουλημένες κυβερνητικούς εργατοπατέρες, αλλά μπορεί να είναι και σύμπτωμα μιας αδυναμίας της πρωτοπορίας της που παλεύει να στηρίξει το κίνημα σε ταξική βάση.  Και τι εννοώ μ’ αυτο:  όταν οι παλιές μορφές πολιτικής δράσης δεν επαρκούν ή όταν φθαρούν πρέπει να τις ανανεώσεις ή και να  βρεις νέες. Όταν η γλώσσα της  πρωτοπορίας φθαρεί, παύει να επικοινωνείται. Γίνεται άλαλη λαλιά, ακόμα και κακόφωνη φωνή. Αν την φανταστείς σε ακραία έκφραση της (που δεν συμβαίνει),θα διακρίνεις γνωρίσματα  αφασίας. Αν λοιπόν δεν θέλεις να κλείνουν τ΄ αυτιά τους αυτοί στους οποίους απευθύνεσαι πρέπει να αλλάξεις τον τρόπο σου.  

- Πάλι στο επικοινωνιακό πρόβλημα παμε;

- Όχι. Δεν μιλάω στενά και μόνο για επικοινωνία, μόνο για το πως επικοινωνούντα οι σκοποί, ή το περιεχόμενο της δράσης, αλλά και για το πως επικοινωνείται η διαδικασία της δράσης. Μ’  αυτή την έννοια, μιλάω για δράση η οποία θα γίνεται ανοικτή στην φαντασία, για μια πολιτική δράση που όχι μόνο θα δανείζεται απο την τέχνη αλλά θα είναι τέχνη. Μιλάω συνάμα, για το τι είδους προσοχή επικεντρώνεται στην δράση απο αυτούς που δεν δρουν και τι ερεθισμούς τους προκαλεί σαν φαινόμενο. Για το αν ο εικονισμός της δράσης γίνεται εστία έλξης των αδρανών. Για το τι μπορεί να πάρει η πολιτική απο την αισθητική όχι απλά για να αναμορφώσει την εικόνα της αλλά για να αποτρέψει μιαν ανία ή, ακόμα χειρότερα, μια συναισθηματική αρνητική προκατάληψη που τρέφεται απο την φθορά, το πάλιωμα της εικόνας της δράσης. Τελικά, αναρωτιέμαι για την πιθανότητα να ωθηθεί η κινητικότητα της μάζας μέσω ενός εμβολισμού της πολιτικής δράσης απο την αισθητική. Και δεν το θεωρώ ψιλά γράμματα. Ουδέποτε μπόρεσε να σταθεί ένα σύστημα πίστης χωρίς να βασίζεται στην τέχνη, πουθενά.      

- Πως πρακτικά δηλαδή θα μπορούσε να δανείζεται η πολιτική απο την τέχνη; Να μετατρέπουμε λ.χ. την διαδήλωση  σε θέατρο δρόμου;

- Γιατί όχι κι αυτο; Κάποιες, όχι όλες φυσικά, αρκετές διαδηλώσεις, μικρής εμβέλειας ίσως,  θα μπορούσαν να οργανώνονται και να σκηνοθετούνται αν θέλεις με όρους και με τεχνικές θεάτρου, σαν δρώμενα. Το πολιτικό μήνυμα δεν εμπεριέχεται αποκλειστικά στον λόγο και μάλιστα στον επαναλαμβανόμενο λόγο. Αλλά και στην εικόνα, στον ήχο, στο ρυθμό της κίνησης. Όλα αυτά μπορείς, ενσωματώνοντας ανθρώπους της τέχνης, να τα χρησιμοποιήσεις.

- Για ‘maximum effect’, ας πούμε...

- Και γι αυτο. Και για μέγιστο αντίκτυπο - αν θέλουμε να είμαστε αποτελεσματικοί. Κυρίως όμως για ανανέωση της εικόνας της δράσης που  δεν θα περιοριστεί στην μορφή, δεν θα παραμείνει επιφανειακή, αλλά θα αλλάξει σ΄ ένα βαθμό και το περιεχόμενο της εμπλουτίζοντας την με μια συναισθηματική φόρτιση που πιθανόν να της λείπει; Προβληματίζομαι για το τι μπορεί να δώσει απάντηση στην φθορά την εικόνας της πράξης που δεν μπορεί παρά να εκφράζει και θεωρητική φθορά ή, αν όχι φθορά, μια θεωρητική δυστροφία που μπορεί να επέλθει όταν κλείσει ο ορίζοντας απο τον οποίο η θεωρία πληροφορείται, όταν στενέψει το περιβάλλον απο το οποίο μπορεί να τρέφεται.  

- Φθορά είναι η αναποτελεσματική δράση;

- Η αναποτελεσματική δράση είναι σύμπτωμα φθοράς του αδρανούς μεν, η οποία σίγουρα οφείλεται στην χρήση και κατάχρηση του απο το σύστημα, αλλά καθρεφτίζει επίσης, ως ένα βαθμό, και μια φθορά του δρώντας, και είναι φυσικό. Κανείς δεν ζει σε γυάλα. Δεν εννοώ  μόνο μια φθορά που προέρχεται απο σπατάλη ενέργειας, απο άσκοπες κινήσεις, απο υπερκινητικότητα που κρύβει αμηχανία. Και βέβαια η μεγαλύτερη φθορά είναι μια χαμένη μάχη. Αυτή σακατεύει το ηθικό. Αλλά ως φθορά εδώ εννοώ επίσης την αδυναμία να εμπνεύσεις με τα λόγια και την δράση σου αυτούς που παραμένουν αδρανείς, τους οποίους απαραιτήτως χρειάζεσαι να στρατευτούν στον αγώνα έχοντας πειστεί και  καταλάβει ότι ο αγώνας δεν μπορεί να  γίνεται γι αυτούς. Πρέπει να γίνει και μ΄ αυτούς.    

- Αν το καταλάβουν και σηκωθούν, οι δρόμοι θα πλημμυρίσουν λαό. Και φαντάζεσαι; Υπάρχει μεγαλύτερος αντίκτυπος απο μια τεράστια μαζική κινητοποίηση,  απο μια λαοπλημμύρα...

- Όταν η κινητοποίηση της μάζας αποτελέσει πρόκληση στην κίνηση της ιστορίας, τότε γίνεται μια έκφραση επιθυμίας που περιέχει έντονη συναισθηματική παρόρμηση. Η εξεγερμένη ‘μάζα’ σε κίνηση, η επανάσταση είναι μια εμπειρία ανεπανάληπτη σε αισθαντικότητα  για το άτομο σε δράση αλλά και για τον θεατή. Είναι ένα δράμα δραμάτων μοναδικής ομορφιάς, και βέβαια δεν έχει ανάγκη την αισθητική όταν ξεσπάσει... Μια τέτοιας κλίμακας κινητοποίηση των μαζών μπορεί να προκαλέσει το ύστατο δέος του ατόμου που αντιλαμβάνεται εκείνη την στιγμή ότι κερδίζει και χάνει κάτι που το ορίζει σαν άτομο. Να προκαλέσει τον τρόμο και φρίκη σ’ εκείνους θέλουν την ανθρώπινη μάζα αδρανέστερη απο ανόργανη ύλη σε στάση.

Η αισθητική μπορεί να συμβάλει στην προετοιμασία προς αυτο το αποκορύφωμα. Μπορεί να δώσει μορφές και περιεχόμενο στην έκφραση της επιθυμίας με τρόπο που δεν μπορεί να το κάνει η πολιτική. Μπορεί να δώσει μορφή στο ‘όραμα’ χωρίς όλες τις δεσμεύσεις του αυστηρά επιστημονικού πολιτικού λόγου. Μπορεί να δανειστεί κάτι απο το Όνειρο, κάτι απο αυτο που Φρόιντ όρισε σαν δραματοποίηση, δηλαδή την έκφραση της επιθυμίας σαν δράμα και συνάμα σαν δραματουργική διαδικασία. Σ΄ αυτο η πολιτική δράση χρειάζεται την τέχνη. Έτσι, δεν μιλάμε για πολιτικοποίηση της αισθητικής μόνο, αλλά για οργανική ενσωμάτωση της τέχνης στον πυρήνα, αν είναι δυνατόν, της πολιτικής δράσης.

- Πρακτικά ιδωμένο, φαντάζομαι την εισαγωγή της ιεροτελεστίας στην πολιτική δράση. Αυτο δεν θα αποτελέσει ολίσθηση σε ανορθολογισμό ή κάτι τέτοιο; 

- Προτείνω μόνιμο προβληματισμό για την αισθητική πλευρά της δράσης, δεν αποκλείω την εισαγωγή τελετουργικών στοιχείων, αν θέλεις, στην εικόνα της δράσης απο τα οποία θα έχει αποβληθεί ο θρησκόληπτος  ανορθολογισμός.

- Μα θα είμαστε σοβαροί;

- Εξαρτάται απο το πόσο σοβαρά το πάρουμε. Θα ήταν γελοίο να προτείνει κάποιος μετατροπή της πολιτικής σε αισθητική γενικά. Μιλάμε ειδικά για ένα  εμπλουτισμό της εικόνας της δράσης που δεν θα είναι επιφανειακός αλλά ουσιαστικός. Απ’ την άλλη ας μην κολλάμε σε μια παρανοημένη και κακοποιημένη επίκληση «σοβαρότητας». Απο πότε και που η τέχνη είναι λιγότερο σοβαρή απο την πολιτική; Δείξε μου κάπου να το δω γιατί μου διαφεύγει. Έπειτα,  πόσο σοβαρός μπορεί να είναι κάποιος που είναι ανίατα ανιαρός; 

Και να τελειωσω με τούτο: Ένα σύμπτωμα κατάθλιψης είναι ότι συμβαίνει συχνά ο καταθλιπτικός να παύει να ονειρεύεται, η μάλλον τα όνειρα του (που δεν παύουν να δημιουργούνται) μπλοκάρονται, δεν διαρρηγνύουν το πέπλο που χωρίζει το συνειδητό απο το ασυνείδητο και βυθίζονται στην λήθη. Έτσι στερείται απο μια ζωτική δίοδο έκφρασης της επιθυμίας του. Και χωρίς αυτήν καθίσταται νεκροζώντανος.  

 

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

Είναι δυνατή μια εξέγερση; (σκεφτόμενος φωναχτά)

σε μορφή διαλογου


 Α μερος


Είναι δυνατή μια εξέγερση που να κλονίσει τα θεμέλια του συστήματος και να το ανατρέψει σήμερα;

- Δεν μπορείς να μιλάς με σοβαρότητα για ανατροπή σε διεθνείς  κλίμακες.  Αλλα και για την την Ελλάδα, είναι αμφίβολο αν μπορεί να γίνει μια εξέγερση με οργανωμένο τρόπο σήμερα, με δοσμένο τον αργό κι επίπονο τρόπο με τον οποίο φαίνεται να αλλάζει ο συσχετισμός δυνάμεων και το ειδικό βάρος του οργανωμένου κινήματος σε  σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό . Κι αν δεν γίνει με οργανωμένο τρόπο, τότε μια αυθόρμητη εξέγερση θα μετατραπεί σύντομα σε «γιουρούσι» με απρόβλεπτες κι όχι ευοίωνες συνέπειες. Η εικόνα που σχηματίζεται σήμερα δείχνει ότι οι Έλληνες ούτε «γιουρούσι» δεν έχουν διάθεση να κάνουν...

- Η ιστορία όμως έχει δείξει ότι ο συσχετισμός των δυνάμεων μπορεί να αλλάξει ραγδαία.   Και η σημερινή παραλυσία του Έλληνα μπορεί και να είναι η εικόνα της ακίνητης ωρολογιακής βόμβας που δεν ξέρεις πότε θα εκραγεί και με τι ένταση. Αυτή η αίσθηση σου δημιουργείται μιλώντας με απλούς ανθρώπους, κι όσο περισσότερο το κάνεις τόσο περισσότερο την εμπεδώνεις. Βέβαια η αστοί δεν κάνουν σφυγμομετρήσεις για το κατά πόσο η μάζα έχει διάθεση να εξεγερθεί. Κι αν έκαναν, δεν θα μας τις δημοσιοποιούσαν αν τα ευρήματα δεν τους άρεσαν. Κι εφόσον ούτε η εργατική πρωτοπορία σφυγμομετρεί την διάθεση των εκμεταλλευομένων να εξεγερθούν μένουμε με εντυπώσεις στην θέση εκτιμήσεων.

- Αυτοί που δουλεύουν στο συνδικαλιστικό χώρο και είναι σε άμεση επαφή με τους εργαζόμενους ίσως εχουν πιο πλήρη εικόνα για τις διαθέσεις της εργατικής τάξης. Μπορούν να εκτιμήσουν.

- Η εικόνα αυτή αφορά αυτούς που ήδη δραστηριοποιούνται. Αλλά αυτοί παραμένουν μια μικρή μειοψηφία ακόμα. Το ζήτημα είναι να τσεκάρεις τι σκέφτονται αυτοί που οι αστοί θεωρούν ότι τους έχουν στην τσέπη, οι αδρανείς, η λεγόμενη «σιωπηλή πλειοψηφία».Το γεγονός οτι είναι προς στιγμήν αδρανείς δεν προεξοφλεί ότι θα παραμείνουν έτσι. Απο αυτούς θα κριθεί το «τι μέλλει γενέσθαι».  Ελλείψει σοβαρής έρευνας, μια απαισιόδοξη εκτίμηση δεν μπορεί να είναι πιο έγκυρη απο μια αισιόδοξη. Πιστεύω λοιπόν ότι οι Έλληνες, παρά το σοκ και την ζαλάδα τους, θέλουν να αντιδράσουν, αλλά οι πιότεροι δεν ξέρουν ή δεν βλέπουν πως.

- Θέλουν; πως μπορούμε να είμαστε σίγουροι γι αυτό όταν βλέπουμε την πλειοψηφία να αδρανεί;

- Το τμήμα του πληθυσμού που προς το παρόν αδρανεί, σε μαζική κλίμακα δείχνει τα εξής συμπτώματα που, σίγουρα αν  αφορούσαν ένα άτομο, θα ήταν επαρκή για τη διάγνωση κλινικής κατάθλιψης.
  • Δεν έχει ελπίδα στο μέλλον, 
  • έχει χάσει το αυτοσεβασμό του,
  • δεν δείχνει διάθεση να δράσει για να λύσει το πρόβλημα του,
  • του λείπει ενέργεια ή έχει υποστεί θεμελιώδη φθορά,
  • έχει αποκοπεί απο την χαρά της ζωής κι ένα είδος ανηδονιας έχει εισχωρήσει στην ψυχοσύνθεση του,
  • επαναλαμβάνει τις ίδιες πατέρνες που τον καθιστούν ανεπαρκή,
  • μια αδιαφορία κι ένας κυνισμός για τους συνάνθρωπους τον έχει μπολιάσει με πρωτόγνωρο τρόπο.
  • Παραμελεί  ή έχει εγκαταλείψει  τον εαυτό του.

Ξέρουμε πως η αδράνεια είναι σύμπτωμα κατάθλιψης κι όχι μόνο ένδειξη αδιαφορίας ή και εχθρότητας. Όπως επίσης ότι για να ξεπεράσει την κατάθλιψη του ο  καταθλιπτικός πρέπει να αρχίσει να συμπεριφέρεται διαφορετικά, να πάψει να επαναλαμβάνει συμπεριφορές που τον κρατούν σε κατάθλιψη. Απ’ την άλλη όταν αρχίσει να δρα διαφορετικά αρχίζει και να βλέπει τον κόσμο χωρίς τα καταθλιπτικά φίλτρα του.

Επιπρόσθετα ξέρουμε πως ο καταθλιπτικός, ο οποίος συνήθως δεν αντιδρά αμέσως σε κάτι που τον καταπιέζει και απορροφά την κατάχρηση του, «μποτιλιάρει» την οργή του μέχρι που φτάνει σ΄ ένα σημείο όπου αντιδρά απότομα, απρόβλεπτα κι εκρηκτικά. Σε τέτοια περίπτωση μόνο "γιουρούσι' μπορούμε να αναμένουμε.  Το αισιόδοξο είναι ότι απο την αδρανή μάζα αναπτύσσεται μια αυξανόμενη κινητικότητα και μετατόπιση προς την μεριά του οργανωμένου κινήματος. Το ότι 'πρέπει' κάτι άλλο να κάνει το βιώνει. Το ζητούμενο είναι να δει τι και πως. 




λυκάνθρωπος





Προσπαθώντας να φτιάξω αυτο το φωτομοντάζ έψαξα στο Ίντερνετ για εικόνες λύκων – και βρήκα πολλές.

Απο εκατοντάδες εικόνες δεν βρήκα ούτε μια εικόνα λύκου που να είναι πιο απωθητική απο την εικόνα του Σόιμπλε. Φταίει που αγαπώ τα ζώα και ιδιαίτερα τους φίλους μας τους σκύλους; Θα ήταν μεγάλη κακία μου να ομολογήσω ότι βρίσκω τελικά το φωτομοντάζ να αδικεί τον λύκο;

Συγχωρέστε με, κ Σόιμπλε.

Ζητήματα στην ταξική απεύθυνση (κριτική και απάντηση στην κριτική)

Στο φιλικό ιστολόγιο Lenin Reloaded αναρτήθηκε κριτικό σημείωμα που αφορά το αρθρο
H Μόνιμη Οικονομική Δυσλειτουργία και το Πολιτικό Συνακόλουθό της, το οποίο βρήκα έντονα ενδιαφέρον και το αναρτώ εδώ. Το σημείωμα δημοσιεύτηκε στο Lenin Reloaded σε δυο αναρτήσεις, οι οποίες αναδημοσιεύονται ως μέρη Ι και IΙ στο παρακάτω κείμενο.  
______________
(Ι)
Αντιγράφω τμήμα ενός άρθρου του συντρόφου red rock views για το είδος της ταξικής απεύθυνσης που θα έπρεπε να έχει σήμερα το κομμουνιστικό κίνημα, με στόχο να διατυπώσω και γω απ' την πλευρά μου κάποια ζητήματα πάνω στους προβληματισμούς που θέτει το κείμενο αυτό:
Αν οι καπιταλίστες μπορούσαν να βρουν λύση θα το είχαν κάνει μέσα στην τελευταία τριακονταετία. Οι ίδιοι δεν εχουν αυταπάτες, άσχετα αν οι φιλόσοφοι, θεωρητικοί, οικονομολόγοι, δημοσιολόγοι τους καλλιεργούν αυταπάτες. Την φύση της σημερινής κρίσης μπορούν να κατανοήσουν εσωτερικεύοντας την εμπειρικά κυρίως δυο τάξεις: απ’ την μια αυτοί που κατέχουν το κεφάλαιο στις ανώτερες μορφές συσσώρευσης του που προσπαθούν αλλά δεν βρίσκουν τρόπο να ενεργοποιήσουν με επάρκεια και, κοντά σ’ αυτούς, μια ακόμα κάστα κατόχων κεφαλαίου (μικρότερης κλίμακας) που το βλέπουν να απαξιώνεται και να οδηγείται στην καταστροφή - συνολικά δηλαδή μια μικρή μειονότητα. Και απ’ την άλλη, το τμήμα της εργασίας που επωμίζεται τα δεινά της κρίσης με την μέγιστη οξύτητα - δηλαδή η τάξη που πιέζεται κάτω απ’ το όριο αθλιότητας. Πρόκειται πάλι για μια μειονότητα. Αυτό που βλέπουν οι πρώτοι είναι ότι η οικονομία δεν μπορεί να βγει έξω από μια σχετική στασιμότητα και αυτό που βλέπουν οι εργαζόμενοι είναι η επιταχυνόμενη εξαθλίωση τους.
Από αυτό το σημείο, ο σύντροφος ξεκινά μια συλλογιστική ενδιαφέρουσα μεν, κατά τη γνώμη μου όμως προβληματική σε χαρακτήρα. Από μια αρκετά συγκεκριμένη άποψη το πρόβλημα ξεκινά από το γεγονός πως σε καιρούς όπως αυτοί, οι λέξεις δεν είναι ούτε ουδέτερες ούτε αθώες. Αποκαλύπτουν κρυμμένες μέσα τους διαφοροποιήσεις που δεν ήταν ορατές πριν, διαφοροποιήσεις ταξικές σε φύση. Και αυτές πρέπει ως κομμουνιστές, ή καλύτερα άνθρωποι που θέλουν να γίνουν κομμουνιστές, και να τις λαμβάνουμε υπόψη και να τις καθιστούμε ορατές όσο γίνεται πιο ξεκάθαρα για τους άλλους. 
Ας πάρουμε για παράδειγμα τη φράση "οι καπιταλιστές δεν μπορούν να βρουν λύση" που υπονοείται στην πρώτη πρόταση της πιο πάνω παραγράφου. Είναι αλήθεια αυτό; Όχι, αλήθεια είναι ότι δεν μπορούν να βρουν λύση που δεν περνά μέσα από την ακραία όξυνση της εκμετάλλευσης των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Γιατί λύση που να εξυπηρετεί τους ίδιους βρίσκουν. Δεν είναι γενικά και αφηρημένα αλήθεια, όπως λέγεται πιο κάτω στην ίδια παράγραφο, ότι "δεν βρίσκουν τρόπο να ενεργοποιήσουν με επάρκεια" το κεφάλαιό τους. 

Πριν λίγες ημέρες, ο Ριζοσπάστης δημοσίευσε τα στοιχεία της κερδοφορίας επιχειρήσεων στην Ελλάδα για το 2011, στοιχεία που δείχνουν ότι οι 500 πιο κερδοφόρες επιχειρήσεις αύξησαν συνολικά τα κέρδη τους κατά 18.2%. Φυσικά, δεν έχουν όλες οι επιχειρήσεις κέρδη με την κρίση. Κάποιες καταγράφουν σημαντικές απώλειες, κάποιες κλείνουν. Αυτό όμως είναι ήδη ο νόμος των μονοπωλίων, ο νόμος της μείωσης του ανταγωνισμού που αυξάνει το περιθώριο κέρδους των μεγαλυτέρων, των πιο "επιτυχημένων" επιχειρήσεων, των πιο καλά οργανωμένων και δικτυωμένων στη διεθνή αγορά, αυτών που μπορούν να εξασφαλίζουν αποτελεσματικότερα τα κέρδη τους.

Ανάμεσα σε άλλα, ο Ριζοσπάστης παρατηρεί το ενδιαφέρον και εντυπωσιακό φαινόμενο ότι: "Ανάμεσα στις 500 πιο κερδοφόρες βιομηχανικές επιχειρήσεις για το 2011 βρίσκονται 175 εταιρείες τροφίμων!". Ακούγεται παράδοξο σε μια εποχή πείνας για τα λαϊκά στρώματα ο κερδισμένος να είναι οι εταιρίες τροφίμων. Αλλά βέβαια δεν είναι, διότι καθώς το εύρος των καταναλωτικών προϊόντων που μπορεί να αγοράσει μια λαϊκή, χαμηλού εισοδήματος οικογένεια συρρικνώνεται δραστικά, οι καταναλωτικές της δραστηριότητες στρέφονται όλο και περισσότερο στα πιο βασικά για την ζωή πράγματα: τροφή, νερό, ηλεκτρικό, υγεία και φάρμακα. Σε όλους αυτούς τους τομείς το κεφάλαιο έχει δημιουργήσει προϋποθέσεις αύξησης των κερδών του. Ακόμα και ο "πατριωτικός" εθνικισμός στις μέρες μας γίνεται ένα καλό άλλοθι για να στήσεις μπίζνες στον τομέα των τροφίμων, και οι "ελεημοσύνες" των φασιστών με διάφορα προϊόντα οβερστόκ καθιστούν σαφή την μετατροπή των βιολογικών αναγκών σε πεδίο συνάντησης των δράσεων του παρακράτους με την νέα παρα-οικονομία λογής εταιρικών αρπαχτών.
Σε άρθρο του για τις καλύτερες ιδέες για νέες επιχειρήσεις, το αμερικανικό σάιτ inc.com περιλαμβάνει: πρώτον, εταιρίες παρασκευής συντηρήσιμων γλυκών (σοκολάτες, καραμέλες), που, όπως γράφεται έχουν αποδειχθεί κερδοφόρες στο κρίσιμο τεστ της Μεγάλης Ύφεσης ("τα γλυκά είναι φαγητό της παρηγοριάς", πολυτέλεια της φτώχειας)· δεύτερο, εταιρίες τεχνολογίας για την ιατρική περίθαλψη, όπου η απασχόληση αναμένεται να αυξηθεί 18% στις ΗΠΑ· τρίτο, εταιρίες παρασκευής αλκοόλ, που όπως και στη Μεγάλη Ύφεση κάνει θραύση --αύξηση κερδών 18%-- ως "παρηγοριά" και μέσο αυτονάρκωσης των μαζών (οι Μπολσεβίκοι είχαν κάνει προτεραιότητά τους την καταπολέμηση του αλκοολισμού, όπως σήμερα οι "γραφικοί" του ΚΚΕ έχουν κάνει προτεραιότητά τους την καταπολέμηση των ναρκωτικών, για λόγους εξόχως πολιτικούς)· τέταρτο, κατ' οίκον ιατρική βοήθεια (τρίτος μεγαλύτερος ρυθμός ανάπτυξης κάθε βιομηχανίας στις ΗΠΑ)· πέμπτο, φαστ φουντ, μιας και η φτήνια του το κάνει μονοπωλιακά ελκυστικό για τους φτωχούς σε καιρούς ύφεσης.

Πέντε από τις δεκαοχτώ λοιπόν πιο κερδοφόρες περιοχές επιχειρηματικής ανάπτυξης αφορούν τα τρόφιμα και την υγεία, την βασική βιολογική διάσταση του ανθρώπινου σώματος, την "βιοπολιτική οικονομία" όπως την έχω αποκαλέσει. Το ανθρώπινο σώμα εξελίσσεται σε ένα πάρα πολύ ελκυστικό πεδίο επενδύσεων και συσσώρευσης· δεν είναι απλώς παραγωγός εργασίας, είναι επίσης μια μικρή αγορά, της οποίας οι στοιχειώδεις βιολογικές ανάγκες και δυσλειτουργίες αποτελούν βάσεις κερδοφορίας. Το ίδιο συμβαίνει με εξωσωματικές αλλά στοιχειώδεις πλέον για το σώμα ανάγκες όπως η ηλεκτρική ενέργεια (άλλη μία από της δεκαοχτώ πιο κερδοφόρες νέες περιοχές της οικονομίας), ή τις ψυχικές, συναισθηματικές ανάγκες του ανθρώπου (εταιρίες "αυτοβελτίωσης", καθώς και προϊόντα και υπηρεσίες γιόγκα συγκαταλέγονται επίσης στις 18 πιο κερδοφόρες).
Χθες στη Βουλή ψηφίστηκαν μέτρα που δεν είναι τυχαία, και που εξασφαλίζουν πολύ μεγάλα περιθώρια μελλοντικής κερδοφορίας για το ιδιωτικό κεφάλαιο. Μέτρα που περιλαμβάνουν την πλήρη ιδιωτικοποίηση της παροχής του ζωτικότερου ίσως συστατικού του ανθρώπινου σώματος και της ανθρώπινης επιβίωσης -- του νερού. Μια από τις βασικές συνέπειες της πλήρους ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης της παροχής νερού, πέραν της πιθανής αύξησης κόστους του πόσιμου ύδατος, θα είναι η διακοπή της υδροδότησης σε κάθε περιοχή για την οποία δεν υπάρχει κέρδος λόγω υψηλού κόστους της παροχής σε σχέση με την κατανάλωση (αραιοκατοικημένες περιοχές, νησιά, κλπ). Η έλλειψη νερού σε τέτοιου είδους περιοχές θα δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερα περιθώρια κερδοφορίας για τις εταιρίες διάθεσης εμφιαλωμένου, εκεί όπου δεν θα ερημώσει τελείως τις κοινότητες και τα χωριά.
Είδαμε πρόσφατα και την άρση των περιορισμών στη διάθεση ληγμένων προϊόντων διατροφής στα σουπερμάρκετ: άλλος ένας τρόπος με τον οποίο ο καπιταλισμός κόβει τις απώλειές του, επαναδιοχετεύοντας ακόμα και τα απούλητα και αδιάθετα προϊόντα πίσω στην αγορά: εδώ έχουμε τη μετατροπή της ίδιας της φτώχειας αυτού που δεν μπορεί να καταναλώσει το προϊόν στην κανονική του τιμή, πριν λήξει σε πηγή κερδοφορίας, μιας και τον ίδιο αυτό άνθρωπο τον κάνεις καταναλωτή όταν το προϊόν έχει περάσει στην αχρηστία και θα έπρεπε να καταστραφεί ως απώλεια για το κεφάλαιο. Όσο για τυχόν συνέπειες στην υγεία όσων καταλήγουν να τρέφονται με τέτοιου είδους προϊόντα, είδαμε ήδη ότι οι ιδιωτικοποιήσεις όλων των διαστάσεων της υγείας στη χώρα μετατρέπουν και την ασθένειά του σε επικερδές γεγονός. Άλλωστε, φέτος στις "αναπτυγμένες" ΗΠΑ είχαμε το χειρότερο ξέσπασμα διατροφικά σχετιζόμενης επιδημίας των τελευταίων εκατό ετών, χάρη στην εξάλειψη των κρατικών ελέγχων στην ποιότητα των τροφίμων, και κανείς δεν μοιάζει να ενδιαφέρεται.
Η επινοητικότητα του κεφαλαίου σε ό,τι αφορά την αναπλήρωση της δικής του κερδοφορίας είναι αντιστρόφως ανάλογη με τους ηθικούς φραγμούς του: είναι ατέρμονα επινοητικό γιατί είναι ατέρμονα ανήθικο, ή ακριβέστερα, πέρα από κάθε ηθική. Δεν υπάρχει τίποτε που να απαγορεύεται ως "απάνθρωπο" ή "αισχρό" μπροστά στο κέρδος. Δεν είναι τυχαία ή για λόγους ρητορικούς που ο Μαρξ παρατηρούσε σαρκαστικά στο Κεφάλαιο:
Οταν το κεφάλαιο έχει το ανάλογο κέρδος, γίνεται τολμηρό. Με δέκα τα εκατό (10%) κέρδος αισθάνεται τον εαυτό του σίγουρο και μπορεί να το χρησιμοποιήσει κανείς παντού, με 20% γίνεται ζωηρό, με 50% γίνεται θετικά παράτολμο, με 100% τσαλαπατάει όλους τους ανθρώπινους νόμους, με 300% δεν υπάρχει έγκλημα που να μη ριψοκινδυνεύσει να το πράξει, ακόμα και με κίνδυνο να πάει στην κρεμάλα (Κεφάλαιο, τομ.1)
Νομίζω κατά συνέπεια ότι ένας συλλογισμός που ξεκινά στη βάση του ότι το "κεφάλαιο δεν βρίσκει λύση" στο πρόβλημα της ανανέωσης της συσσώρευσης είναι λανθασμένος ήδη στη βάση του, και δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Είναι πολύ ακριβέστερο να παρατηρούμε ότι το κεφάλαιο δεν βρίσκει λύσεις στην κρίση συσσώρευσης που να μην είναι όλο και πιο επιθετικά απάνθρωπες, που να μην περιλαμβάνουν την πλήρη κατάλυση μιας σειράς κατακτήσεων που ένα κομμάτι της ανθρωπότητας έφτασε δυστυχώς να θεωρήσει εσφαλμένα αυτονόητες και εσφαλμένα "νομικές" και όχι ταξικές σε χαρακτήρα. 
Θα επιστρέψω στις σκέψεις μου πάνω στο συλλογισμό του συντρόφου σε ένα δεύτερο μέρος.


(ΙΙ)
Η πλειοψηφία των μεσαίων στρωμάτων τα οποία σε τούτη την συγκεκριμένη κρίση βλέπουν να ωθούνται προς χειροτέρευση του οικονομικού επιπέδου τους με έντονα πιεστικό ή και βίαιο τρόπο, παρά τις δραματικές απώλειες τους, διατηρούνται ακόμα σε περιθώρια πάνω απο το επίπεδο της αθλιότητας. Η προλεταριοποίηση τους δεν έχει επεκταθεί. Αυτό το βλέπουν οι αστοί που σφυγμομετρούν, όσο είναι δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο, τα περιθώρια αντοχής του πληθυσμού για περαιτέρω αφαίμαξη. 
Με δοσμένο ότι εχουν φέρει την εργατική τάξη στο όριο της, πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι η επίθεση κατά των μεσαίων στρωμάτων θα ενταθεί. Κατά συνέπεια, χωρίς συμμαχία εργατών με μικροαστούς, οδηγούνται στην καταστροφή και οι δυο τάξεις – εργάτες και μικροαστοί. 
Το κλειδί στις πολιτικές εξελίξεις θα πάρει στα χέρια της μόνο μια τάξη – αυτή που θα προσελκύσει με το μέρος της τα μεσαία στρώματα, αυτούς τους «απαίσιους κι ανυπόφορους μικροαστούς» που τόσο απεχθάνεται τμήμα της εργατικής πρωτοπορίας. Εάν δεν το κάνει η εργατική τάξη, το σύστημα θα στραφεί προς απολυταρχικές, αυταρχικές λύσεις τις οποίες οι αστοί είναι έτοιμοι να εφαρμόσουν, με την ανοχή και στήριξη των μικροαστών, πριν καταλάβουν οι μικροαστοί ότι τη «λύση» ενός σκληρού μεσσία που οι αστοί τώρα τους πουλάνε φθηνά θα την πληρώσουν πολύ ακριβά στην πορεία. 
Ο προσεταιρισμός και η δρομολόγηση του ρεύματος των μικροαστών στην δική της κατεύθυνση είναι μια αναγκαιότητα την οποία η αστική τάξη αναμφίβολα κατανοεί και το δείχνει έμπρακτα με συνεχή ανανέωση των «λύσεων» που της προτείνει. Πρόκειται για συστηματοποιημένη απάτη, διότι οι αστοί και να ήθελαν δεν μπορούν να «σώσουν» τους μικροαστούς. Το κλειδί που κρατά στα χέρια της η αστική τάξη είναι η καλλιέργεια της ελπίδας στους μικροαστούς ότι τελικά οι δεν «θα καταλήξουν προλετάριοι», ότι θα διατηρούν την συγκριτικά πιο προνομιούχα θέση τους σε σχέση με τους «προλεταρίους», την εξαθλίωση των οποίων βλέπουν με τρόμο αλλά, ίσως και γι αυτό τον λόγο, είναι έτοιμοι να αποδεχτούν, αρκεί οι ίδιοι να μην εχουν την ίδια τύχη. Ακριβώς αυτή η «φρίκη» της προοπτικής της προλεταριοποίησης τους είναι το στοιχείο που γεννά την έχθρα τους προς τους πρωτοπόρους εκπρόσωπους των «προλεταρίων» που τους λένε να επιλέξουν μια ανατροπή που, κατά την κρίση των μικροαστών, θα «μας κάνει όλους προλεταρίους». Αυτό που τους λένε οι κομμουνιστές ότι θα κάνουν στον σοσιαλισμό δεν τους φαίνεται καλύτερο απο αυτό που βλέπουν τώρα ότι κινδυνεύουν να πάθουν στον καπιταλισμό.

Συμφωνώ στον κορμό της πιο πάνω παρουσίασης των πραγμάτων: υπάρχει όμως ένα κρίσιμο στοιχείο από τη σκοπιά τη δική μας που θα πρέπει να θιγεί.
Κι αυτό είναι πως είναι συντριπτικά άνιση και ανισομερής η δυνατότητα μαζικής απεύθυνσης με συμβατικά μιντιακά μέσα (τηλεόραση, περιοδικά, εφημερίδες, κλπ). Η αστική τάξη απευθύνεται στον μικροαστό καθημερινά με δεκάδες τρόπους· η εργατική έχει απέραντα λιγότερες οικονομικές δυνατότητες για να οργανώσει την προπαγάνδα της. Δεν πρέπει να λησμονείται η τεράστια σημασία του χρήματος, το οποίο η αστική τάξη ρίχνει με τη σέσουλα, για την εξασφάλιση της "γνώμης" μαζών που είναι αποκομμένες από το ταξικό, εργατικό λόγο. Το πρόβλημα αυτό υφίστατο φυσικά όλην την προηγούμενη περίοδο αλλά οξύνθηκε κάθετα με την έλευση της κρίσης: τα εργατικά εισοδήματα καταβαρθρώνονται, η εργατική τάξη αντιμετωπίζει πρόβλημα επιβίωσης, πρόβλημα του πώς να πάνε τα παιδιά σχολείο, πώς να ντυθεί η οικογένεια, πώς να φάει. Ο πιο αφοσιωμένος αγωνιστής έχει να επιλύσει δεκάδες προβλήματα στο ατομικό επίπεδο. Και δεν έχει τον έλεγχο στην πλατιά, μαζική απεύθυνση που έχει ο κεφαλαιοκράτης· η κλίμακα απεύθυνσής του είναι πάντα μικρότερη, ό,τι κι αν κάνει. 
Την ίδια στιγμή, και με δεδομένο ότι ένα πολύ βασικό μέσο χρηματοδότησης της προπαγάνδας στα πραγματικά κομμουνιστικά κόμματα είναι οι μισθοί των βουλευτών τους, το κίνημα έχει στερηθεί σχεδόν τα μισά του έσοδα από αυτή την πηγή μετά τις εκλογές. Η χρηματοδότηση που παίρνει από το κράτος μειώθηκε δραστικά. Δυσκολεύεται να επιτελέσει βασικές προπαγανδιστικές και οργανωτικές λειτουργίες. Κάνει εξορμήσεις για να μαζέψει χρήματα από μια τάξη που γνωρίζει πως είναι ήδη στα όρια της πείνας. Αυτή είναι η πραγματικότητα σε μια ταξική κοινωνία: η επικοινωνιακή "δύναμη" αντανακλά ήδη τους πραγματικούς ταξικούς συσχετισμούς. Η οργανωμένη εργατική τάξη είναι η τελευταία που μπορεί να ακουστεί πλατιά. Αποκλείεται από την τηλεόραση. Αναγκάζεται να κλείσει τυπογραφεία ή τηλεοπτικούς σταθμούς. Πιέζεται διαρκώς προς την εξάλειψη κάθε δυνατότητας πολιτικής απεύθυνσης και είναι μόνο με ηρωϊκή αυτοθυσία που καταφέρνει να κρατήσει ζωντανό τον πολιτικό της λόγο. Συνεπώς, είναι υλιστικά άστοχο να συγκρίνεται η απήχηση της απεύθυνσης αστών και εργατών με όρους αποκλειστικά "ρητορείας" (ποιος υπόσχεται και ποιος όχι, τι είδους ρητορικές τακτικές χρησιμοποιεί). Υπάρχουν αντικειμενικά όρια στο πόσο επιδραστικός μπορεί να είναι ένας πολιτικός λόγος, τα οποία καθορίζονται, στην τελική, από το αιώνιο ζήτημα του ποιος ελέγχει τα μέσα (ανα)παραγωγής. Και βέβαια, η παντοδυναμία των ΜΜΕ σήμερα δεν έχει καμία σχέση με την ισχύ τους, και άρα τις υλικές δυνατότητες ανατρεψιμότητάς της, το 1917. 
Ας περάσουμε τώρα στο υπόλοιπο απόσπασμα, που ακολουθεί αμέσως μετά: 
Για να τους κερδίσει η πρωτοπορία των «προλεταρίων» πρέπει να πείσει την πλειοψηφία των μικροαστών (όλους δεν θα μπορέσει να τους πείσει ποτέ) ότι η μοίρα τους θα βελτιωθεί, όπως κι ότι η μοίρα των «προλεταρίων» θα βελτιωθεί αλλά όχι εις βάρος τους. Για να το κάνει αυτό πρέπει να τους εξηγήσει με γλώσσα κατανοητή πως ακριβώς πρακτικά θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο. Αυτό το «κάτι τέτοιο» αφορά αυτό που καταλαβαίνουν αυτοί που δεν είναι ιδεολόγοι, δηλαδή αφορά οικονομικά χαρακτηριστικά του σημερινού μικροαστού, το σημερινό βιοτικό του επίπεδο το οποίο πρέπει να πειστεί ότι θα διατηρηθεί. Αυτο μόνο με συγκεκριμένες και πολύ σαφείς προγραμματικές δεσμεύσεις μπορεί να γίνει. Συνακόλουθα, το να γίνει κάτι τέτοιο άπτεται της ανάγκης προγραμματικής συγκεκριμενοποίησης της διαδικασίας μετάβασης απο καπιταλισμό σε σοσιαλισμό. Αίφνης, πως ακριβώς μπορεί ν' αλλάξει η οικονομία απο καπιταλιστική σε σοσιαλιστική, και να διατηρηθεί το ίδιο επίπεδο παραγωγής στην αρχή (ή να μην διαλυθεί η παραγωγή, οπως φοβούνται οι μικροαστοί), ή πως με την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής στον σοσιαλισμό θα συνεχισθεί η παραγωγή όταν η κάθε επιχείρηση προμηθεύεται εξοπλισμό, υλικά, ενέργεια κλπ μέσω απτών αγοραίων σχέσεων και διαθέτει προϊόντα στην αγορά μέσα απο τα κανάλια της αγοράς που διέπονται απο συγκεκριμένες σχέσεις, και τι ακριβώς ρόλο θα παίξει η μικρή επιχείρηση, το αγροτικό νοικοκυριό, αμέσως μετά την ανατροπή. Τι θα γίνει αμέσως μετά την άνοδο της εργατικής τάξης και των σύμμαχων της στην εξουσία; Πως θα μεταμορφώσουμε την οικονομία της αγοράς σε σχεδιασμένη οικονομία; Οι μικροαστοί δεν πιστεύουν οτι η εργατική πρωτοπορία εχει κάποιο «μαγικό ραβδί».
Σωστά δεν πιστεύουν οι μικροαστοί ότι η εργατική πρωτοπορία έχει κάποιο "μαγικό ραβδί", διότι δεν έχει. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός, που στην πραγματικότητα δεν ήταν τίποτε άλλο από το περιώνυμο "μεταβατικό στάδιο" το οποίο δήθεν επιζητούν οι αριστεροί, ήταν μια διαρκής μάχη με αντιξοότητες και αντιφάσεις, μια μάχη με κάθε λογής προβλήματα η οποία πήρε μέχρι το τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου για να οδηγήσει σε μια σχετικά σταθερή πορεία ανάπτυξης: ο "κομμουνισμός του πολέμου", το οικονομικό μοντέλο ακραίας αυστηρότητας που επιβλήθηκε από τις συνθήκες του εμφυλίου, αντικαταστάθηκε από τον συμβιβασμό με την μικροϊδιοκτησία και το χρήμα της ΝΕΠ, που με τη σειρά της εγκαταλείφθηκε για χάρη της κολλεκτιβοποίησης, που με τη σειρά της οδήγησε σε νέες αντιφάσεις και συγκρούσεις με στοιχεία του πληθυσμού. Και ύστερα ήρθε ο πόλεμος. Δεν μπορούμε να λέμε ψέμματα για την ιστορία, και η αλήθεια για την ιστορία είναι πως δεν υπήρχε κανένα "πλήρες, ολοκληρωμένο πλάνο" το οποίο να μπήκε σε λειτουργία εξ αρχής και να έβαλε την κοινωνία σε "αυτόματο πιλότο" προς την ευημερία. Υπήρξαν απόπειρες και εγχειρήματα, στροφές, αλλαγές πορείας, συμβιβασμοί, εκχωρήσεις και αντεπιθέσεις στο πεδίο της οικονομίας, υπήρξαν αντιφάσεις και συγκρούσεις ενίοτε βίαιες και αιματηρές. Το τι είναι η "σχεδιασμένη οικονομία" στο γενικό της περίγραμμα είναι γνωστό και μπορεί ανά πάσα στιγμή να παρουσιαστεί και να συζητηθεί. Το τι θα μπορούσε να είναι σήμερα σε μια χώρα με τις γεωγραφικές και πολιτιστικές ιδιαιτερότητες της Ελλάδας, τον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων, την φάση που διανύει η παγκόσμια οικονομία, τις πλουτοπαραγωγικές πηγές του τόπου είναι ένα άλλο θέμα, πολύ πιο πολύπλοκο, για το οποίο δεν πιστεύω ότι μπορεί να υπάρξει κανένα ολοκληρωμένο μοντέλο χωρίς την πραγματική εκκίνηση ιστορικών διαδικασιών ανατροπής της αστικής εξουσίας. Πράγμα που μας φέρνει στην επόμενη και τελευταία παράγραφο του συντρόφου:
Η προώθηση του σχεδιασμού της οικονομίας λογικά προηγείται της υποχώρησης της αγοράς. Η εξάλειψη των αγοραίων σχέσεων της οικονομίας πρέπει να προγραμματιστεί. Στο σημείο αυτο μπορεί να αντιπαρατεθεί η ένσταση ότι αυτο που ζητάω είναι πρόωρο, κι ότι «δεν βρισκόμαστε δα και στο κατώφλι της ανατροπής... ο συσχετισμός δυνάμεων είναι....», (τα γνωστά). Το πρόβλημα είναι ότι σε οποιαδήποτε φάση ανάπτυξης του εργατικού κινήματος, χωρίς μια στοιχειώδη εξειδίκευση στα ζητήματα αυτά, η "ανατροπή" παραμένει μια αφηρημένη έννοια, και η εργατική πρωτοπορία παραμένει χωρίς "κυβερνητικό" πρόγραμμα. Μέχρι να απαντηθούν αυτά τα ζητήματα με συγκεκριμένο τρόπο, που σημαίνει ότι, μέχρι να εκπονηθεί ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα εξουσίας, φοβάμαι ότι η πρωτοπορία του προλεταριάτου καταδικάζεται να λειτουργεί σαν «αποδόχι» μιας σχεδόν καθολικής μικροαστικής εχθρότητας και αντικείμενο δυσπιστίας ενός μεγάλου τμήματος του ίδιου του προλεταριάτου. Στην ουσία, αυτοαναιρείται σαν πρωτοπορία. Πως είναι δυνατόν να κατανοεί η αστική τάξη αυτήν την αλήθεια, να κατανοεί ότι χωρίς την συμμαχία της με τα μεσαία στρώματα είναι καταδικασμένη, και να αρνούνται πεισματικά να την καταλάβουν κάποιοι που θεωρούν τον εαυτό τους ταγμένο, ή που δηλώνουν ότι τάσσονται με την εργατική πρωτοπορία;
Φοβάμαι ότι δεν είναι καθόλου θέμα "κατανόησης" της αστικής τάξης για την αναγκαιότητα παρουσίασης "προγράμματος" και "μη κατανόησης" του γεγονότος αυτού από την "εργατική πρωτοπορία". Έλλειψη κατανόησης θα έδειχνε το να μιλάμε αφηρημένα για "σχεδιασμένη οικονομία" τη στιγμή που μόλις χθες πέρασε ένα ακόμα πακέτο μέτρων που στερεί νομικά την νομή της δημόσιας περιουσίας από το λαό και πουλά πόρους και πηγές στο ξένο κεφάλαιο. Με τι θα κάνουμε "σχεδιασμένη οικονομία" σε μια χώρα όπου τα πάντα, όλα τα μέσα εφικτής ανάπτυξης, έχουν ήδη πουληθεί ή πουλιούνται τώρα; Θα χρειαστεί φυσικά να τα πάρουμε πίσω, αλλά αυτό σημαίνει στην πράξη κατάκτηση της κρατικής εξουσίας (και όχι φυσικά της "κυβέρνησης"!) Κι αυτό είναι το ίδιο ένα εγχείρημα μεγάλης δυσκολίας, αφού προαπαιτεί επανάσταση και ριζική αλλαγή του καθεστώτος σχέσεων της χώρας με άλλες. Κάθε μέρα που περνά, κάθε μέρα που βρίσκει τα περιθώρια να το κάνει, η ελληνική και ευρωπαϊκή αστική τάξη εξασφαλίζει με όποιον τρόπο μπορεί το ανέφικτο της εναλλακτικής οργάνωσης της οικονομίας, τον στραγγαλισμό εν τη γεννέσει του κάθε τέτοιου εγχειρήματος. 
Συνεπώς, από πού και ως πού είναι προτεραιότητα του εργατικού κινήματος σήμερα να πείσει τους μικροαστούς ότι "έχει σχέδιο", ότι δηλαδή είναι ένας ακόμα δυνητικός πάτρονας στον οποίο οι μικροαστοί να εναποθέσουν παθητικά τη σωτηρία τους; Δεν είναι πολύ πιο άμεση και ζωτική προτεραιότητα να διεξάγει τον αγώνα εκείνο που θα εξασφαλίσει ότι θα έχει τα υλικά μέσα για να έχει σχέδιο; Είναι το ζητούμενο σήμερα, στην εποχή μιας νέας εποχής πρωταρχικής συσσώρευσης και απαλλοτρίωσης πηγών κοινωνικού πλούτου (από ορυχεία σε λιμάνια, από το νερό στα αεροδρόμια, τις δασικές εκτάσεις, τις συγκοινωνίες, τις επικοινωνίες, την ενέργεια) να κάνουμε ρητορικούς διαγωνισμούς "σχεδιασμού"; Μα στο μεταξύ η ίδια η απτή οικονομική, νομοθετική και πολιτική δράση της αστικής τάξης εγγυάται ότι αυτοί "οι σχεδιασμοί" θα είναι όλο και πιο κενοί περιεχομένου, αστήριχτοι από τα νέα καθεστώτα ιδιοκτησίας. Και τέλος, μήπως επεξεργάζεται κάποιου είδους μεγαλόπνοο σχέδιο ανάπτυξης η αστική τάξη στο οποίο πρέπει να ανταποκριθούμε επεξεργαζόμενοι ένα πιο μεγαλόπνοο και εντυπωσιακό στα χαρτιά σχέδιο; Όχι, κινείται με αποκλειστικό γνώμονα το βραχυπρόθεσμο κέρδος (κάτι το οποίο προκαλεί άφθονα ηθικίστικα δάκρυα στην "αριστερά"), εξαγοράζοντας χρόνο με την δημιουργία συνθηκών απόλυτα καταστροφικών όχι απλά για την οικονομική επιβίωση της εργατικής τάξης αλλά και για την δυνατότητά της να παλέψει πολιτικά για αυτήν. Γιατί τα δύο είναι απόλυτα, διαλεκτικά αλληλένδετα: χωρίς την δυνατότητα οικονομικής επιβίωσης, καμία δυνατότητα πολιτικής οργάνωσης· χωρίς την δυνατότητα πολιτικής οργάνωσης, καμία δυνατότητα οικονομικής επιβίωσης. 
Αυτός ο φαύλος κύκλος κρατά την εργατική τάξη στην υποτέλεια. Αυτός ο φαύλος κύκλος πρέπει να διαρραγεί. Και δεν θα διαρραγεί με το να πειστούν τα μικροαστικά στρώματα να εμπιστευτούν τη ζωή τους σε έναν ακόμα "διαχειριστή" του πεπρωμένου τους, αλλά με το να πειστούν ότι η ζωή και ο θάνατός τους είναι υπόθεση που βρίσκεται στα χέρια τους και προαπαιτεί την ενεργό επιλογή τους για το ιστορικό πεπρωμένο τους. Τούτο όμως δεν είναι ποτέ αποτέλεσμα λεκτικής και αφηρημένης "πειθούς" αλλά του είδους εκείνου της πειθούς που μόνο η πράξη μπορεί να επιφέρει: για να υπάρξει τελική νίκη πρέπει να υπάρξουν επιμέρους νίκες, και πρέπει αυτές οι νίκες να οδηγούν σε μεγαλύτερες. Οι νίκες όμως προϋποθέτουν αγώνα --σκληρό, επίμονο, υπομονετικό, αταλάντευτο, δύσκολο, ανηφορικό-- σήμερα περισσότερο από ποτέ. Τα "σχέδια" πάντα θα κυοφορούνται από τον αντίπαλο, που έχει και τον χρόνο και το χρήμα να τα κυοφορεί, και πάντα θα διαρκούν λιγότερο από το γάλα εκτός ψυγείου όσο υπάρχει η συστημική κρίση. Ο αγώνας όμως, αυτό είναι το ένα πράγμα όπου κανείς, ούτε οι αστοί ρήτορες της αριστεράς, ούτε οι παθητικοί τους αποδέκτες στην μικροαστική τάξη, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πρωτοπορία της εργατικής. 
Αγώνας για το δικαίωμα να έχουμε σοσιαλιστικό σχέδιο, την δυνατότητα του να έχουμε τα υλικά μέσα να υλοποιήσουμε οποιοδήποτε τέτοιο σχέδιο για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης: αυτό είναι το ζητούμενο σήμερα. Δεν είναι "προωθημένο" ζητούμενο· ζούμε σε μια αντεπαναστατική εποχή. Είναι όμως απόλυτα αναγκαίο και ζωτικό. (Lenin Reloaded)
________________

Η απαντηση μου που εσταλη σαν σχολιο στο Lenin Reloaded ηταν η παρακατω:

Σχετικά με την παρατήρηση στην πρώτη ανάρτηση συμφωνώ: «σε καιρούς όπως αυτοί, οι λέξεις δεν είναι ούτε ουδέτερες ούτε αθώες». Κι όχι μόνο οι λέξεις αλλά και οι πράξεις, αλλά και η συγκρότηση των πράξεων σε δραστηριότητες (λχ στο διαδίκτυο) και παραπέρα, σε οργανωτικά σχήματα. Τίποτε δεν είναι τόσο αθώο όσο φαίνεται.  Αυτο ισχύει για όλους και για όλα. Ξεκινώντας απο εκεί λοιπόν τίποτε δεν πρέπει να μείνει έξω απο το φάσμα της κριτικής, δεν πρέπει να υπάρχει ταμπού στη πολιτική, γιατί αλλιώς γλιστράμε στον κομφορμισμό, τον οποίο εγώ θεωρώ τόσο μεγάλο εχθρό του κινήματος όσο και τον οπορτουνισμό.
Τώρα σχετικά με το τι είδους «λύση» βρίσκουν οι καπιταλίστες, αυτο το νιώθουμε στο πετσί μας και το παλεύουμε. Αυτο που ισχυρίζομαι στο κείμενο είναι ότι ο καπιταλισμός είναι ανίατα ασθενής. Γνώρισμα της ανίατης δυσλειτουργίας του είναι η σχετική στασιμότητα του που οφείλεται στην επίδραση του νόμου της προοδευτικής μείωσης το ποσοστού κέρδους (που παρατήρησε ο Μαρξ) και που αφορά τον ώριμο αναπτυγμένο καπιταλισμό. Το ότι, και μέσα στην κρίση, κάποιες επιχειρήσεις κερδοφορούν δεν αναιρεί την γενικότερη αλήθεια της δυσλειτουργίας του καπιταλισμού. Αν μπορούσε να βρει τρόπο να αποφεύγει τις κρίσεις του, θα το έκανε. Αλλά δεν μπορεί. Και επειδή καταλήγει σε «λύσεις» που γδέρνουν και ψήνουν το πετσί της ανθρωπότητας, μετατρέπει την αλλοπρόσαλλη αντιφατικότητα του σε οξύτατες αντιθέσεις, οι οποίες στο τέλος μπορεί και πρέπει να οδηγήσουν στην ανατροπή του.

Πρώτη παρατήρηση στην δεύτερη ανάρτηση:
«υπάρχει όμως ένα κρίσιμο στοιχείο από τη σκοπιά τη δική μας που θα πρέπει να θιγεί. [....]Και βέβαια, η παντοδυναμία των ΜΜΕ σήμερα δεν έχει καμία σχέση με την ισχύ τους, και άρα τις υλικές δυνατότητες ανατρεψιμότητάς της, το 1917». 
Συμφωνώ με την παρατήρηση που αφορά την σχετικότητα της μαζικής προπαγάνδας και την βρίσκω συμπληρωματική. Δεν αντιλέγω πουθενά σ’ αυτο. Θα διαφωνούσα αν ισχυριζόταν κάποιος ότι εφόσον οι μικροαστοί επηρεάζονται με μύριους όσους τρόπους απο τους μεγαλοαστούς, και εφόσον συγκριτικά η δική μας προπαγάνδα δεν «φτουράει», ας τους αφήσουμε στους λύκους.

Δεύτερη παρατήρηση:
«Σωστά δεν πιστεύουν οι μικροαστοί ότι η εργατική πρωτοπορία έχει κάποιο "μαγικό ραβδί", διότι δεν έχει. [...] Πράγμα που μας φέρνει στην επόμενη και τελευταία παράγραφο του συντρόφου»:
Να ξεκαθαρίσω: το κείμενο δεν εντοπίζει, ούτε και υπονοεί ανάγκη για κάποιο ‘ενδιάμεσο’ μεταβατικό στάδιο. Διαπιστώνει την ανάγκη συγκεκριμενοποίησης κάποιων καθοριστικών χαρακτηριστικών της διαδικασίας περάσματος απο αγοραία σε σχεδιασμένη οικονομία, η οποία διαδικασία είναι αναπόφευκτη, μέσα απο την οποία συγκεκριμενοποίηση θα φανεί καθαρότερα πως θα επηρεαστούν τα ‘ενδιάμεσα’ στρώματα. Βεβαίως, συμφωνώ ότι  θα ήταν ουτοπία να εκπονήσουμε ένα πλήρες ‘μοντέλο’. Απο την άλλη, με ένα σκετς απο αφηρημένες θεωρητικές γενικότητες, δεν έχουμε ολοκληρωμένο μπούσουλα. Κι εγώ ζητάω πιο ολοκληρωμένο μπούσουλα.
Παρεμπιπτόντως, δεν είμαι σίγουρος εάν η διεύρυνση της έννοιας «μετάβαση» έτσι ώστε να καλύπτει ή να συμπίπτει με την έννοια ‘στάδιο’ με βοηθάει. Ο δικός μου ορισμός της έννοιας 'μετάβαση', είναι η συνεχής, δυναμική διαδικασία που οδηγεί απο το ένα στάδιο στο άλλο, το δε στάδιο το βλέπω σαν μέρος της εξέλιξης (η οποία δεν παύει) το οποίο διατηρεί ορισμένα χαρακτηριστικά σταθερά, τουλάχιστον για μια ιστορική εποχή ή φάση. Έτσι, αυτο που εσύ περιγράφεις σαν «μετάβαση» στο υπαρκτό, εγώ θα όριζα ως «στάδιο» - το στάδιο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Βεβαίως, αναγνωρίζω ότι η πραγματικότητα δεν είναι τόσο σχηματική κι ότι οι δυο έννοιες εχουν μια μεγάλη κοινή τομή, κι ότι στην ουσία είμαστε αέναα σε μια συνεχή «μετάβαση». Ωστόσο αισθάνομαι την ανάγκη του διαχωρισμού της έννοιας ‘μετάβασης’ απο αυτή του ‘σταδίου’ για να μπορέσω να μιλήσω γι αυτο που συμβαίνει μεταξύ σταδίων.    
Τελευταία παρατήρηση.
Συμφωνώ σε γενικές γραμμές. Η εργατική τάξη αντιμετωπίζει άμεσα προβλήματα που επιβάλλουν το θέσιμο προτεραιοτήτων. Όμως, μέρος της απάντησης της εργατικής τάξης αποτελεί το χτίσιμο της συμμαχίας της και με μεσαία στρώματα και μέσα στο πλαίσιο του ΑΑΔΜ. Και η προβληματική του πως μπορεί να γίνει είναι τόσο αναγκαία όσο και δικαιωματική.
Τέλος, σχετικά με το σχόλιο σου:  «Μωρέ να πει, αλλά είναι υποχρεωμένο να πει ταυτόχρονα ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων είναι η πολιτική εξουσία της εργατικής τάξης»: Ε, σίγουρα! Αυτο εξυπακούεται! Κι ακόμα, η κύρια έγνοια πίσω απο την παρόρμηση που οδήγησε στην γραφή του κειμένου ήταν να αναχαιτιστεί αφενός ο «τρομερά ανασταλτικός παράγοντας» της ψευτοαριστεράς που όντως «κρατά τα πράγματα πάρα πολύ πίσω», όπως σωστά λες, κι αφετέρου του νεοναζισμού που ψαρεύει στα θολά νερά της μικροαστικής προκατάληψης που δυστυχώς οσμώνεται και με την συνείδηση μέρους του προλεταριάτου.  (red rock views)


Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

H Μόνιμη Οικονομική Δυσλειτουργία και το Πολιτικό Συνακόλουθό της.






Είτε σε περιόδους κρίσης είτε όχι, εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες ο καπιταλισμός έχει χάσει την αναπτυξιακή δυναμική του.

Βιώνουμε μια μόνιμη οικονομική δυσλειτουργία η ένταση της οποίας παρουσιάζεται με αναπόφευκτες διακυμάνσεις κι οποία δυσλειτουργία γίνεται προβληματικά αισθητή σε περιόδους κρισιακής όξυνσης της, σε περιόδους οικονομικής κατάθλιψης όπως η σημερινή. 

Το  κεφάλαιο δεν μπορεί να συσσωρεύεται με τους ίδιους ρυθμούς. Κατά συνέπεια χρειάζεται τονωτικές «ενέσεις» από το κράτος, χωρίς τις οποίες το σύστημα κινδυνεύει να καταρρεύσει. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος.

Η κρατική οικονομική στήριξη του κεφαλαίου οδηγεί σε συνεχή πίεση του κράτους να αυξάνει το εισόδημα του με περιορισμένου φάσματος μεθόδους: δηλαδή είτε με εξορθολογισμό της κρατικής οργάνωσης και διαχείρισης (πράγμα πολύ δύσκολο και χωρίς άμεσα αποτελέσματα), είτε με περικοπές κρατικών κοινωνικών δαπανών, είτε με αύξηση φόρων είτε με συνδυασμό των παραπάνω. Το να μπει περιορισμός, αν όχι τέρμα, στην χρηματοδότηση του κεφαλαίου από το δημόσιο πορτοφόλι είναι αδιανόητο για τους θεράποντες του.

Αποτέλεσμα αυτής της πίεσης ήταν η εκποίηση του δημοσίου πλούτου στο κεφάλαιο με περαιτέρω συνέπεια την αλλαγή και τον περιορισμό του οικονομικού ρόλου του κράτους κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, στην λειτουργία ενός αυταρχικού φοροσυλλέκτη και χρηματοδότη του κεφαλαίου.

Αυτό που οδηγεί το κράτος στην μέθοδο δανεισμού, η οποία παρεμπιπτόντως δίνει στο κεφάλαιο κι ένα επιπρόσθετο δώρο μέσω των επιτοκίων, είναι ακριβώς η αδυναμία του κράτους να ικανοποιήσει πλήρως τις ανάγκες του κεφαλαίου και συνάμα να ανταποκριθεί στις υπόλοιπες υποχρεώσεις του. Δηλαδή έχουμε ένα φαύλο κύκλο όπου το κράτος δανείζεται από το κεφάλαιο για να μπορέσει το κράτος να ενισχύσει (με επιδοτήσεις και προμήθειες ποικίλλων μορφών) το κεφάλαιο.

Το ύψος των επιτοκίων καθορίζεται τεχνητά (σε μεγάλο βαθμό) από το κεφάλαιο,  ή πιο ειδικά, το πλέον επιθετικό και υψηλότερης μορφής τμήμα του, ήτοι το χρηματιστικό  κεφάλαιο.  Αυτό το επιτυγχάνει μέσω της χρηματοπιστωτικής αγοράς την οποία ελέγχει ή επηρεάζει και μέσω της επιρροής που ασκεί στην διαμόρφωση πολιτικής.

Η επιπρόσθετη αδυναμία του κράτους να εξυπηρετήσει το τεχνητά διογκωμένο χρέος του το οδηγεί στην πλέον ανορθολογική αλλά αναπόφευκτη λύση του περαιτέρω δανεισμού που συνεπάγεται αυξανόμενο χρέος. Ένας ατόφια οικονομικός φαύλος κύκλος συνίσταται στο γεγονός ότι όσο πιο πολλά δανείζεται τόσο πιο έντονα αναγκάζεται να συνεχίσει να δανείζεται και τούμπαλιν. Ο περαιτέρω δανεισμός έρχεται με όρους του χρηματιστικού κεφαλαίου οι οποίοι οδηγούν, ανεξαιρέτως, στην επιδείνωση των όρων που οδήγησαν σε επιπρόσθετο δανεισμό. Ένας νέος φαύλος κύκλος ακολουθεί όπου το χρηματιστικό κεφάλαιο δεσμεύει πολιτικά το κράτος να ασκήσει πολιτικές που ανατροφοδοτούν το δέσιμο του σε σχέση πολιτικής εξάρτησης του από το ίδιο το χρηματιστικό κεφάλαιο.

Η λιτότητα που επιβάλλεται καταλήγει σε απαξίωση της εργασίας με επιδείνωση των συνθηκών στην αγορά της εργατικής δύναμης η οποία με μαθηματική ακρίβεια οδηγεί σε πτώση της τιμής της, ήτοι στον εξαναγκασμό των εργατών να δουλεύουν περισσότερο εντατικά και περισσότερο χρόνο για λιγότερη αμοιβή. Το κεφάλαιο δεν αρκείται στον συμβατικό οικονομικό μηχανισμό καθορισμού της τιμής της εργατικής δύναμης, δηλαδή της ζήτησης και προσφοράς στην αγορά εργασίας. Επιβάλει κι ένα πλέγμα θεσμοθέτησης της απαξίωσης της εργασίας με νομοθεσία.

Η μείωση της αγοραστικής δύναμης των εργατών και γενικότερα των στρωμάτων με χαμηλά εισοδήματα οδηγεί σε όξυνση του φαινομένου της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, πράγμα που είδη υφίσταται και πράγμα που αποτελεί και τον λόγο της απώλειας αναπτυξιακής δυναμικής του συστήματος που αναφέραμε στην αρχή.

Έχουμε λοιπόν ένα ευρύτερο φαύλο κύκλο που περικλείνει μια σειρά από φαύλους κύκλους. 

Οι θεράποντες του καπιταλισμού που κυβερνούν το αστικό κράτος δεν έχουν άλλη επιλογή από το να προσπαθούν να λύσουν το πρόβλημα της αδυναμίας του μεγάλου κεφαλαίου να αναπαραχθεί με τον γνώριμο τρόπο του. Από αυτήν την αδυναμία ξεκινούν όλα και προς αυτή καταλήγουν.

Πως αντιμετωπίζεται αυτό;

Αν οι καπιταλίστες μπορούσαν να βρουν λύση θα το είχαν κάνει μέσα στην τελευταία τριακονταετία. Οι ίδιοι δεν έχουν αυταπάτες, άσχετα αν οι φιλόσοφοι, θεωρητικοί, οικονομολόγοι, δημοσιολόγοι τους καλλιεργούν αυταπάτες. Την φύση της σημερινής κρίσης μπορούν να κατανοήσουν εσωτερικεύοντας την εμπειρικά κυρίως δυο τάξεις: απ’ την μια αυτοί που κατέχουν το κεφάλαιο στις ανώτερες μορφές συσσώρευσης του που προσπαθούν αλλά δεν βρίσκουν τρόπο να ενεργοποιήσουν με επάρκεια και, κοντά σ’ αυτούς, μια ακόμα κάστα κατόχων κεφαλαίου (μικρότερης κλίμακας) που το βλέπουν να απαξιώνεται και να οδηγείται στην καταστροφή - συνολικά δηλαδή μια μικρή μειονότητα. Και απ’ την άλλη, το τμήμα της εργασίας που επωμίζεται τα δεινά της κρίσης με την μέγιστη οξύτητα  - δηλαδή η τάξη που πιέζεται κάτω απ’ το όριο αθλιότητας. Πρόκειται πάλι για μια μειονότητα. Αυτό που βλέπουν οι πρώτοι είναι ότι η οικονομία δεν μπορεί να βγει έξω από μια σχετική στασιμότητα και αυτό που βλέπουν οι εργαζόμενοι είναι η επιταχυνόμενη εξαθλίωση τους.

Η πλειοψηφία των μεσαίων στρωμάτων τα οποία σε  τούτη την συγκεκριμένη κρίση βλέπουν να ωθούνται προς χειροτέρευση του οικονομικού επιπέδου τους με έντονα πιεστικό ή και βίαιο τρόπο, παρά τις δραματικές απώλειες τους, διατηρούνται ακόμα σε περιθώρια πάνω από το επίπεδο της αθλιότητας. Η προλεταριοποίηση τους δεν έχει επεκταθεί. Αυτό το βλέπουν οι αστοί που σφυγμομετρούν, όσο είναι δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο, τα περιθώρια αντοχής του πληθυσμού για περαιτέρω αφαίμαξη.

Με δοσμένο ότι έχουν φέρει την εργατική τάξη στο όριο της, πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι η επίθεση κατά των μεσαίων στρωμάτων θα ενταθεί. Κατά συνέπεια, χωρίς συμμαχία εργατών με μικροαστούς, οδηγούνται στην καταστροφή και οι δυο τάξεις – εργάτες και μικροαστοί.

Το κλειδί στις πολιτικές εξελίξεις θα πάρει στα χέρια της μόνο μια τάξη – αυτή που θα προσελκύσει με το μέρος της τα μεσαία στρώματα, αυτούς τους «απαίσιους κι ανυπόφορους μικροαστούς» που τόσο απεχθάνεται τμήμα της εργατικής πρωτοπορίας. Εάν δεν το κάνει η εργατική τάξη, το σύστημα θα στραφεί προς απολυταρχικές, αυταρχικές λύσεις τις οποίες οι αστοί είναι έτοιμοι να εφαρμόσουν, με την ανοχή και στήριξη των μικροαστών, πριν καταλάβουν οι μικροαστοί ότι τη «λύση» ενός σκληρού μεσσία που οι αστοί τώρα τους πουλάνε φθηνά θα την πληρώσουν πολύ ακριβά στην πορεία.

Ο προσεταιρισμός και η δρομολόγηση του ρεύματος των μικροαστών στην δική της κατεύθυνση είναι μια αναγκαιότητα την οποία η αστική τάξη αναμφίβολα κατανοεί και το δείχνει έμπρακτα με συνεχή ανανέωση των «λύσεων» που της προτείνει. Πρόκειται για συστηματοποιημένη απάτη, διότι οι αστοί και να ήθελαν δεν μπορούν να «σώσουν» τους μικροαστούς. Το κλειδί που κρατά στα χέρια της η αστική τάξη είναι η καλλιέργεια της ελπίδας στους μικροαστούς ότι τελικά οι δεν «θα καταλήξουν προλετάριοι», ότι θα διατηρούν την συγκριτικά πιο προνομιούχα θέση τους σε σχέση με τους «προλεταρίους», την εξαθλίωση των οποίων βλέπουν με τρόμο αλλά, ίσως και γι αυτό τον λόγο, είναι έτοιμοι να αποδεχτούν, αρκεί οι ίδιοι να μην έχουν την ίδια τύχη.  Ακριβώς αυτή η «φρίκη» της προοπτικής της προλεταριοποίησης τους είναι το στοιχείο που γεννά την έχθρα τους προς τους πρωτοπόρους εκπρόσωπους των «προλεταρίων» που τους λένε να επιλέξουν μια ανατροπή που, κατά την κρίση των μικροαστών, θα  «μας κάνει όλους προλεταρίους». Αυτό που τους λένε οι κομμουνιστές ότι θα κάνουν στον σοσιαλισμό δεν τους φαίνεται καλύτερο από αυτό που βλέπουν τώρα ότι κινδυνεύουν να πάθουν στον καπιταλισμό.

Για να τους κερδίσει η πρωτοπορία των «προλεταρίων» πρέπει να πείσει την πλειοψηφία των μικροαστών (όλους δεν θα μπορέσει να τους πείσει ποτέ) ότι η μοίρα τους θα βελτιωθεί, όπως κι ότι η μοίρα των «προλεταρίων» θα βελτιωθεί αλλά όχι εις βάρος τους. Για να το κάνει αυτό πρέπει να τους εξηγήσει με γλώσσα κατανοητή πώς ακριβώς πρακτικά θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο. Αυτό το «κάτι τέτοιο» αφορά αυτό που καταλαβαίνουν αυτοί που δεν είναι ιδεολόγοι, δηλαδή αφορά οικονομικά χαρακτηριστικά του σημερινού μικροαστού, το σημερινό βιοτικό του επίπεδο το οποίο πρέπει να πειστεί ότι θα διατηρηθεί. Αυτό μόνο με συγκεκριμένες και πολύ σαφείς προγραμματικές δεσμεύσεις μπορεί να γίνει. Συνακόλουθα, το να γίνει κάτι τέτοιο άπτεται της ανάγκης προγραμματικής συγκεκριμενοποίησης της διαδικασίας μετάβασης από καπιταλισμό σε σοσιαλισμό. Αίφνης, πώς ακριβώς μπορεί ν' αλλάξει η οικονομία από καπιταλιστική σε σοσιαλιστική, και να διατηρηθεί το ίδιο επίπεδο παραγωγής στην αρχή (ή να μην διαλυθεί η παραγωγή, όπως φοβούνται οι μικροαστοί), ή πώς με την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής στον σοσιαλισμό θα συνεχισθεί η παραγωγή όταν η κάθε επιχείρηση προμηθεύεται εξοπλισμό, υλικά, ενέργεια κλπ μέσω απτών αγοραίων σχέσεων και διαθέτει προϊόντα στην αγορά μέσα από τα κανάλια της αγοράς που διέπονται από συγκεκριμένες σχέσεις, και τι ακριβώς ρόλο θα παίξει η μικρή επιχείρηση, το αγροτικό νοικοκυριό, αμέσως μετά την ανατροπή. Τι θα γίνει αμέσως μετά την άνοδο της εργατικής τάξης και των σύμμαχων της στην εξουσία; Πώς θα μεταμορφώσουμε την οικονομία της αγοράς σε σχεδιασμένη οικονομία; Οι μικροαστοί δεν πιστεύουν ότι η εργατική πρωτοπορία έχει κάποιο «μαγικό ραβδί». 



Η προώθηση του σχεδιασμού της οικονομίας λογικά προηγείται της υποχώρησης της αγοράς. Η εξάλειψη των αγοραίων σχέσεων της οικονομίας πρέπει να προγραμματιστεί. Στο σημείο αυτό μπορεί να αντιπαρατεθεί η ένσταση ότι αυτό που ζητάω είναι πρόωρο, κι ότι «δεν βρισκόμαστε δα και στο κατώφλι της ανατροπής... ο συσχετισμός δυνάμεων είναι....», (τα γνωστά). Το πρόβλημα είναι ότι σε οποιαδήποτε φάση ανάπτυξης του εργατικού κινήματος, χωρίς μια στοιχειώδη εξειδίκευση στα ζητήματα αυτά, η "ανατροπή" παραμένει μια αφηρημένη έννοια, και η εργατική πρωτοπορία παραμένει χωρίς "κυβερνητικό" πρόγραμμα. Μέχρι να απαντηθούν αυτά τα ζητήματα με συγκεκριμένο τρόπο, που σημαίνει ότι, μέχρι να εκπονηθεί ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα εξουσίας, φοβάμαι ότι η πρωτοπορία του προλεταριάτου καταδικάζεται να λειτουργεί σαν «αποδόχι» μιας σχεδόν καθολικής μικροαστικής εχθρότητας και αντικείμενο δυσπιστίας ενός μεγάλου τμήματος του ίδιου του προλεταριάτου. Στην ουσία, αυτοαναιρείται σαν πρωτοπορία.  

Πως είναι δυνατόν να κατανοεί η αστική τάξη αυτήν την αλήθεια, να κατανοεί ότι χωρίς την συμμαχία της με τα μεσαία στρώματα είναι καταδικασμένη, και να αρνούνται πεισματικά να την καταλάβουν κάποιοι που θεωρούν τον εαυτό τους ταγμένο, ή που δηλώνουν ότι τάσσονται με την εργατική πρωτοπορία; 
 ------

(αναδημοσίευση αναθεωρημένου κειμένου)